14.10.22

Η δικαιοσύνη της γραφής


Γιώργος Δελιόπουλος

 

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Το χιόνι των Αγράφων. Μυθιστόρημα, Κίχλη, Αθήνα 2021, 160 σελ. 

Το σπονδυλωτό μυθιστόρημα (έξι αυτοτελή διηγήματα) του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη αναφέρεται σε μια από τις πιο τραγικές σελίδες του ελληνικού Εμφυλίου, την πορεία των αόπλων της Ρούμελης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ) τον Φεβρουάριο του 1948, με κύριο σκοπό τη μετάβαση στις περιοχές του Γράμμου, που έλεγχε ο ΔΣΕ, 1.300 περίπου νεαρών νεοσύλλεκτων μελών του. Μια ιστορία θαμμένων ελπίδων που θάφτηκαν στο χιόνι.

 1

Είναι αξιοσημείωτο πώς ο ελληνικός Εμφύλιος πόλεμος εξακολουθεί να προκαλεί το ενδιαφέρον στον δημόσιο διάλογο, αν και μας χωρίζουν περίπου εβδομήντα χρόνια από τότε που σίγησαν τα όπλα στα βουνά. Μπορεί οι γενεσιουργές συνθήκες εκείνης της σύρραξης να εκλείπουν, οι εποχές και οι προτεραιότητες της ελληνικής κοινωνίας να έχουν αλλάξει ριζικά, οι πρωταγωνιστές του να μη βρίσκονται πια ανάμεσά μας, αλλά το συμβολικό του αποτύπωμα παραμένει ακόμη ορατό. Εκείνα τα πολωμένα χρόνια συνεχίζουν να αποτελούν χώρο ιδεολογικής σύγκρουσης, από τον οποίο οι σύγχρονες πολιτικές παρατάξεις αντλούν συνθήματα, επιχειρήματα, «οσιομάρτυρες» και μισητούς εχθρούς. 

Ένας εμφύλιος πόλεμος ενέχει διλήμματα, καταστροφικά αδιέξοδα και τραγικές μορφές, οι οποίες δεν έχουν πάντα ξεκάθαρα θετικό ή αρνητικό πρόσημο και δρουν σε οριακές καταστάσεις. Επομένως, παρέχει ενδιαφέρουσα πρώτη ύλη για τη λογοτεχνία. Γι’ αυτό και η ελληνική πεζογραφία ξεκίνησε να ασχολείται με την εμφύλια βία όσο οι συγκρούσεις μαίνονταν ακόμη. Έκτοτε, οι λογοτέχνες προσπάθησαν να διατηρήσουν τα γεγονότα στη συλλογική μνήμη, να αποτυπώσουν τις συνέπειες και την έκταση του πολέμου στο χώρο και το χρόνο, να διαχειριστούν το πολιτισμικό τραύμα που επέφερε, να ερμηνεύσουν συμπεριφορές, να εντοπίσουν ευθύνες, να υμνήσουν ιδανικά και να εξαγάγουν διαχρονικά συμπεράσματα, συσχετίζοντας εκείνη την ταραγμένη δεκαετία με την εκάστοτε εποχή που ζούσαν. Σε ορισμένους συγγραφείς υπάρχει σαφές ιδεολογικό στίγμα στη γραφή τους, αν και οι περισσότεροι –με την πάροδο των ετών που αμβλύνει τα πάθη– υιοθέτησαν μια πιο ψύχραιμη ματιά. Μάλιστα, πολλές φορές οι πεζογράφοι, ερχόμενοι σε αντίθεση με το κυρίαρχο ιστορικό αφήγημα της εποχής τους για τον Εμφύλιο, προσέφεραν μια ανανεωτική προσέγγιση πάνω στα γεγονότα και τα πρόσωπα[1].

Τα πρώτα βιβλία που γράφηκαν τη δεκαετία του 1940 με θέμα τον Εμφύλιο (οι Πασχαλιές της Γαλάτειας Σαράντη, η Πυραμίδα 67 του Ρένου Αποστολίδη, οι Αδερφοφάδες του Νίκου Καζαντζάκη) λειτουργούν ως αντιπολεμικά χρονικά, με στόχο τη διατήρηση της μνήμης. Τη δεκαετία του 1960 σε έργα όπως οι Ανυπεράσπιστοι του Δημήτρη Χατζή ή η Κάθοδος των εννιά του Θανάση Βαλτινού προτείνεται η λήθη, για να επέλθει η συμφιλίωση των παθών. Σταδιακά, οι πεζογράφοι προσπαθούν να αντλήσουν διαχρονικά διδάγματα απ’ αυτό το διχαστικό γεγονός, ώστε να γεφυρώσουν τις διαφορές. Επί δικτατορίας, οι λογοτεχνικές αναφορές στον Eμφύλιο (στο Λοιμό του Aνδρέα Φραγκιά, στα διηγήματα του Μάριου Χάκκα, στον Γενναίο Τηλέμαχο του Αλέξανδρου Κοτζιά) σχολιάζουν και στηλιτεύουν το μετεμφυλιακό παρόν: την κρατική βία της χούντας, τη διαφθορά, την υποκρισία, την κοινωνική αλλοτρίωση και την απουσία αντίστασης από τους συμβιβασμένους πολίτες. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία και πλουραλισμός στις πεζογραφικές προσεγγίσεις. Σε αρκετά έργα, όπως στο Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου και στο Πένθιμο εμβατήριο του Σωτήρη Πατατζή, εμφανίζεται ένας αυτοκριτικός αναστοχασμός εκ μέρους των αριστερών, ενώ στην Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού και στην Ελένη του Νίκου Γκατζογιάννη αναδεικνύεται η αριστερή βία.

Τα τελευταία χρόνια εξακολουθούν να γράφονται βιβλία για τον Εμφύλιο, όπως το Δυο φορές αθώα (Κέδρος, 2013) της Έλενας Χουζούρη, ο Ζωγράφος του Μπελογιάννη (Μεταίχμιο, 2013) του Νίκου Δαββέτα, Η φύλακας του αρχείου (Κέδρος, 2021) του Αντώνη Γιανακού, ο Ουρανός απ’ άλλους τόπους (Πατάκη, 2021) του Σωτήρη Δημητρίου κ.ά. Η σύγχρονη ελληνική πεζογραφία αποφεύγει να πάρει πολιτική θέση, αφήνει τα γεγονότα να αφηγηθούν μόνα τους την ιστορία, προσπαθεί να αναδείξει τους αφανείς ήρωες αυτού του πολέμου εστιάζοντας στις ανθρωπιστικές και όχι τις πολιτικές του διαστάσεις. Το ζητούμενο για τους συγγραφείς είναι το πώς ο Άνθρωπος βιώνει και συμπεριφέρεται σε ένα εμφυλιοπολεμικό πλαίσιο και πώς αυτή η στάση μπορεί να προσφέρει χρήσιμα διδάγματα στις προκλήσεις του παρόντος (οικονομική κρίση, ιδεολογική πόλωση).

    

2

Σ’ αυτή τη γενικότερη τάση της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας για τον Εμφύλιο εντάσσεται και το τελευταίο σπονδυλωτό μυθιστόρημα του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, Το χιόνι των Αγράφων (Κίχλη, 2021), αποτελούμενο από έξι αυτοτελή διηγήματα, τα οποία λειτουργούν και ως μια ενιαία αφήγηση. Το έργο αναφέρεται σε μια από τις πιο τραγικές σελίδες του ελληνικού Εμφυλίου, την πορεία των αόπλων της Ρούμελης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ) τον Φεβρουάριο του 1948, με κύριο σκοπό τη μετάβαση στις περιοχές του Γράμμου, που έλεγχε ο ΔΣΕ, 1.300 περίπου νεαρών νεοσύλλεκτων μελών του. Οι νεοσύλλεκτοι, νεαρά αγόρια και κορίτσια από την ευρύτερη περιοχή της Στερεάς Ελλάδας, προέρχονταν κυρίως από επιστράτευση που είχε πραγματοποιηθεί τον Δεκέμβριο του 1947 και τον Ιανουάριο του 1948. Για την πραγματοποίηση της πορείας, οι άοπλοι μαχητές συγκρότησαν την «Ταξιαρχία αόπλων Ρούμελης», με επικεφαλής τον υποστράτηγο του ΔΣΕ Γιώργη Γούσια[2].

Βρισκόμαστε στην τελευταία φάση του Εμφυλίου πολέμου, όταν οι επιθέσεις του κυβερνητικού στρατού –με την οικονομική και επιχειρησιακή αρωγή των Αμερικανών– έχουν ενταθεί και τα περιθώρια ελιγμών του ΔΣΕ έχουν στενέψει. Η διαφαινόμενη ήττα του ΔΣΕ δεν αφήνει άλλες επιλογές στους αντάρτες παρά να προβούν σε τολμήματα υψηλού επιχειρησιακού ρίσκου, με αβέβαια αποτελέσματα. Ένα τέτοιο τόλμημα είναι και η πορεία των νεοσύλλεκτων από τη Στερεά Ελλάδα στη Μακεδονία, μέσα από τις εχθρικές γραμμές και με ελλιπή προετοιμασία. Σε αυτή την καμπή του πολέμου χρειάζονται όχι οι νηφάλιοι και έμπειροι στρατιωτικοί, αλλά οι ριψοκίνδυνοι, κυνικοί, βολονταριστές, οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να τα ρισκάρουν όλα, για να φανούν συνεπείς στα ανεδαφικά οράματα των δογματικών του κόμματος. Ένας τέτοιος αμφιλεγόμενος χαρακτήρας, πρόσωπο-κλειδί την τελευταία περίοδο του Εμφυλίου και βασικός πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, είναι και ο Γιώργης Γούσιας (πραγματικό όνομα Γιώργης Βοντίτσιος). Υπήρξε πρώην διοικητής της 2ης Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ, ενώ με το ξεκίνημα του Εμφυλίου ορίστηκε από τον Νίκο Ζαχαριάδη διοικητής του Αρχηγείου Ρούμελης, και αργότερα, το 1948, αρχηγός του ΔΣΕ στη θέση του Μάρκου Βαφειάδη[3].

Η πορεία των αόπλων, όπως ξεδιπλώνεται αφηγηματικά στα έξι κεφάλαια του βιβλίου, συνοψίζει τις βασικές πτυχές του ελληνικού Εμφυλίου. Παράλληλα, όμως, γίνονται αρκετές αναδρομές στις κομμουνιστικές διώξεις του μεταξικού καθεστώτος και τα γεγονότα της Κατοχής που προηγήθηκαν, αλλά και αναφορές στις μετεμφυλιακές πληγές της ελληνικής κοινωνίας, τις εξορίες των αριστερών, την εγκληματική δράση των παρακρατικών, τις δηλώσεις μετανοίας, τις εκλογές νοθείας, στη χούντα των συνταγματαρχών και την πληθυσμιακή αιμορραγία λόγω της εξωτερικής μετανάστευσης. Επομένως, στην αφήγηση της πορείας των αόπλων, από τα έμπεδα της Βράχας στην Ευρυτανία ώς το αρχηγείο του ΔΣΕ στα χωριά της Φλώρινας, συμπυκνώνεται όλη η ταραχώδης πολιτική ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Μέσα από τις επιμέρους ιστορίες των πρωταγωνιστών αναδύεται η κοινωνική διαμόρφωση, η ανθρωπογεωγραφία και η ψυχογραφία της εμφυλιακής και της μετεμφυλιακής Ελλάδας.

Στην ταραγμένη Ελλάδα εκείνης της εποχής η ζωή παρουσιάζεται αβέβαιη κι εγκλωβισμένη σε ένα καθεστώς συλλογικής, ατομικής και οικογενειακής βίας, με σαδιστικές συχνά αποχρώσεις. Μέσα στη δίνη του εμφύλιου σπαραγμού, οι βιολογικές και ψυχολογικές ανάγκες, αλλά και οι επιδιώξεις του ατόμου υποτάσσονται τυφλά στα κομματικά προστάγματα και τα επαναστατικά οράματα, όσο «τρελά» κι αν φαντάζουν. Η ζωή, η αξιοπρέπεια και το μέλλον των συντρόφων του ΔΣΕ κανοναρχούνται από μια ανελαστική κομματική πειθαρχία, με τη σκληρότητα, το δογματισμό και τη μονολιθικότητα που τη συνοδεύει. Ακόμη και στο θάνατο, το άτομο δεν έχει την επιλογή ενός περήφανου τέλους. Ο αξιωματικός Γεωργιάδης, υπαρκτό πρόσωπο κι ένα από τα θύματα των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του ΚΚΕ μετά την απομάκρυνση του Μάρκου Βαφειάδη, στο τελευταίο κεφάλαιο «προβάρει» στο μυαλό την εκτέλεσή του, μια ηρωική εκτέλεση, με τα μάτια ανοιχτά μπροστά στα προτεταμένα όπλα. Αντί γι’ αυτό, τον εκτελούν πισώπλατα και ατιμωτικά.

Η επαναστατική ηγεσία αποξενώνεται όλο και περισσότερο από τις πραγματικές ανάγκες του λαού. Δεν λαμβάνει υπόψη τις οικογενειακές υποχρεώσεις που αφήνουν πίσω τους οι μαχητές, η επιστράτευση των οποίων γίνεται σε πολλές περιπτώσεις με εκβιασμούς και υπό την απειλή των αντιποίνων. Στο σχεδιασμό της πορείας των αόπλων προέχει η εκπλήρωση του κομματικού σχεδίου, με οποιοδήποτε κόστος σε ανθρώπινες απώλειες. Ο επικεφαλής Γούσιας παρουσιάζεται αδιάφορος για την κατάλληλη προετοιμασία της πορείας, χωρίς να έχει φροντίσει εκ των προτέρων για την αναγκαία εξάρτυση, τη σωστή διατροφή και την ασφαλή μετάβαση των απειροπόλεμων μαχητών. Ο «ανθός της Ρούμελης» γίνεται εύκολος στόχος στις επιθέσεις του κυβερνητικού στρατού· οι χιονισμένες πλαγιές γεμίζουν πτώματα και η παγωμένη Κάρλα σκιές πνιγμένων μαχητών. Στο βωμό του επαναστατικού οράματος δικαιολογείται και η επιβολή πρόσθετων μέτρων ασφαλείας, η φίμωση των εσωκομματικών φωνών διαμαρτυρίας, τα συντροφικά μαχαιρώματα, ο προληπτικός βασανισμός των υπόπτων για προδοσία, οι δίκες-παρωδία, όπως εκείνη του αξιωματικού Γεωργιάδη στο τελευταίο κεφάλαιο. Το σημειώνει εμφατικά ο αφηγητής: «κανείς δεν έχει το θάρρος να δηλώσει φωναχτά τη διαφωνία του» (σ. 78).

Σ’ έναν τέτοιο κυκεώνα συγκρούσεων και φανατισμού δύσκολα μπορεί κάποιος να σταθεί στη μέση, αμέτοχος. Και τα δύο στρατόπεδα (κυβέρνηση, ΔΣΕ) έχουν επιδοθεί σε ένα αδυσώπητο κυνήγι μαγισσών, όπου η αδικία δεν έχει παράταξη και ιδεολογία. Το διαπιστώνει με τον πιο σκληρό τρόπο ο Κυριάκος Σιάτρας, πρωταγωνιστής στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, ο οποίος χάνει τον πατέρα του από τα βασανιστήρια των δεξιών παρακρατικών, ενώ ο ίδιος καταδικάζεται παραδειγματικά από τον ΔΣΕ ως προδότης, χωρίς να έχει αποδειχθεί κάτι.  

Σε ένα τέτοιο πολωμένο περιβάλλον, η παραδοχή του λάθους μοιάζει αυτοκτονική. Η ηγεσία του ΔΣΕ δεν θέλει να αποκαθηλωθεί ως ανίκανη στα μάτια των απλών στρατιωτών, γι’ αυτό και αναζητά τους αποδιοπομπαίους τράγους, για να επιρρίψει ευθύνες. Όπως αναφέρει αποφθεγματικά ο αφηγητής: «οι μεγάλες ήττες θέλουν τους φταίχτες τους και οι νέες αυλές θέλουν τους αυλικούς τους κι όποιος δεν ανήκε στους δεύτερους θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βρεθεί ανάμεσα στους πρώτους» (σ. 134). Τέτοια περίπτωση είναι και ο αξιωματικός Γεωργιάδης, ο οποίος γίνεται το εξιλαστήριο θύμα και καταδικάζεται για την αποτυχημένη επιχείρηση στην Έδεσσα, για να αποκρυφθούν οι λάθος σχεδιασμοί του Γούσια, οι οποίοι στοίχισαν τη ζωή σε εκατοντάδες συντρόφους. Ο Γεωργιάδης δικαιώνεται μετά θάνατον, όταν πια αλλάζουν οι κομματικές γραμμές και ισορροπίες, μετά την αποπομπή του Ζαχαριάδη.  

Στο χιόνι των Αγράφων ακόμη και η ζωή εκτός πολέμου των ανθρώπων της υπαίθρου περιγράφεται εξίσου τραχιά και δύσκολη· ο πόλεμος μοιάζει πολλές φορές σαν φυσική προέκταση της σκληρής τους καθημερινότητας. Ο βιοπορισμός στις γεωργοκτηνοτροφικές κοινότητες των Αγράφων δεν είναι εύκολος, ειδικά για μια μόνη γυναίκα. Γι’ αυτό και ο Κυριάκος Σιάτρας δεν θέλει ο αδερφός του να τον ακολουθήσει στο βουνό, αλλά προτιμά να μείνει με τη χήρα μητέρα του στο χωριό, για να τη βοηθήσει με τις δουλειές στη στάνη. Ο Χαράλαμπος Σουρούτσης, με το τραύμα στο πόδι και το στίγμα του μετανοημένου κομμουνιστή που του στερεί κάθε πιθανότητα διορισμού, καταφεύγει σε ένα μοναστήρι για να ζήσει. Τη δίδυμη Σωτηρία στοιχειώνει ο κατ’ επανάληψη βιασμός από τον πατέρα της, με τη σιωπηρή ανοχή της μητέρας της και του υπόλοιπου χωριού. Εικόνες, σκηνές και μυρωδιές από την πατρική κακοποίηση επανέρχονται διαρκώς στα όνειρα και τις σκέψεις της. Η νεαρή μαχήτρια Θεανώ βιάζεται συστηματικά από τον ίδιο τον αρχηγό Γούσια, ο οποίος εκμεταλλεύεται τη θέση και το κύρος του έναντι των επιστρατευμένων. Δυο νεαροί μαχητές προσπαθούν μάταια να κρύψουν τον ομοφυλοφιλικό τους έρωτα, μέχρι που αποκαλύπτονται και στιγματίζονται. Σε μια τέτοια κοινωνία, δομημένη πάνω σε απαράβατα στερεότυπα, παγιωμένους ρόλους και σιωπηρές ενοχές, ο άνθρωπος σκληραίνει, μεγαλώνει απότομα, χάνει από νωρίς τη ζωντάνια και την ανεμελιά της νιότης του.

Ο Χατζημωυσιάδης υπογραμμίζει αυτή τη σκληρότητα με πλούσιο εικονοπλαστικό λεξιλόγιο. Άλλοτε επιλέγει σκηνές και εικόνες με ωμό ρεαλισμό, οι οποίες κινητοποιούν όλες τις αισθήσεις (όραση, ακοή, όσφρηση). Για παράδειγμα, με ένα σύμπλεγμα οσφρητικών και ακουστικών εικόνων αποτυπώνει παραστατικά τη σφαγή των αόπλων στο φαράγγι του Ενιπέα. Σε ορισμένα σημεία τυπικές σκηνές και εικόνες επαναλαμβάνονται, για να υποδηλώσουν την προδοσία ή την κακοποίηση. Τα σφαγμένα ζώα που τα γδέρνει ο πατέρας και τα θυμάται η Σωτηρία παραπέμπουν ευθέως στη σεξουαλική κακοποίηση της ίδιας από τον πατέρα της, ενώ τα δυο ορθάνοιχτα μάτια που λάμπουν στο σκοτάδι τρομάζουν, καθώς αποκαλύπτουν τον πανταχού παρόντα καταδότη, ακόμη και μεταξύ των έμπιστων συντρόφων. Η κάπνα και ο σβησμένος φούρνος στο βλέμμα του Αβράμη στο πέμπτο κεφάλαιο παραπέμπουν στο θάνατο που στοιχειώνει τη μνήμη του ήρωα. Σε άλλα σημεία, βέβαια, όπως στον Πηνειό ποταμό όπου βούλιαξαν τα πλεούμενα ή στην Κάρλα όπου πνίγηκαν και πάγωσαν τα παιδιά, οι σκηνές του θανάτου έχουν μια υπερβατική χροιά, έναν μεταφυσικό λυρισμό, λες και ξεπηδούν μέσα από όνειρο. Γι’ αυτό και μοιάζουν πιο ανώδυνες και λιγότερο ηχηρές σε σχέση με τον ωμό ρεαλισμό της περιγραφής σε άλλα σημεία.

Το χιόνι, κυρίαρχο μοτίβο σε όλο το μυθιστόρημα, λειτουργεί διττά. Αφενός, αποτελεί το απειλητικό, παγωμένο φόντο του πολέμου, το κρύο σάβανο που σκεπάζει τα πτώματα και μαζί τα όνειρα, τα αγνά συναισθήματα και τις ελπίδες της νιότης. Η λευκότητα του κρύου χιονιού γίνεται ακόμα πιο επιθετική και απειλητική, όταν βάφεται με αίμα από τους σκοτωμένους ανθρώπους ή τα γδαρμένα ζώα. Από την άλλη πλευρά, το χιόνι λειτουργεί και ως το λευκό σύμβολο της νοσταλγικής αθωότητας, εκεί όπου καθρεφτίζονται όλα τα άσπιλα κομμάτια της ανθρώπινης ψυχής[4]. Κοιτώντας το χιόνι, οι ήρωες ανακαλούν τη χαμένη τους αθωότητα, την ξεγνοιασιά της παιδικής τους ηλικίας, όπως ο Κυριάκος Σιάτρας στο πρώτο κεφάλαιο, κοιτώντας τις λευκές νιφάδες, θυμάται το αγαπημένο του αρνί και λίγο πριν την εκτέλεσή του, επιστρέφει νοητά στην παιδική του ηλικία.

Αυτή η αντίθεση της σκληρής, κυνικής πραγματικότητας με την αθωότητα της νεανικής ψυχής διαπερνά όλο το μυθιστόρημα. Ο Χατζημωυσιάδης υπογραμμίζει αυτή την αντίθεση και μέσα από τους χαρακτήρες που επιλέγει. Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται τόσο να διερευνήσει σε βάθος τα ιστορικά ή μυθιστορηματικά πρόσωπα του έργου του, τις αντιφάσεις και το ψυχολογικό υπόστρωμα των πράξεών τους, ή να παρουσιάσει την εξέλιξη του χαρακτήρα τους. Τα πρόσωπα λειτουργούν περισσότερο ως σύμβολα των αντίθετων νοοτροπιών που θέλει να αναδείξει.

Από τη μια πλευρά, ο Γούσιας ενσαρκώνει τη βία, τη διαφθορά και την κομματική καταπίεση. Είναι ο βασικός αντι-ήρωας, η δράση του οποίου καλλιεργεί τη βαναυσότητα και καθορίζει όλες τις επιμέρους ιστορίες των πρωταγωνιστών. Στο έργο παρουσιάζεται καχύποπτος, ανελαστικός, βολονταριστής, μυστικοπαθής, αρχομανής, εκδικητικός, αλαζόνας, στρατιωτικά αδαής και προκλητικά αδιάφορος απέναντι στις ανάγκες των στρατιωτών του. Ενδεικτικό παράδειγμα της αλαζονείας του είναι η άρνησή του να κατεβεί από το άλογο, για να παραμείνει έφιππος στεγνός, ενώ οι επιστρατευμένοι βαδίζουν στις λάσπες, είναι μουσκεμένοι και κρυώνουν στα παγωμένα νερά της Κάρλας. Στο μάγειρα Αβράμη δίνει διαταγή να του μαγειρέψει το καλύτερο φαγητό, αδιαφορώντας για την πείνα των στρατιωτών του.

Σε αντίθεση προς τον καιροσκοπισμό και τη μεγαλομανία του Γούσια και των ομοίων του, στέκεται ο αξιωματικός Γεωργιάδης στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου. Ο Γεωργιάδης δεν δολοπλοκεί ούτε απεμπολεί τις ευθύνες του, ενδιαφέρεται για τους στρατιώτες του και συμπεριφέρεται απέναντι σε όλους με τιμή και αξιοπρέπεια. Μαζί του και όλοι οι νεαροί μαχητές της πορείας των αόπλων από τα προηγούμενα κεφάλαια, με τον αγνό τους ιδεαλισμό, την αυθόρμητη συντροφικότητα και την ανιδιοτελή τους πίστη σε ένα καλύτερο μέλλον. Με μια παιδική αφέλεια βγαίνουν ενθουσιασμένοι στο βουνό, τραγουδούν τη λευτεριά και πολεμούν για ένα θολό, ασαφές ιδανικό, έξω από ιδεολογικές αγκυλώσεις και κομματικά κηρύγματα, που όμως τους μαγνητίζει: την ελεύθερη Ελλάδα[5]. Στο μυαλό τους αυτή η Ελλάδα είναι ένα μέρος, όπου δεν υπάρχουν

χωροφύλακες, μοναρχοφασίστες, πλούσιοι κεφαλαιοκράτες, πονηροί παπάδες και κακοί πατεράδες. Εκεί ο καιρός ήταν πάντα καλός, είχε συνέχεια άνοιξη, κόκκινα τριαντάφυλλα ανθίζαν στις αυλές, παπαρούνες φυτρώνανε στους δρόμους, γάργαρα νερά κυλούσαν στα ποτάμια, οι μανάδες χαμογελούσαν στα παιδιά και κάθε πρωί οι κτηνοτρόφοι φτυάριζαν τις ακαθαρσίες των ζώων από τους δρόμους και τις στάνες. (σ. 93)

Αν και δεν έχουν ιδέα από πόλεμο, ωστόσο ξέρουν γιατί πολεμούν: για να ξεφύγουν από τη βία και τον ολοκληρωτισμό όχι μόνο του καθεστώτος αλλά και της καθημερινής τους ζωής. Γι’ αυτό και μέσα στη φρίκη του πολέμου, όταν ο θάνατος τούς κυκλώνει, καταφεύγουν στις πιο αγνές εκδηλώσεις της ψυχής τους, τον έρωτα, την αδερφική αγάπη, την ανάμνηση της μητρικής έγνοιας, τη φροντίδα προς το αγαπημένο τους ζώο. Μέσα από αυτές τις σχέσεις ανασαίνουν λίγο ανθρωπιά, λυτρώνονται, ακόμη και με την τραγική τους κατάληξη, όπως ο Αποστόλης επιλέγει για «ευτυχισμένο» τέλος να αυτοκτονήσει δίπλα στον έρωτα της ζωής του, τη Θεανώ, που κείτεται δίπλα του νεκρή.

 

3

Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης με Το Χιόνι των Αγράφων δεν καταθέτει μια μυθιστορηματική μαρτυρία της πορείας των αόπλων, αν και έχει διεξαγάγει έρευνα και έχει βασιστεί σε πρωτογενές ιστορικό υλικό[6]. Δεν είναι ο βασικός του σκοπός, η εντελέχεια του έργου του –όπως θα σημείωνε ο Έλιοτ– να μας πληροφορήσει για τα γεγονότα εκείνης της πορείας. Αν ήθελε κάτι τέτοιο, θα ήταν πιο λεπτομερής στην αφήγηση, πιο εξαντλητικός στις περιγραφές, πιο πλουραλιστικός στους χαρακτήρες. Για το συγγραφέα, «τούτη η πορεία δεν ήταν απλώς μια πορεία, ήτανε κάτι παραπάνω» (σ. 144). Μέσα από την εξιστόρηση αυτού του τραγικού γεγονότος, στο πλαίσιο ενός τραυματικού εμφυλίου, ο συγγραφέας εκθέτει και επισημαίνει τη διαχρονική αντίθεση που προκύπτει ανάμεσα στις δογματικές, ιδιοτελείς εξουσίες και τον αγνό ιδεαλισμό όσων τις ακολουθούν. Είναι ένα σχήμα που το αναγνωρίζουμε σε διάφορες εποχές και καταστάσεις. Επομένως, ο Γούσιας, ο Γεωργιάδης και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές του βιβλίου θα μπορούσαν να χωρέσουν ως χαρακτήρες, με άλλα ονόματα και ιδιότητες, ακόμη και στο σήμερα. Ο συγγραφέας, ως ενεργός πνευματικός άνθρωπος, προεκτείνει, λοιπόν, τα διδάγματα εκείνης της ταραχώδους εποχής στους σύγχρονους ιδεολογικούς «πολέμους» και με τη γραφή του μας καλεί σε διαρκή αμφισβήτηση των εξουσιαστικών διαταγμάτων και της τυφλής προσωπολατρίας των ηγετών.

Αν και στους άμεσους στόχους του συγγραφέα δεν είναι να δοθούν απαντήσεις και ερμηνείες στα ανοιχτά ιστορικά ζητήματα του Εμφυλίου, ωστόσο κάτι τέτοιο προκύπτει έμμεσα, με την παραστατική και διεισδυτική δύναμη που διαθέτει η λογοτεχνία. Άλλωστε, το δηλώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας:

Όσες αποστάσεις κι αν κρατάς, ένα βιβλίο είναι μια θέση, κι όταν πρόκειται για λογοτεχνικό βιβλίο που καταγίνεται με την ιστορία είναι μια θέση απέναντι στη λογοτεχνία και στην ιστορία και στην πολιτική[7].

Η σκηνή, όπου ο επιστρατευμένος Κυριάκος Σιάτρας ζητάει από τον Γούσια να αφήσει τον επίσης επιστρατευμένο του αδερφό να γυρίσει πίσω στη χήρα μάνα τους, η οποία δεν μπορεί μόνη της να τα βγάλει πέρα με τις δουλειές στη στάνη και ο αρχηγός δεν του δίνει καμία σημασία, συνεχίζοντας να καρφώνει με το πιρούνι το φαγητό του, μαρτυρά τη σταδιακή αποξένωση της κομματικής ηγεσίας του ΚΚΕ από τις πραγματικές ανάγκες και τις επιθυμίες του λαού και εξηγεί εν μέρει την αποτυχία του ΔΣΕ να πάρει με το μέρος του ευρύτερα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας. Ας αναλογιστούμε πόσο διαφορετικά έδρασε το ΕΑΜ στην Κατοχή όταν, σε αντίθεση προς τους προπολεμικούς πολιτικούς που αναλώνονταν σε κοκορομαχίες για το σύνταγμα και το βασιλιά, απευθύνθηκε στα άμεσα προβλήματα του λαού (πείνα, αρωγή προς τους αποστρατευμένους στρατιώτες) και προσπάθησε να δώσει πρακτικές λύσεις[8]. Γι’ αυτό και εξελίχθηκε σε ένα μαζικό κίνημα. Μετά τον πόλεμο, όμως, ο ελληνικός λαός, εξαντλημένος από τα δεινά της Κατοχής, το μόνο που ήθελε ήταν να επιστρέψει σε μια ειρηνική κανονικότητα και να ξεχάσει. Οι επιτελείς του ΔΣΕ, αντίθετα, τον έσυραν σε μια πολεμική χίμαιρα.

Παρασυρμένοι από την ύβρη της εξουσίας, θολωμένοι από την άτη της τελικής νίκης, επέσυραν τη νέμεση και την τίση, η οποία έπεσε βαριά πάνω στους χιλιάδες ανώνυμους μαχητές. Η δίκη (=δικαιοσύνη) έρχεται χρόνια μετά, με την πένα (και) του Χατζημωυσιάδη, ο οποίος ξεθάβει από το χιόνι τα αθώα θύματα εκείνης της πορείας του 1948 και μας τα συστήνει, σε όλη την αγνή λαμπρότητά τους.   

 

[1] Για τον Εμφύλιο στη μεταπολεμική πεζογραφία βλ. τη διδακτορική διατριβή του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, Η παράσταση της εμφύλιας βίας (1940-1950) στη μεταπολεμική πεζογραφία, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, αδημ. διδακτορική διατριβή, 2015, καθώς και τις μελέτες: Γιάννης Βασιλακάκος, Ο Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος στη μεταπολεμική πεζογραφία (1946-1958), Αθήνα: εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2000 και Δημήτρης Ραυτόπουλος, Εμφύλιος και λογοτεχνία, Αθήνα: εκδ. Πατάκη, 2012.

[2] Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, 1946-1949, τ. 1, Αθήνα: εκδ. Βιβλιόραμα, 42006, σ. 482-487.

[3] Γιώργος Μαργαρίτης, ό.π., τ. 2, σ. 120-121, υπ. 22.

[4] Ελένη Σ. Αράπη, «Το χιόνι των Αγράφων», http://www.poiein.gr (28/2/2022).

[5] Νίκος Προσκεφαλάς, «Η προδοσία ως διαχρονική ιστορική συνθήκη», http://www.periou.gr (19/2/2022).

[6] Δημήτρης Χριστόπουλος, «Η πορεία των αόπλων. Μια αφήγηση επιστροφής και μνήμης», Νέα Παιδεία, τχ. 180 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2021).

[7] Μαρία Σφυρόερα, «Το χιόνι των Αγράφων», https://www.ert.gr (5/3/2022).

[8] Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, Αθήνα: εκδ. Αλεξάνδρεια, 1994, σ. 125.

 

https://booksjournal.gr/kritikes/logotexnia/3989-i-dikaiosyni-tis-grafis?fbclid=IwAR394dzxXZmW44u_WRV1yRn3bMolamm9bNKB_xnFvkrGBf8Jbo52RWN0QoM 

Δεν υπάρχουν σχόλια: