13.12.25

…Κι ο ποιητής είναι ένας Κόσμος Φυσικός». Η διάλεξη του Άλκη Αλκαίου για τον Κώστα Καρυωτάκη


Η διάλεξη του Άλκη Αλκαίου για τον Κώστα Καρυωτάκη με τίτλο «Κώστας Καρυωτάκης: Ο Ποιητής που αγαπήθηκε και μισήθηκε» πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 1967 στην Πάργα Πρεβέζης. Σημειώνει σχετικά ο συγγραφέας:

«…Ήταν αρχές του 1967, όταν ο αείμνηστος […] Αλέξανδρος Μπάγκας, Δήμαρχος Πάργας, με παρουσίασε ως δημιουργό με τα πιο ενθουσιώδη λόγια, στο κατάμεστο χειμωνιάτικο σινεμά, στου

«Καρύδη».
Θερμοί συμπαραστάτες ήταν οι αείμνηστοι Νίκος Τσάκας, Πέτρος Γιούργας και ο τότε Νομάρχης Πρεβέζης Θεόδωρος Βγενόπουλος.
Θέμα της διάλεξης ήταν ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης και αφορμή η άρνηση των θρησκευτικών αρχών στην Πρέβεζα να τελέσουν μνημόσυνο για έναν αυτόχειρα.
Η διάλεξη αυτή έγινε βιβλίο. Και θυμάμαι πόση συγκίνηση ένοιωσα όταν έλαβα ένα γράμμα από τον Θάνο Καρυωτάκη, αδελφό του ποιητή, με ύμνους για το βιβλίο.
Έτσι ξεκίνησα. Με ένα πεζό για έναν ποιητή…»

 

(Απόσπασμα από το σημείωμα του Άλκη Αλκαίου που διαβάστηκε τον Ιανουάριο του 2012 στην εκδήλωση βράβευσής του από τον Σύλλογο Παργινών Αθήνας στην Αθήνα)

*

Ψηφιακή μεταγραφή ειδικά για το «Ποιείν»: Στρ. Μάστρας

Ευχαριστώ τον Σπ. Αραβανή για την παρακίνηση.
Στ. Μ. , Μάιος 2012

*********

                                                         Η ΔΙΑΛΕΞΗ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά όταν συναντώ μια προσπάθεια — όποια προσπάθεια, — που βρίσκεται στα πρώτα της βήματα κι ακόμη μια ιδιαίτερη αδυναμία και εσωτερική επιταγή να την υποβοηθώ. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για ένα πνευματικό ξεκίνημα, τόσο ελπιδοφόρο και πολλά υποσχόμενο, όπως αυτό του κ. Ευάγγ. Λιάρου.
Την διάλεξί του: «Κώστας Καρυωτάκης, ο ποιητής που αγαπήθηκε και μισήθηκε», έθεσα, υπό την προστασία μου — και επραγματοποιήθηκε εδώ στις 22 – 1 – 1967 — και για τον λόγο ότι με τον άτυχο Κώστα Καρυωτάκη, καθώς και με την Μαρία Πολυδούρη με συνέδεσαν προσωπικοί φιλικοί δεσμοί, αλλά και για ένα σπουδαιότερο λόγο, που συμφωνεί με τα πιο πάνω. Γιατί πρόκειται για μια εξαίρετη πνευματική εργασία, θεμελιωμένη γερά πάνω στη ζωή, το έργο και τα αγχώδη ψυχικά συναισθήματα του αλησμόνητου ποιητή.
Το ότι η διάλεξι αυτή θα αποτελέση το πρώτο αυτοτελές έργο του κ. Λιάρου, είναι αφορμή χαράς και προσδοκιών ότι η κατοπινή πνευματική πορεία του θα είναι όπως την προβλέπω και την εύχομαι: σύντομα ανοδική και απέραντα πλατειά και μεγάλη.

Πάργα 3 – 2 – 1967

Αλέξ. Δ. Μπάγκας
Δήμαρχος Πάργας

 

********

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

 

ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ Λογοτεχνική μας παράδοση και την ίδια τη σύγχρονη, δημιουργήθηκαν και δημιουργούνται μορφές του ποιητικού λόγου, που κάθε μια, με το δικό της τρόπο, επιτηδευμένο κι ανεπιτήδευτο, βάζει το λιθάρι της Νεοελληνικής ποιητικής ανοικοδόμησης. Κι όσο πλησιάζουμε προς τις μέρες μας, αν ρίξουμε έστω και μια φευγάτη ματιά στη σειρά των ποιητών και τη χρονολογική τοποθέτησή τους στη γραμματεία μας, θα σταματήσουμε, σχεδόν χωρίς καθόλου να το επιθυμούμε, στην πιο απελπισμένη ποιητική ψυχή του 20ου αιώνα, μέσα στον Ελλαδικό χώρο, που καθιερώθηκε πια, και θα μείνει άσβεστη, πικρά ειλικρινής κι αληθινά παραδεδεγμένη, απ’ όλους εκείνους, που όταν κρίνουν τους ποιητές, δεν παύουν να σκέφτονται σαν ποιητές. Ο Κώστας Καρυωτάκης — τι κι αν καταφρονήθηκε — έγινε η πραγματική βάση, πάνω στην οποία ερείδεται, απ’ άκρη σχεδόν σ’ άκρη, η σύγχρονη ποίηση και η σύγχρονη ιδέα. Όχι γιατί το λέμε εμείς. Όχι γιατί το λέει ο κριτικός ή μια μερίδα απ’ τους ειδήμονες. Αλλά για τον απλούστατο λόγο, ότι μονάχο το έργο του μιλάει. Κι ο Ουγκώ μάς πληροφορεί, πως μονάχα η φωνή των ειλικρινών και των μεγάλων, είναι καθάρια και πειστική. Και πρόθεσή μας δεν είναι να στολίσουμε τη φωνή του, αφού αυτόχρημα έχει πια διαμορφωθεί. Μόνο που, από ευγενικά αισθήματα και νεανική επιθυμία, και το σπουδαιότερο από προθέσεις πνευματικής και ανθρώπινης κατανόησης, φτιαγμένες μαζί, θελήσαμε, αύτη τη φωνή, στο πέρασμα του χρόνου, να την ξαναδυναμώσουμε, κινώντας την προσοχή των ανήσυχων και αφυπνίζοντας αποδειχτικά τούς αδιάφορους. Απλή κατανόηση και προσαρμογή στις απαιτήσεις μιας ομιλίας, αρκεί για να μπορέσουμε και σήμερα ακόμα, σαράντα περίπου χρόνια ύστερα απ’ το θάνατό του και λίγες εβδομάδες μετά τα αποκαλυπτήρια μιας αναμνηστικής πλάκας, να φτάσουμε στα συμπεράσματά μας. Παράκλησή μας δεν είναι η αλλαγή ιδεών, αφού και πάλι, σχεδόν δεν έχουμε τη δύναμη και τα μέσα για να επανδρώσουμε τα όνειρά μας. Ύστατη ευγενική παράκλησή μας στο εκλεκτό κοινό, είναι: Η α ν ο χ ή σ’ όσα θα πούμε. Κι η ηλικία του ομιλούντος είναι τέτοια, που τα λάθη σε μια ποιητική ιδεολογική στάση νάναι αναπόφευκτη, αναγκαία θα λέγαμε.
Υποστηρίξαμε πως ο Καρυωτάκης με τη μορφή της ζωής και της ποίησής του επέσυρε δυο ειδών αισθήματα γι’ αυτόν: Την αγάπη και το μίσος. Τα δύο αυτά αντιθετικά ρεύματα, ο αυθορμητισμός κι η ψυχρότητα, έχουν πολύ απέχουσες τις πηγές τους. Την πρώτη αναβλύζει η διάθεση της καρδιάς. Τη δεύτερη ο επικριτικός νους κι ο ασυνείδητος υπερτροφισμός.
Η αγάπη, η αγάπη μας, πρώτα. Το μάτι και το αίσθημα. Η κατανόηση μ’ όσο ανώμαλο χαρακτήρα κι αν μπλεχτούμε. Κι ο ποιητής είναι ένας Κόσμος Φυσικός. Φτάνεις σε μια ψηλή κορφή και γύρω αγναντεύεις την ψυχή του, την υπόστασή του, τη «θεωρία» του. Τον αγκαλιάζεις με τη ματιά του· τον ζωγραφίζεις μ’ αδρές πινελιές, τον παρασταίνεις με μυστικά υπερκόσμια λόγια». Σύμφωνα με τη δική σου ψυχοσύνθεση, τη δική σου ψυχική κατάσταση κι ωριμότητα, το δικό σου νόμο. Μα οι θάλασσες κι οι ουρανοί, τα δάση κι οι ουρανοξύστες δεν γνωρίζονται μόνο με την αποκάλυψη των νόμων που τους διέπουν. Ο κόσμος αυτός, που επιδρά αναπόφευκτα και μοιραία στο πλάσιμο του κόσμου του ποιητή, παίρνει κι ενός άλλου τρόπου ξάνοιγμα· περισσότερο γοητευτικό και ελκυστικό, περισσότερο αγαπητό και σημαντικό. Κι οι φυσικές εκφάνσεις κυριεύονται με τη συνθετική φαντασία και τη μαντική δύναμη. Την ταπεινή ενατένιση των περιστάσεων, το ήσυχο φροντισμένο ψάξιμο, το μυστικό εσωτερικό μόχθο. «Για να ξεδιαλυθεί το σε πολλά σκοτισμένο ακόμα ζήτημα της ψυχής», έγραψε χαρακτηριστικά ο Παλαμάς «ανάγκη να δουλέψει παραπλήσια, στο φιλόσοφο, ο φιλόλογος μαζί με τον ψυχρό εξεταστή των παραμικρών ο αισθηματικός θαυμαστής, μαζί, τέλος, με τον πεζό αποθησαυριστή λεξιλογίων, ο αιθερόλαμνος ιδεαλιστής». Το πρώτο είναι δύσκολο, σπάνιο κι επικίνδυνο. Το δεύτερο έχει μιαν τέλεια σιγουριά, γιατί δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας καθαρός καθρέφτης προσωπικών συναισθηματικών αληθειών. Κι είναι μεγάλη ανάγκη, περισσότερο από κάθε φορά σήμερα, να λείψουν οι διακυμάνσεις. Για μάς η ακέραια εικόνα του ποιητή θα βγει από το ζωντανό, πηγαία λυρικό αντίκρυσμά του. Μ’ αυτόν τον τρόπο, κι αυτές ακόμα τις απορίες, που γεννάν ατέλειωτες συζητήσεις και γίνονται αφορμές γι’ ασύμβατες και φλύαρες αντιλογίες, είμαστε σε θέση να τις σβήσουμε, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στον πλήρη διαφωτισμό μας. Αντίθετα, φτάνοντας ως τα τελευταία ψιλολογήματα της ζωής και της ρίμας, ο κίνδυνος ν’ αποκλίνουμε απ’ τον αρχικό σκοπό μας θάναι άμεσος. Το απαθέστατο κρύο ψάξιμο που αναζωπυρώνει το θορυβώδες δημιουργημένο άλλοθι, για τον ποιητή που μας απασχολεί, αβίαστα μπορεί να φανεί ανόητα σχολαστικό και μικρόχαρο.
Ερχόμαστε όμως στη δεύτερη περίπτωση: Ο Καρυωτάκης — αλοίμονο — δεν είχε μόνον ανθρώπους πού τον αγάπησαν και τον πίστεψαν, φτάνοντας έμμεσα στην δική του τραγική θέση. Είχε κι ανθρώπους που τον επέκριναν. Κι ήταν — κι είναι — πολλοί εκείνοι που μέχρι χτες ακόμα, διασύρουν και αποφεύγουν σαν μαύρη, σατανική κι ανήλιαγη σκιά τη μνήμη του. Και δεν είναι μονάχα εκνευριστική και αφορμή καταγανάκτησης, μα και αφάνταστα λυπηρό το γεγονός ότι αυτές οι τόσο προσβλητικές και μικροπρεπείς ενέργειες, γίνονται από υποτιθέμενους ανθρώπους του π ν ε ύ μ α τ ο ς!.. Σκοπός μας δεν είναι να διασύρωμε τους διασύροντες. Ούτε τόλμημα καν. Ξαναϋπογραμμίζουμε μόνο τούτο: πως στη σκέψη απλώς, πως ο Κώστας Καρυωτάκης λειτούργησε, σαν ποιητής — φιλόσοφος, το πνεύμα, έχει όλο το δικαίωμα να τύχει όχι αντανθρώπινης άλλα ανεπιφύλαχτα ευγενικής συμπάθειας, όπως στη συνέχεια θα δούμε. Γιατί, αν καλοεξετάσουμε στο βάθος τους τις γνώμες των επικριτών, θα δούμε πως χαρακτηρίζονται από μια ωμή ηθικοφροσύνη και μετανοημένη πίστη. Στην ουσία, δηλαδή, το θέμα περιορίζεται ασφυχτικά στον εγκλωβισμένο και αυστηρά συγκροτημένο πυρήνα της άρνησης της ζωής, ποιητικά και πραχτικά. Εσφαλμένη αντίληψη της ζωής, κατήφορος, ανανδρία, απαισιοδοξία, θάνατος. Εδώ, σταματήσανε. Ούτε βήμα πιώ πέρα, ωσάν ν’ ακολουθούσε γκρεμός και διαφθορά, όλεθρος και παρόμοιος θάνατος. Ο άνθρωπος που απ’ την αρχή κατάλαβε σαν πεπρωμένο το αδύνατο κάποιου προσανατολισμού και δεν μπορεί να διευθετηθεί στα λιμνάζοντα κοινωνικά πράγματα, δεν έπεται ότι είναι στερημένος ιχνών ανθρώπινης δίψας. Γιατί κι ο πόνος είναι μια δίψα, που, είτε η αδιάκοπη συρροή ατυχιών, είτε το ενστιχτώδες του ρίγους και της φρίκης που μας κυριεύει με πανουργία, ο πόνος λοιπόν μας αφήνει ερμητικά κλεισμένους στον εαυτό μας, με θολό βλέμμα, πικραμένους. Αν είμαστε απλοί και συνηθισμένοι θα ξεδιψάσουμε με τον καιρό. Αν είμαστε μύστες και δημιουργοί μόνο στο ξέσπασμα το γραφικό θα βρούμε την άκρη και την ανακούφιση και τη ζωή. Γι’ αυτό αν θέλουμε να κρίνουμε αντικειμενικά, τότε, θα ιδούμε πως δεν πρέπει πρώτα – πρώτα να μεταλλάξουμε τα αντικειμενικά, τα ιστορικά, ας πούμε, δεδομένα. Να προσπαθήσουμε να διασώσουμε και διαλευκάνουμε ολάκερο και ατόφιο τον αποχρωστικό κόσμο της ψυχής του προσώπου που καταγινόμαστε, και, καλοζυγίζοντας τη ζωή με τη φύση, την επάρκεια και την ανεπάρκεια — και πάλι — σε αντικειμενικού κύρους ηθικά, ταξικά και κοινωνικά εφόδια, να δώσουμε μια σχετική λύση, έναν κάποιο ορισμό του ατόμου. Το ίδιο και στην περίπτωση — την τόσο κλασσική του Καρυωτάκη. Ας μη φανεί παράξενο, πως δεν είναι λίγοι εκείνοι από τους τυφλά κανοναρχημένους, που τολμούν και άφοβα μηδενίζουν τη διπλή υπόσταση του ποιητή μας — ποιητής και άνθρωπος —, ενώ ακόμα δεν έχουν κατανοήσει παρά μόνο τη ζωή του, κι αυτήν ίσως — ποιος τ’ αποκλείει; — όχι ολοκληρωμένα.

Έχει πολύ δίκιο ένας σύγχρονος Γάλλος σοφός που υποστηρίζει πως τόσο στην πεζογραφία και το θέατρο, όσο περισσότερο, στην ποιητική τέχνη είναι κανόνας το περιβάλλον να επιδρά στον καλλιτέχνη, είναι καλό, πρώτα να τον κρίνουμε από το έργο που μας αφήνει κι ύστερα να ενδιαφερθούμε για τον κύκλο της ζωής του. Πριν από λίγες μέρες ο Β. Βαρίκας έγραφε στο «ΒΗΜΑ» τα εξής: «Ο άνθρωπος και το έργο είναι δυο πράγματα εντελώς διάφορα. Κι η γνώμη μας για το ένα δεν θα πρέπει σε καμμιά περίπτωση να θολώνει την κρίση μας για το άλλο. Η συνέπεια ιδεών και ανθρώπου, που τις εκφράζεται, απαραίτητη ίσως στον θρησκευτικό ή τον πολιτικό ηγέτη, δεν έχει έννοια προκειμένου για τον ποιητή ή τον λογοτέχνη. Ή, όπου εμφανίζεται, αποτελεί κάτι το συμπτωματικό. Κάτι περισσότερο μάλιστα. Όταν κανένας γεύεται τον ώριμο καρπό του δέντρου, θα ήταν κωμικό να προσφεύγει στην ανάλυση εδάφους, που το διέθρεψε. Το ίδιο άχρηστη και περιττή είναι και η γνώμη της ιδιωτικής ζωής του συγγραφέα, προκειμένου να χαρούμε και να εκτιμήσουμε την προσφορά του».

 https://www.poiein.gr/2012/05/23/17857/?fbclid=IwY2xjawOoBxlleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBVMFBFUFlzVFo3ODdma3Rzc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHsR7K6Xm05eUS9brpnQ5RHxzKIb1TJBXNds5AA80b9uZuySfghDLAeEWswkf_aem_cUlbbiTlpS_Ix5DWK0yFag

Δεν υπάρχουν σχόλια: