28.5.22

«Το αμφι-λεγόμενον της έσω Μονο- βασιάς του Γιάννη Ρίτσου. Από τη “Συμφωνία του έαρος” στο ελεγειακό τραγούδι των τελευταίων “Δευτερολέπτων”. Μια αντιστικτική ανάγνωση» (Γράφει η Παναγιώτα Λάσκαρη)


Κάθετος βράχος- όλη μέρα να πίνει το λιοπύρι,

Να το κρατάει στα σπλάχνα του κατάντικρυ στο πέλαγο,

Κι εσύ με την πλάτη ακουμπισμένη στο βράχο, με το στήθος

Ολάνοιχτο στη θάλασσα,-μισός φωτιά, μισός δροσιά,

Κομμένος εγκάρσια, διπλός, σ΄ έναν αγώνα μόνο

Να σμίξεις το νερό με την πέτρα.(1)

 

Η μοναδική στην ιδιαιτερότητά της συνάφεια ποίησης και ζωής και η ποιητική ιδιοπροσωπία του Γιάννη Ρίτσου συνεπαίρνει με την πολυπρισματικότητά της, αλλά και αινιγματικά προκαλεί με τον αμφι-λεγόμενο χαρακτήρα της, που διέπει ως δυναμική απροσδιοριστία το ποιητικό του σύμπαν.

Από τα έργα της νεότητας, όπως η Εαρινή συμφωνία, ως τα Δευτερόλεπτα του τέλους, ο αναγνώστης, και δη ο μελετητής της ποίησής του, μπορεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη ενός πολυφωνικού έργου όπου ο ποιητής μισός φωτιά, μισός δροσιά, κομμένος εγκάρσια, διπλός, αγωνίζεται να σμίξει ανεξάρτητες, αλλά και αρμονικά σχετιζόμενες μεταξύ τους, μελωδικές γραμμές στο ενιαίο σώμα μιας αράγιστης ολοκληρίας, επιτυγχάνοντας μια υψηλής ποιότητας σύνθεση.

Λόγοι τόσο εξωτερικοί όσο και εσωτερικοί μας παρώθησαν, απ΄το corpus του πολύμορφου και πολυτροπικού έργου του Ρίτσου, να επιχειρήσουμε μια ενδεικτική αντιστικτική ανάγνωση των συγκεκριμένων αυτών συλλογών, με πλήρη επίγνωση ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να αφορά και σε άλλα του κείμενα, μιας και η αντίστιξη, ως η τεχνική της σύνθεσης δύο ή περισσοτέρων μελωδικών γραμμών που ξεχωρίζουν μεταξύ τους μέσα στην ενοείδεια ενός πολυφωνικού έργου, είναι κύριο χαρακτηριστικό της ποίησής του που από φυσικού της ρέπει προς τη μουσική απροσδιοριστία.(2) Μια απροσδιοριστία όπου το αμφι-λεγόμενον, ως αυτό που αναφέρεται σε αμφότερα τα μέρη, ως αυτό που λέγεται κατ΄άμφω και ως αυτό που κατανοείται και ερμηνεύεται εκατέρωθεν, δεν περιγράφει απλώς τη ζωή, αλλά εκφράζει την ένταση του διαλόγου των στοιχείων που την πραγματώνουν(3).

Κάποιοι απ΄τους λόγους που θα μπορούσαν να παρωθήσουν τον επαρκή αναγνώστη ή τον μελετητή να προσεγγίσει ερμηνευτικά τις δύο αυτές συλλογές, ανιχνεύοντας ένα πιθανό διάλογο μεταξύ τους, είναι οι ακόλουθοι:

1.Ο ποιητής γεννιέται άνοιξη, 1η /14ηΜαίου του 1909. Η Εαρινή Συμφωνία, ένα συμφωνικό ποίημα αποτελούμενο από 27 επιμέρους ποιήματα, κυκλοφορεί το 1938, σε μια περίοδο της ζωής του  που παρατεταμένα οικογενειακά δράματα και η περιπέτεια της προσωπικής του υγείας φαίνεται να διεκδικούν από τον ποιητή μια ουσιαστική αναγέννηση. Η ζωή διεκδικεί τα δικαιώματά της, η νεότητα το ίδιο, το έαρ, λέξη με πολύσημη και δυναμική συμβολική, διοχετεύει και εκτονώνει στην ποίηση του Ρίτσου για πρώτη φορά την ενέργεια του έρωτα, ως μιας μουσικής συμφωνίας φυσικών συμπαντικών δυνάμεων που καθαγιάζει σε κλίμα μεθυστικής ευφορίας την πλήρη στιγμή, η οποία καθρεφτίζει την αιωνιότητα στο κάλλος της σχέσης των εραστών.

Ο Ρίτσος πεθαίνει φθινόπωρο, 11 Νοεμβρίου του 1990, την ίδια ημερομηνία με την πολυαγαπημένη μητέρα του. Τα Δευτερόλεπτα μαζί με άλλες τρεις συλλογές συναπαρτίζουν τα τελευταία ποιητικά του κείμενα, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του από τις εκδόσεις Κέδρος με τον τίτλο Αργά, πολύ Αργά μέσα στη νύχτα. Το φθινόπωρο της ζωής του και το φθινόπωρο του τέλους του γίνονται διάφανα στα Δευτερόλεπτα. Ένας κύκλος ολοκληρώνεται, απ΄το έαρ του έρωτος ως το φθινόπωρο της μοναξιάς των γηρατειών και το αδυσώπητο υπαρξιακό ρίγος ενώπιον του θανάτου. Απ΄ την εκκωφαντική, και κάπως εξεζητημένη (4), υμνωδία της άνοιξης ως το ελεγειακό τραγούδι των τελευταίων Δευτερολέπτων που εισάγουν σταδιακά σ΄έναν αμετάκλητο χειμώνα. 82 ολιγόστιχα ποιήματα, 82 δευτερόλεπτα που μετρούν αντίστροφα τον χρόνο, και ο ποιητής να γράφει την τελευταία λέξη κυμαινόμενος σ΄ έναν χρόνο απροσδιόριστο, μεταξύ ζωής και θανάτου, λίγο πριν τα 82 του χρόνια…

Και,ενώ στην Εαρινή Συμφωνία τον ακούμε να θριαμβολογεί και να λέει: Έτσι σεμνός ανθρώπινος ακέριος/έτσι πασίχαρος κι αθώος/θα περάσω/κάτω απ΄τις ανθισμένες ακακίες/των χαδιών σου/και θα ραμφίσω/ το πάμφωτο τζάμι του έαρος,στο 49ο Δευτερόλεπτο διαπιστώνει με θλίψη και αναρωτιέται: Έφυγαν τα πουλιά, τα φύλλα, τ΄άστρα./ Τώρα,/σε μια σταγόνα νερό,/τί ταξίδι να κάνεις; Και πάλι πίσω στην Εαρινή Συμφωνία: Πόσο είμαι νέος/Πόσο είμαι νέος/κάτω απ΄τα βλέφαρα σου, για να τον ακούσουμε στο 43ο Δευτερόλεπτο να αυτοβιογραφείται: Δοκίμασε ν΄ανέβει πάλι/τη μεγάλη σκάλα./Δεν άντεξε./Κατέβηκε ξανά στηριγμένος/ στην κούρασή του.

 

 

  1. Η εκστατική αγρυπνία της ύπαρξης που είναι ο ‘Ερωτας και η μεθεκτική παραφορά του, που είναι μια ζώσα πραγματικότητα, αφού ως πληρότητα στο παρόν φαίνεται να δίνει ένα δυνατό ράπισμα στον θάνατο, ακόμα και μετά τον αποχωρισμό των αγαπημένων, είναι μια μελωδική γραμμή που αποκτά μέσα στο έργο του Ρίτσου πλήρως το νόημά της, αν συνηχηθεί με μιαν άλλη, όπου η παντοδυναμία του Έρωτα αίρεται στα Δευτερόλεπτα των προσωπικών συναισθημάτων και της πικρίας απέναντι στη ματαίωση του παρελθόντος μέσα από ένα παρόν απελπιστικά μοναχικό. Στα Δευτερόλεπτα έχουμε την αίσθηση ότι η απουσία του Έρωτα δεν είναι η απουσία της ιδανικής σχέσης των ιδανικών εραστών, αλλά κάτι καθολικό, πιο βαθύ και αποκαλυπτικό: πρόκειται για την τραγική αίσθηση της απουσίας αυτών ΄΄που εγκαταλείψαμε΄΄ και εκείνων που μας ΄΄εγκατέλειψαν΄΄, την απουσία της δύναμης για εκστατική αναφορά, αφού το έρεβος του επερχόμενου βιολογικού θανάτου έρχεται ενοχικά να συσπειρωθεί με κείνους τους έρωτες του παρελθόντος-με ανθρώπους, με ιδέες, με ιδεολογίες, με καθετί ερωτεύσιμο του κόσμου τούτου- που πρόδωσαν ή προδόθηκαν. Και είναι η επίγνωση αυτή που καθιστά το έρεβος ακατανίκητο. Έτσι, στην Εαρινή Συμφωνία διαβάζουμε ότι η αγαπημένη βηματίζει μ΄ένα πλατύ ανοιξιάτικο φόρεμα/που ευωδιάζει πράσινα φύλλα/και φρεσκοπλυμένο ουρανό, όταν στο 70ο Δευτερόλεπτο: Τυφλώθηκε ο καθρέφτης όπου πέρασαν/φάσματα ωραίων γυναικών./Στον διάδρομο,/μένει κατάχαμα στο πάτωμα/σβηστό το ασημένιο κηροπήγιο. Και στο 82ο Δευτερόλεπτο ο ποιητής ως τίμιος παίκτης, για να θυμηθούμε τον τόσο καίριο χαρακτηρισμό του Τάσου Λειβαδίτη(5) για τον Ρίτσο, μονολογεί: Ξαναγυρνάμε σ΄αυτά που εγκαταλείψαμε,/ σ΄εκείνα που μας εγκατέλειψαν. Στα χέρια μας/ένα πλήθος κλειδιά, που δεν ανοίγουν/ούτε πόρτα ούτε συρτάρι ούτε βαλίτσα/χτυπάμε το ΄να στ΄άλλο και χαμογελάμε/μην έχοντας πια να ξεγελάσουμε κανέναν/ούτε τον ίδιο τον εαυτό μας.

3.Ένας τρίτος λόγος που θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρή παρώθηση για την αντιστικτική ανάγνωση των δύο συλλογών είναι η μουσική, ως εσωτερική ΄΄ηχητική΄΄ και τέχνη του χρόνου που, μαζί με τη ζωγραφική, τέχνη του χώρου, ορίζουν την ιδιομορφία του ύφους του Ρίτσου και κινούν την ποίησή του σε τέσσερεις διαστάσεις. Η ποίησή του μεταστοιχειώνει  και τις δυο αυτές ροπές σε μια τρίτη, ενοποιητική, όπου ο χώρος  υποστασιάζεται  απ΄το χρόνο και το αντίστροφο, σε μια τέτοια περιληπτική διάρκεια, ώστε οι λέξεις να γίνονται όντως τα πράγματα, όχι ως αντικείμενα, αλλά ως ενεργούμενες σχέσεις προσωπικών και απροσδιόριστων στην ελευθερία τους ετεροτήτων.

Η Εαρινή Συμφωνία, το λέει ο τίτλος της, δικαιώνει την παραπάνω διαπίστωση. Και δεν είναι τυχαίο πως όλοι σχεδόν οι τίτλοι των ποιητικών συλλογών του Ρίτσου, εκείνης της περιόδου, καθρεφτίζουν τη μουσική του ευαισθησία και στόχευση: Επιτάφιος (θρήνος),Το τραγούδι της αδελφής μου, Εαρινή Συμφωνία, Το εμβατήριο του ωκεανού, Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής, και ο κατάλογος δε σταματά εδώ. Όσο για τα Δευτερόλεπτα του τέλους, αυτά που τολμήσαμε να αποκαλέσουμε στο σύνολό τους, λόγω του περιεχομένου και του μουσικού ύφους τους, ελεγειακό τραγούδι, θα περιοριστούμε σε μια καίρια, κατά την εκτίμησή μας, επισήμανση: και εδώ πρωταγωνιστής είναι ο χρόνος, ο χρόνος που ως μουσική υπερβαίνει τα σαφή περιγράμματα των λογικών και εκφραστικών μέσων(6) και δεν παριστάνει, ούτε περιγράφει, αλλά υποβάλλει και φέρνει τον ποιητή και τον αναγνώστη σε γόνιμο διάλογο, μέσα στην πλήρη στιγμή της δευτερόλεπτης αιωνιότητας, με τα συναισθήματά του, την ψυχή του την ίδια. Και τότε το βάθος της ανθρώπινης ψυχής αποκαλύπτεται από ένα γλωσσικό κλαβιέ που μπορεί να τραγουδήσει σε όλες τις κλίμακες, και με διαφορετικό κάθε φορά ηχόχρωμα, το απύθμενο των ανθρώπινων συναισθημάτων. Διαβάζουμε ενδεικτικά απ΄την Εαρινή Συμφωνία: Αγαπημένη/ όλη η ψυχή μου τρέμει/ φύλλωμα ευγνωμοσύνης, για να περάσουμε με μια έντεχνη και αυτόχρημα αυθόρμητη μετατροπία στο 47ο Δευτερόλεπτο: Δεν απλώνει το χέρι του πια/ να χαιρετήσει/ ένα πουλί, ένα σύννεφο, ένα δέντρο./Μα, να, που ένα λουλούδι ανοίγει/παρτρύνοντάς τον/ να πει και πάλι ΄΄ευχαριστώ΄΄./Πες το.

  1. Αβίαστα εκ των ανωτέρω απορρέει μια τέταρτη παρατήρηση που έχει να κάνει με τις αντιστικτικές φωνές, που συνηχούνται όχι μόνο από την εσωτερική ανταπόκριση των δύο συλλογών, αλλά και εντός του ποιητικού σώματος εκάστης, καθώς έχει κανείς την αίσθηση ότι αισθήματα, πράξεις, βιώματα αμφιρρέπουν με έναν μουσικά απροσδιόριστο τρόπο ανάμεσα στο παρόν και την αιωνιότητα, το καθημερινό και το μεταφυσικό, το εφήμερο και το άχρονο, τον έρωτα και τον θάνατο, τη μόνωση και την ερωτική έκσταση, την ερωτική πληρότητα και τον μοναχικό δρόμο του εκλεκτού και αποφασισμένου, το αδιέξοδο και την ελπίδα, το άλγος των γηρατειών και το πείσμα μιας αγέραστης ψυχής. Στην Εαρινή Συμφωνία η πιο δυνατή αντιστικτική στιγμή είναι η κορύφωση της συνήχησης των δύο ανεξάρτητων μελωδικών γραμμών που απαρτίζουν και την ουσία της: από τη μια το θείο δώρο της γένεσης και της πληρότητας του έρωτα, και από την άλλη η ακατανίκητη έλξη της διάρρηξης κάθε δεσμού που απειλεί την ελευθερία, την προορισμένη για τα μεγάλα έργα. Και για του λόγου το αληθές, ας διαβάσουμε τους σχετικούς στίχους, μετά τη μεγάλη απόφαση του αποχαιρετισμού: Όχι. Όχι./ Δεν θέλω να φύγω/ Κράτησέ με/…Φοβούμαι σιμά σου/ κι όμως αγαπώ το δέος μου.

Από την άλλη, στα Δευτερόλεπτα, με την ισχυρή ελεγειακή γραμμή του άλγους των γηρατειών, του πένθους μπροστά στο ανερμήνευτο του επικείμενου θανάτου, της οδύνης για το ατελέσφορο ,ενδεχομένως, της ποίησης, της έσχατης υπαρξιακής αγωνίας ενώπιον της φθοράς που συντελείται σε όλα τα επίπεδα, έρχεται αντιστικτικά να συνομιλήσει μια άλλη μελωδική γραμμή που με πείσμα ριπίζει με φως το σκοτάδι.

Ας διαβάσουμε αντιστικτικά  μερικά δευτερόλεπτα: 1η μελωδική γραμμή, δευτ.41ο:Δεν καταθέτει τα όπλα. Ζητάει ν΄αντιτάξει/κάτι όμορφο στην επερχόμενη νύχτα./Όμως το κάθε ωραίο είναι διάφανο/και πίσω του διαφαίνεται ο ασφοδελός λειμώνας.Δευτερ.39ο:Όπου κι αν πας, ο θάνατος/σε παίρνει από πίσω./Γυρνάς μια στιγμή και του δείχνεις/ένα μικρό λουλούδι ή ένα ποίημα/κι ο θάνατος φεύγει./Όμως για πόσο; Δευτερ.24ο:Τοποθετεί μια πέτρα πάνω στην άλλη./Δε χτίζει σπίτι./ Λέξεις. Μονάχες λέξεις./Όχι ποίημα.     2η μελωδική γραμμή, Δευτ.63ο Ακόμη και τώρα, πότε πότε/μπορείς μ΄ένα ελάχιστο τριφύλλι/να ξεκλειδώσεις τον κόσμο.Δυτερ.75οΜια μικρή περαστική πεταλούδα/ μου ΄μαθε πάλι να διαβάζω το γαλάζιο….Δευτ.34ο Μια πεταλούδα γαλανή/ πάνω σε μια λευκή μαργαρίτα./Με έπεισε. Δευτ.17ο Κάποτε, ακόμη και τώρα, τις νύχτες,/ένα αηδόνι μου υπαγορεύει/να πω και πάλι ΄΄ναι΄΄.

5.Ένας τελευταίος και, κατά την εκτίμησή μας, κύριος λόγος να επιχειρήσει κανείς μια αντιστικτική ανάγνωση των δύο συλλογών είναι το γεγονός της σταδιακής επίτευξης ενός στόχου που φαίνεται να τίθεται πιο έντονα από τον ποιητή κατά τη δεύτερη ποιητική περίοδο, που γέννησε και την Εαρινή Συμφωνία, και να πραγματώνεται πολυεπίπεδα στα έργα της τελευταίας περιόδου, στην οποία ανήκουν και τα Δευτερόλεπτα. Ο στόχος αυτός είναι αμφίπλευρος και θα μπορούσε να περιγραφεί ως ο διακαής πόθος της λυρικής πρόσληψης και βίωσης της αλήθειας του κόσμου από το ποιητικό υποκείμενο, σε μια πορεία διάνοιξης, καθολικοποίησης και εν τέλει δικαίωσης της προσωπικής εμπειρίας, η οποία βρίσκεται στον αντίποδα της ατομικής, καθώς έχει φορά πάντοτε εκστατική, κοινωνιοκεντρική.

Αυτός ο πόθος, σε μια λιγότερο ώριμη εκδοχή του, εκφράζεται στην Εαρινή Συμφωνία και αυτός είναι που ουσιαστικά καθοδηγεί την ανίστιξη εντός του ποιητικού της σώματος. Θ΄αφήσω/τη λευκή χιονισμένη κορυφή/που ζέσταινε μ΄ένα απέραντο χαμόγελο/την απέραντη μόνωσή μου, λέει ο ποιητής, με την ισχυρή προθετικότητα της απόφασης που προηγείται της πράξης, προκειμένου να εισέλθει στη μυσταγωγία του Έρωτα. Και είναι ο ίδιος πόθος που, μεταστοιχειωμένος, τον καλεί να διαρρήξει τον ερωτικό δεσμό, για να μπορέσει ελεύθερος να διαχυθεί στο σύνολο, ώστε να επιτελέσει τον κοινωνικό του προορισμό.

Μετά το 1940, σταδιακά, εξαφανίζεται ΄΄και αυτή η εμπρόθετη έκφραση της καθολικότητας των αιτημάτων΄΄ (7) μέσα στην ποίησή του. Το ποιητικό εγώ ταυτίζεται πια με το εμείς κατά τρόπο αυτόματο και αυτονόητο και αυτή η ταύτιση διέπει την ποίησή του μέχρι το τέλος, μια ποίηση που, μετά τον λυρισμό της δευτέρας περιόδου, γίνεται εξελικτικά δραματική, για να εισέλθει αργότερα στον χώρο του τραγικού(8 )και να καταλήξει πάλι, κάνοντας το σχήμα του κύκλου, σ΄έναν ώριμο λυρισμό που εγκιβωτίζει όλα τα προηγούμενα και όπου ο ποιητής έχει υπερβεί και αυτό ακόμα το εμείς της μέσης περιόδου των κοινωνικών αγώνων και της δράσης. Ώριμος πια τόσο από τις ευστοχίες όσο και από τις αστοχίες , προσωπικές και συλλογικές, του παρελθόντος, ώριμος πια, αλλά και ενίοτε πικραμένος,  συσσωματώνεται με τον καθένα από μας και οικειοποιείται σε τέτοιο βαθμό τον ανθρώπινο πόνο, τους καημούς και τα συναισθήματα των συνανθρώπων του, έτσι που το εμείς, που κάποτε μπορεί να παρέπεμπε και σε ένα πιο συντροφικό εμείς, τώρα γίνεται ένα εκείνος, εκείνος(9)που είναι ο ίδιος ο ποιητής ως δημιουργός, διαχεόμενος στο κάθε μοναδικό ανθρώπινο πρόσωπο ξεχωριστά,  έτσι που να αναδεικνύει την ανυπέρβλητη αξία του ανθρώπινου όντος μέσα στην ίδια του την πτώση, με εξαιρετική, όμως, συχνά τη δύναμη να την υπερβαίνει.

Γι΄αυτό και στα Δευτερόλεπτα του τέλους το ποιητικό εγώ αντιστικτικά μελωδείται με το ποιητικό εκείνος, που κινείται σε όλα τα ρηματικά πρόσωπα, για να ανασύρει απ΄το βάθος τους την αλήθεια του γίγνεσθαι στα αντιφατικά, πολλές φορές, δευτερόλεπτα της εσωτερικής τους ζωής. Ο ποιητής επιτυγχάνει, έτσι, το έργο του αληθινού καλλιτέχνη, την απόσβεση της ατομικότητας και την πραγματική κατάφαση στον Έρωτα, τον έρωτα ως εκστατική αναφορά όχι μόνο προς κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά προς το ανθρώπινο πρόσωπο εν γένει, γεγονός που προυποθέτει την αποδοχή του εαυτού μας και των άλλων, το τίμιο αντίκρισμά του και στις αναβάσεις και στις καταβάσεις του. Ίσως από κει, πλέον, ξεκινά ένας οραματισμός του μέλλοντος για κείνο που τελεσιουργείται μυστικά, όχι στην πάλη  που υπαγορεύουν οι κοινωνικές συγκρούσεις, αλλά στην πάλη με τον βαθύτερο εαυτό μας, και είναι εκεί που η ποίηση, ως τρόπος της γλώσσας και αξεδιάλυτα ως τρόπος της ζωής, αποκαλύπτει το αμφι-λεγόμενον της ύπαρξης μας, χωρίς διανοητικούς ακροβατισμούς, με μόνη πλοηγό μιαν εμπνευσμένη ευαισθησία της έσω έμπασης, ευαισθησία που ξέρει τον τρόπο πώς να αναδεικνύει, αλλά και να ενοποιεί τις αντινομίες, και πώς να αποκαλύπτει πολυφωνικά το αφανές μέσα από την τέχνη μιας αμφίστομης διαφάνειας.

Και είναι σ΄αυτή την τέχνη της αμφίστομης διαφάνειας που απαιτείται από τον κοινωνό της ποίησης του Γ.Ρίτσου μια διαρκής μαθητεία, γιατί, όπως μας λέει ο ίδιος στο 14ο Δευτερόλεπτο, καθώς συνομιλεί με τον εαυτό του,

Τα πιο πολλά χρυσά σου νομίσματα

Τα ΄κρυψες στις οπές του τοίχου.

Όταν θα γκρεμιστεί το σπίτι

Ίσως τα βρουν.

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Γεωγραφικές καταβολές από τη συλλογή Μονεβασιά.

2.Π.Πρεβελάκη, Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, Βιβλιοπ. της Εστίας,σελ. 92 κ εξ.

  1. Π.Πρεβελάκη, Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, σελ.94.

4.Στ.Διαλησμά, Εισαγωγή στην ποίηση του Γ. Ρίτσου, εκδ. Επικαιρότητα, σελ. 28.

5  Τ.Λειβαδίτη, Η ποίηση του Γ.Ρίτσου,Γ.Ρίτσος-Μελέτες για το έργο του, Αθήνα,1976

6.Π. Πρεβελάκη, Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, σελ.93

7.Ρ.Κακλαμανάκη,Γ.Ρίτσος:Απ΄το εγώ στο εμείς και το εκείνος, Γ.Ρίτσος-Μελέτες για το έργο του, Αθήνα, 1976

8.Τ.Λειβαδίτη, Η ποίηση του Γ.Ρίτσου, σελ.246-247.

9.Ρ.Κακλαμανάκη,Γ.Ρίτσος:Απ΄το εγώ στο εμείς και στο εκείνος, σελ.179-182


http://www.poiein.gr/2022/05/01/%CF%84%CE%BF-%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9-%CE%BB%CE%B5%CE%B3%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CE%BD-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%B5%CF%83%CF%89-%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF-%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83/?fbclid=IwAR1UpDEuZLKu0k0wWbDp4O-GUDMaE8LbmvQ3Nes8HeukiLrvJupLdA2ags8

Δεν υπάρχουν σχόλια: