25.8.22

Γραφή, ζωή και επιθυμία


Της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ* 
 ΕΡΒΕ ΛΕ ΤΕΛΙΕ, Η ανωμαλία, μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδόσεις opera, σελ. 412

 Στις επαναλειπτικές αναταράξεις του πανδημικού παρόντος με τη βιοπολιτική να χρησιμοποιείται κατά το δοκούν, ο Τελιέ σαρωτικά κατασκευάζει σύνθετα «φιλοσοφικά παιχνίδια» γραφής και ταυτότητας, αξιοποιώντας αριστοτεχνικά την ιδιότητά του ως μέλος της OuLiPo (Εργαστήριο Δυνητικής Γραφής). Φτιάχνοντας ένα καθηλωτικό βιβλίο που διαβάζεται απνευστί με την έντεχνα σφιχτοδεμένη δομή του, ο συγγραφέας συνομιλεί με όλους τους αγαπημένους του συγγραφείς και φίλους από την OuLiPo: τον Περέκ, τον Κενώ, τον Λεβέ, τον Καλβίνο. Καταφέρνει έτσι, να καταγράψει τα ψευτοδιλήμματα για τον κόσμο, την ατομική ταυτότητα, τους κοινωνικούς δεσμούς, την εξουσία, τις θετικές και κοινωνικές επιστήμες. Παράλληλα, ο Λε Τελιέ επαναφέρει στο προσκήνιο τη νέα διλημματικότητα θεωρίας και πράξης, αναμειγνύοντας τα λογοτεχνικά είδη και διαπραγματευόμενος τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και τη μεταμυθοπλασία. Πιθανότατα να γνωρίζει καλά ότι πολλοί από τους αναγνώστες και τους κριτικούς μπορεί να τον κατηγορήσουν για χλιαρό φορμαλισμό ή εύκολη οικειοποίηση χιλιοειπωμένων θεμάτων από τον χώρο της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου, ιδιαίτερα αυτόν της επιστημονικής φαντασίας. Στην πραγματικότητα, Η ανωμαλία είναι ένα βιβλίο δύο ταχυτήτων. Μπορεί να διαβαστεί απολαυστικά σε ένα επιφανειακό επίπεδο από όσους/ες δεν ακολουθούν τα παιχνίδια γραφής και θεωρίας του συγγραφέα. Την ίδια όμως στιγμή λειτουργεί ως ανακουφιστική «επαναφορά» ανασυγκρότησης για αυτούς/ες που όχι μόνο έχουν παρακολουθήσει συστηματικά τη λογοτεχνική παράδοση της OuLiPo, αλλά ακολουθούν επίσης τη σαρκαστικά πικρή διαύγεια του συγγραφέα, ο οποίος εκκινεί από ένα κλασικό ερώτημα στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας: «Τι γίνεται αν όλα είναι μια προσομοίωση και στην πραγματικότητα είμαστε προγράμματα-έρμαια στα χέρια άλλων όντων;». Μια πτήση της Air France από το Παρίσι στη Νέα Υόρκη, που μετά από μια άξαφνη επαφή με ένα σωρειτομελανία έχει προσγειωθεί κανονικά, αφήνοντας τους επιβάτες να συνεχίσουν τη ζωή τους, επανεμφανίζεται ύστερα από τρεις μήνες με τους ίδιους επιβάτες, και προσγειώνεται με παρέμβαση των μυστικών υπηρεσιών σε μια στρατιωτική βάση. Διαπιστώνεται ότι πρόκειται για τους ίδιους επιβαίνοντες/ουσες και επιβεβαιώνεται ότι πρόκειται για πιστά αντίγραφα των ίδιων ανθρώπων της προηγούμενης πτήσης. Με αυτή τη σεναριακή επινόηση καταγράφονται οι ιστορίες κάποιων επιβατών και των αντιγράφων τους, καθώς και η διαχείριση της χωροχρονικής ανωμαλίας πριν και μετά. Από εκεί και πέρα, ο Λε Τελιέ χρησιμοποιεί όλα τα τεχνάσματα της γραφής που γνωρίζει, δηλώνοντας με σαφήνεια τις θέσεις του για τον κόσμο, τις επιστήμες, τη λογοτεχνία, την εξουσία και τις τεχνικές ελέγχου, τον χρόνο, τον έρωτα και τους ανθρώπινους δεσμούς. Δηλώνει τα δάνειά του και τοποθετεί τις θέσεις του στο συνεχές του λογοτεχνικού ρεύματος που ακολουθεί συστηματικά, επικαιροποιώντας τις αλλαγές που βιώνουμε στην καθημερινότητα και συνδέοντάς τες με το φανταστικό και το τυχαίο. Στα διλήμματα που διαπερνούν το βιβλίο εγείρονται ερωτήματα για το τι είναι αυθεντικό και τι πρωτότυπο στα παροντικά καθεστώτα «ανωμαλίας», στη ζωή και τη γραφή, τις επιδράσεις του τυχαίου, τις σχέσεις χρόνου, χώρου και επιθυμίας, τη βιοεξουσία. Στα συμβάντα που εκτυλίσσονται, και καθώς τα όρια ανάμεσα στο «κανονικό» και το «μη κανονικό» αλληλοκαλύπτονται, τίποτα δεν μένει όρθιο. Η ουσιοκρατία των ιδεών, η επίφαση της οικογενειακής ευτυχίας, η ενδοοικογενειακή βία, η εκκοσμικευμένη ή φανατισμένη θεολογία, η επίφαση ισότητας, οι επιδράσεις φύλου και τάξης, η μοναξιά, η υποκρισία της φήμης και των λογοτεχνικών κύκλων, η έλευση του θανάτου. Σε ανοιχτό διάλογο με το «Ζωή οδηγίες χρήσεως» του Περέκ, ο Λε Τελιέ αναρωτιέται για την ευθύνη, τη βούληση και την εργαλειοποίηση κάθε θεωρίας που γίνεται μύθος, θέτοντας υπό εξέταση ακόμα και τους δικούς του εγκιβωτισμούς και εμμονές στα κείμενα και τους συγγραφείς που αγαπά. Στην ανάδειξη των ιστοριών, του ύφους, των επιδράσεων και της μορφής, εγγύηση είναι για άλλη μια φορά η μεταφραστική ακεραιότητα του Αχιλλέα Κυριακίδη, δεινού γνώστη και μεταφραστή πολλών συγγραφέων της OuLiPo. Σε ένα από τα συμβάντα του βιβλίου μια εξαφανισμένη χελώνα που δραπέτευσε εντοπίζεται από το κορίτσι που την έχει. Θεωρείται αρχικά νεκρή, αλλά ζωντανεύει λίγο αργότερα, εκπλήσσοντας όλη την οικογένεια. Η μικρή ιδιοκτήτριά της εξηγεί στη μαμά της: «Έκανε όπως τα αξολότλ στην ξηρασία μαμά, δε θυμάσαι, τα ΄χαμε δει τα αξολότλ, το ίδιο έκανε κι αυτή, μπήκε σε λήθαργο και περίμενε την εποχή των βροχών» (σ. 68), ενώ σε άλλο σημείο το αξολότλ περιγράφεται ως «αυτό το εκπληκτικό ζώο που έχει την ικανότητα να αναπλάθει ένα μάτι ή κι ένα τμήμα του εγκεφάλου του» (σ. 81). Σαν Αξολότλ λειτουργούν και οι ιστορίες του Λε Τελιέ. Όπως και οι ιστορίες του Κορτάσαρ (ο οποίος αγαπούσε επίσης τόσο τα αξολότλ, ώστε να τα κάνει τίτλο μιας συλλογής διηγημάτων του), έτσι και οι ιστορίες του Λε Τελιέ αναδομούνται και συνεχίζουν ακόμα και όταν ο θάνατος φαίνεται να είναι πανταχού παρών. Απέναντι στη σχετικότητα χρόνου, χώρου και επιθυμίας, σε ό,τι δεν αποφεύγεται και σε ό,τι δεν πήγε καλά, ο συγγραφέας υποδεικνύει τις συμπορεύσεις γραφής, ζωής και επιθυμίας, υποστηρίζοντας ότι στη συνθετότητα των συμβάντων η ζωή συνεχίζεται καλύτερα, χειρότερα ή με συνεχόμενες εναλλαγές. Κι αν «η θρησκεία είναι ένα σαρκοβόρο ψάρι των αβύσσων. Εκπέμπει ένα αδύναμο φως για να προσελκύσει τη λεία του, και της χρειάζεται πολλή νύχτα» (σ. 344), με αποτέλεσμα να απογοητευτούμε και να συμπεράνουμε την παντοδυναμία του ανορθολογισμού, ο συγγραφέας προτείνει πως ο καθένας καλείται να τα βγάλει πέρα με το πραγματικό που μας προσφέρεται (σ. 359) και πως «δεν θα υπάρξει ο υπέρτατος σωτήρας. Θα πρέπει να σωθούμε μόνοι μας». Εφόσον «το αδιανόητο εξελίχθηκε σε εφικτό» (σ. 382), «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας και μάλιστα αρκετά» (σ. 157), αλλά και τη διαπίστωση ότι «όταν κάποιος κρατάει σφυρί, στο τέλος όλα του μοιάζουν καρφιά» (σ. 322) ο συγγραφέας αποδομεί και αποποιείται κάθε θεωρητικό απόφθεγμα που έχει ήδη χρησιμοποιήσει για να κλείσει και τη συνομιλία του με τον Περέκ και να ολοκληρώσει το βιβλίο με τη φράση «ζωή οδηγίες τέλος». Ας λείπει πάντα κάτι. Δυνητική λογοτεχνία. Δυνητική ζωή. Προσομοιώσεις του πραγματικού.
 * Η Κωστούλα Μάκη είναι κοινωνική ψυχολόγος

Δεν υπάρχουν σχόλια: