23.5.19

Σαπφώ: επτά ποιήματα


Σαπφώ, του Karl Agricola, περ. 1839
 Όποιος κα­τα­πιά­νε­ται με τη με­τά­φρα­ση των σαπ­φι­κών με­λών εκτί­θε­ται αυ­τό­χρη­μα στη μομ­φή της απρο­νοη­σί­ας, αν όχι της ύβρε­ως. Για­τί έχει να ανα­με­τρη­θεί με λο­γο­τέ­χνες και φι­λο­λό­γους που αρί­στευ­σαν στη με­τα­φρα­στι­κή γυ­μνα­σία γε­νι­κώς και στη με­τά­φρα­ση της Σαπ­φώς ει­δι­κό­τε­ρα. Αρ­κεί να ανα­φέ­ρω τα ονό­μα­τα του Ηλία Βου­τιε­ρί­δη, του Αρ­γύ­ρη Εφτα­λιώ­τη, του Πα­να­γή Λε­κα­τσά, του Θρα­σύ­βου­λου Σταύ­ρου, του Ιω­άν­νη Θ. Κα­κρι­δή, του Οδυσ­σέα Ελύ­τη, του Δη­μή­τρη Ν. Μα­ρω­νί­τη, του Δα­νι­ήλ Ι. Ια­κώβ και του Νί­κου Χ. Χουρ­μου­ζιά­δη, για να πε­ριο­ρι­στώ μό­νο στους κε­κοι­μη­μέ­νους. Αν απο­τολ­μώ να πα­ρου­σιά­σω εδώ τις με­τα­φρα­στι­κές ασκή­σεις που ακο­λου­θούν, δεν το κά­νω βε­βαί­ως από οί­η­ση: γνω­ρί­ζω ότι δεν μπο­ρώ να συ­να­γω­νι­στώ τους με­γά­λους προ­δρό­μους που προ­α­νέ­φε­ρα.
Τα με­τα­φρά­σμα­τα αυ­τά ας τα εκλά­βουν οι ευ­με­νείς ανα­γνώ­στες και ανα­γνώ­στριες του Χάρ­τη πε­ρισ­σό­τε­ρο ως τρο­χιο­δει­κτι­κές βο­λές: υπο­ση­μαί­νουν την πι­θα­νό­τη­τα να ανα­και­νι­στεί (από άλ­λους, αξιό­τε­ρους από μέ­να) η με­τά­φρα­ση του αρ­χαϊ­κού λυ­ρι­σμού με μέ­σα που θα υπη­ρε­τούν, με­τα­ξύ άλ­λων, δύο βα­σι­κές επι­διώ­ξεις. Κα­μία από αυ­τές δεν εί­ναι πρω­τό­τυ­πη· μά­λι­στα, ίσως εί­ναι και οι δυο τους ανέ­φι­κτες. Πρώ­τον, η με­τά­φρα­ση επι­διώ­κει να δια­τη­ρή­σει, όσο εί­ναι εφι­κτό, την έμ­με­τρη στι­χουρ­γία των πρω­το­τύ­πων. Δεν εν­νοώ, φυ­σι­κά, ότι οφεί­λει κα­νείς να απο­μι­μη­θεί τον προ­σω­δια­κό ρυθ­μό της αρ­χαί­ας ποί­η­σης με τα το­νι­κά μέ­τρα της νέ­ας: ένα τέ­τοιο εγ­χεί­ρη­μα θα ήταν άσκο­πο, και τα απο­τε­λέ­σμα­τά του μάλ­λον κά­τω του με­τρί­ου. Θα εί­χε όμως νό­η­μα να φρο­ντί­σει κα­νείς, ώστε να έχουν τα με­τα­φρά­σμα­τα ανα­γνω­ρί­σι­μη ρυθ­μι­κή αγω­γή, χω­ρίς κα­τ’ ανά­γκη να ανα­πα­ρά­γουν τη με­τρι­κή αυ­στη­ρό­τη­τα του πρω­το­τύ­που. Προς αυ­τή την κα­τεύ­θυν­ση προ­σπά­θη­σα να κι­νη­θώ στη με­τά­φρα­ση των εφτά ποι­η­μά­των που ακο­λου­θούν. Δεύ­τε­ρον, η με­τά­φρα­ση απο­πει­ρά­ται να ψη­λα­φή­σει ένα με­τα­φρα­στι­κό ήθος ανε­ξί­γλωσ­σο, που απο­φεύ­γει αγκυ­λώ­σεις και αγκα­λιά­ζει έναν γλωσ­σι­κό ορί­ζο­ντα όσο γί­νε­ται πλα­τύ­τε­ρο. Ας μην πα­ρε­ξη­γη­θώ: δεν εν­νοώ, βε­βαί­ως, να φο­ρέ­σω στη με­τα­φρα­σμέ­νη Σαπ­φώ το για­σμά­κι της ελ­λη­νι­κής δια­χρο­νί­ας, της εθνο­γλωσ­σι­κής συ­νέ­χειας, η όπως αλ­λιώς λέ­γε­ται σή­με­ρα το γνω­στό ιδε­ο­λό­γη­μα. Ού­τε και έχω την ψευ­δαί­σθη­ση ότι προ­τεί­νω εδώ κά­τι εξό­χως και­νο­τό­μο. Θέ­λω απλώς να συ­νε­χί­σω ένα εγ­χεί­ρη­μα που άλ­λοι με­τα­φρα­στές της κλα­σι­κής γραμ­μα­τεί­ας έχουν ήδη ξε­κι­νή­σει: να δο­κι­μά­σω δη­λα­δή μέ­χρι ποιο ση­μείο μπο­ρεί το οπλο­στά­σιο της με­τά­φρα­σης να εν­σω­μα­τώ­σει εκ­φρα­στι­κά μέ­σα από την ελ­λη­νι­κή ποι­η­τι­κή πα­ρά­δο­ση στο μέ­γι­στο δυ­να­τό εύ­ρος της, χρο­νο­λο­γι­κό και ει­δο­λο­γι­κό. * Αυ­τό που κα­μία με­τά­φρα­ση δεν μπο­ρεί να φα­νε­ρώ­σει εί­ναι το πλαί­σιο στο οποίο τρα­γου­διού­νταν τα ποι­ή­μα­τα της Σαπ­φώς — για­τί βέ­βαια δεν αμ­φι­βάλ­λει κα­νείς ότι προ­ο­ρί­ζο­νταν να τρα­γου­δη­θούν. Για πολ­λές δε­κα­ε­τί­ες, η κα­θε­στη­κυία άπο­ψη ήθε­λε τη λυ­ρι­κή ποί­η­ση των αρ­χαί­ων Ελ­λή­νων νε­ω­τε­ρι­κή έκ­φρα­ση μιας ανα­δυό­με­νης ατο­μι­κό­τη­τας. Κα­τά την άπο­ψη αυ­τή, ο αρ­χαϊ­κός λυ­ρι­σμός απο­ποιεί­ται την απρό­σω­πη, υπο­τί­θε­ται, αφή­γη­ση των ομη­ρι­κών επών, για να προ­βά­λει μια προ­σω­πι­κή φω­νή, άμε­ση και πρω­τά­κου­στη, που δεν πε­ρι­γρά­φει πιά μά­χες και πε­ρι­πέ­τειες ενός μα­κρι­νού πα­ρελ­θό­ντος, αλ­λά κα­τα­γρά­φει, εν θερ­μώ, υπο­κει­με­νι­κά συ­ναι­σθή­μα­τα και αντι­δρά­σεις, κά­πο­τε αντι­συμ­βα­τι­κές. Τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες, ωστό­σο, οι με­λε­τη­τές του αρ­χαϊ­κού λυ­ρι­σμού διε­θνώς στρέ­φο­νται όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο προς ένα νέο μο­ντέ­λο ανά­γνω­σης. Το μο­ντέ­λο αυ­τό, χω­ρίς να επι­μέ­νει στην ιδιο­προ­σω­πία του ποι­η­τι­κού υπο­κει­μέ­νου (αλ­λά και χω­ρίς κα­τ’ ανά­γκη να την αρ­νεί­ται), προ­τι­μά να ανα­δει­κνύ­ει τον δια­κει­με­νι­κό διά­λο­γο των ποι­η­μά­των με την προ­γε­νέ­στε­ρη πα­ρά­δο­ση, της επι­κής συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης, και υπο­γραμ­μί­ζει το δη­μό­σιο πλαί­σιο της εκτέ­λε­σής τους—σε γιορ­τές, σε τε­λε­τουρ­γι­κές πε­ρι­στά­σεις, σε συ­μπό­σια και αλ­λού. Πρό­κει­ται για πε­ρί­πλο­κο ζή­τη­μα, που δεν μπο­ρεί βε­βαί­ως να ανα­λυ­θεί (πό­σο μάλ­λον να λυ­θεί) στον πε­ριο­ρι­σμέ­νο χώ­ρο αυ­τού του ει­σα­γω­γι­κού ση­μειώ­μα­τος. Πε­ρισ­σό­τε­ρα, ελ­πί­ζω, άλ­λο­τε, αλ­λού. * Με­ρι­κές τε­χνι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες. Οι τί­τλοι των (εν πολ­λοίς απο­σπα­σμα­τι­κών) ποι­η­μά­των που ακο­λου­θούν εί­ναι δι­κοί μου — και εί­ναι αυ­θαί­ρε­τοι. Οι αγκύ­λες δη­λώ­νουν, σύμ­φω­να με την πά­για φι­λο­λο­γι­κή σύμ­βα­ση, κεί­με­νο που λό­γω φυ­σι­κής φθο­ράς δεν έχει σω­θεί στον πά­πυ­ρο· λέ­ξεις που πε­ριέ­χο­νται εντός αγκυ­λών εί­ναι συ­μπλη­ρώ­μα­τα των φι­λο­λό­γων. Για το αρ­χαίο κεί­με­νο χρη­σι­μο­ποί­η­σα την έκ­δο­ση των Edgar Lobel και Denys Page Poetarum Lesbiorum Fragmenta (Οξ­φόρ­δη 1955). Για το «Πα­ρά­πο­νο των γη­ρα­τειών», από­σπα­σμα που ήρ­θε στο φως το 2005, βα­σί­στη­κα στην έκ­δο­ση του Dirk Obbink “Sappho Fragments 58–59: Text, Apparatus Criticus, and Translation”, στο: E. Greene και M. Skinner (επιμ.), The New Sappho on Old Age: Textual and Philosophical Issues (Cambridge, MA, και Washington, DC, 2010), σσ. 176–199. Έλα­βα όμως υπό­ψη τις συ­μπλη­ρώ­σεις που πρό­τει­νε ο M. L. West στο The Times Literary Supplement τχ. 5334 (24 Ιου­νί­ου 2005). Η «Μο­να­ξιά» εί­ναι μάλ­λον ανώ­νυ­μο λαϊ­κό ποί­η­μα, αν και ο πα­ροι­μιο­γρά­φος Αρ­σέ­νιος το απο­δί­δει στη Σαπ­φώ· εδώ, για το αρ­χαίο κεί­με­νο βα­σί­στη­κα στην έκ­δο­ση του Denys Page Poetae Melici Graeci (Οξ­φόρ­δη 1962). Εγκάρ­διες ευ­χα­ρι­στί­ες απευ­θύ­νω και από εδώ στον Μά­ριο Πο­ντί­κα για τις καί­ριες υπο­δεί­ξεις του, που βελ­τί­ω­σαν τη με­τά­φρα­ση σε πολ­λά ση­μεία. Για τις αστο­χί­ες που απο­μέ­νουν φέ­ρω ακέ­ραιη την ευ­θύ­νη.
 Β. Λ.

Προς άμουση ποιήτρια

Νεκρή, θα κείτεσαι στο χώμα. Μνήμηδική σου ο μέλλοντας καιρός δεν θα φυλάξει.Στης Πιερίας τα ρόδα εσύ μερίδιο δεν έχεις.Ανώνυμη θα τριγυρνάς και μες στον Άδη,σαν θα πετάξεις στις αχνές σκιές των πεθαμένων.
(απ. 55 Lobel/Page)

Επιθαλάμιο

Έτσι και το γλυκόμηλο που ροδοκοκκινίζειστην άκρη-άκρη το κλωνί, στο πιο ψηλό κλαράκι,κι οι τρυγητές το ξέχασαν — όχι, δεν το ξεχάσαν:μόνο που δεν μπορούσανε τόσο ψηλά να φτάσουν.
(απ. 105(a) Lobel/Page)

Άλλο επιθαλάμιο

Καλέ γαμπρέ, με τι να πω σωστά πως μοιάζεις;Με λυγερό, θα πω, κλαδί προπάντων μοιάζεις.
(απ. 115 Lobel/Page)

Ερωτική αντιζηλία

Μου φαίνεται ίσος με θεό πως είναικείνος ο άντρας που απέναντί σουκάθεται, και που τη γλυκιά φωνή σουσκύβει ν’ ακούσεικι αυτό το γέλιο σου που ανάβει πόθους. Μα εμέναμέσα στα στήθια σπαρταρά η καρδιά μου: λίγομονάχα αν σε κοιτάξω, τότε αμέσως σβήνει η φωνή μου,βουβαίνεται η γλώσσα τσακισμένη· νιώθωκάτω απ’ το δέρμα μου μια σιγανή να τρέχειφλόγα· τα μάτια μου δεν βλέπουν· βουίζουνε τ’ αφτιά μου·με περιλούζει κρύος ιδρώτας· με κυριεύειολόκληρη ένα τρέμουλο· στην όψηγίνομαι πιο χλωρή κι απ’ το χορτάρι· λίγο ακόμακαι θα μου βγει η ψυχή, νομίζω.Μα όλα πρέπει να τ’ αντέξω. . .
(απ. 31 Lobel/Page)

Προσευχή στην Αφροδίτη

Θεά που καθίζεις σε θρόνο περίτεχνο,του Διός θυγατέρα, Αφροδίτη, που υφαίνεις πλεκτάνες,σε ικετεύω, με πίκρες και βάσανα μην τυραννάς,δέσποινα, την ψυχή μου,
αλλά εδώ φανερώσου, αν κι άλλοτε άκουσεςτη φωνή μου, κι ας ήσουν μακριά μου,και το σπίτι τ’ ολόχρυσο του πατέρα σου άφησεςγια νά ’ρθεις σε μένα.
Το αμάξι σου έζεψες, και σπουργίτια πανέμορφααπ’ τα ουράνια σε φέρανε σχίζονταςτον αιθέρα, με βία τις φτερούγες χτυπώντας επάνωαπ’ το μαύρο το χώμα,
κι έτσι φτάσαν αμέσως. Κι εσύ, παμμακάριστη,μ’ ένα γέλιο ν’ ανθίζει στο αθάνατο πρόσωπό σου, με ρώτησες σαν τι να ’παθα πάλικαι γιατί πάλι εδώ σε φωνάζω
και σαν τι λαχταρά η τρελή μου ψυχή να πετύχει.«Ποιαν θέλεις να κάνω αυτή τη φοράστην καρδιά της να σε καλωσορίσει; Σαπφώ μου,ποια σ’ αδίκησε πάλι;
Κι αν φεύγει μακριά σου, σε λίγο θα σε κυνηγήσει·αν τα δώρα σου δεν καταδέχεται, ωστόσοθα σου δώσει δικά της· κι αν δεν σ’ αγαπάει, σε λίγοκι άθελά της θα σε αγαπήσει.»
Ω έλα και τώρα, θεά, λύτρωσέ με απ’ τις έγνοιεςτις σκληρότατες· κι όσα η ψυχή μουλαχταρά να γινούν, κάμε συ ν’ αληθέψουν· και στάσουστο πλάι μου σύμμαχος. Έλα!
(απ. 1 Lobel/Page)

Παράπονο των γηρατειών

[Εσείς,] κορίτσια, [στων Μουσών] των ανθοστόλιστων τα δώρα τα όμορφα [να είστε ολόψυχα δοσμένες και] στη λύραπου αγαπά το λιγυρό τραγούδι. Ωστόσο εμένα[τ’ άλλοτε τρυφερό] κορμί μού τ’ [άρπαξε] το γήρας·[ασπρίσανε] και τα μαλλιά που ήταν μαύρα.Βαριά η ψυχή μου· πια δεν με βαστούν τα γόνατά μου,που κάποτε σκιρτούσαν στον χορό σαν ελαφάκια.Συχνά πυκνά θρηνώ για όλα αυτά· μα τι να κάνω;Ο άνθρωπος δεν γίνεται απ’ το γήρας να ξεφύγει.Κάποτε, λεν, τον Τιθωνό η ροδοδάχτυλη τον πήρεΑυγή μέχρι τα πέρατα της γης — τη [λύγισε] ο πόθοςτου ωραίου παλικαριού· μα ακόμη κι έτσι, με τα χρόνια,τον πρόφτασε κι αυτόν το γήρας το λευκό, κι ας είχεαθάνατη γυναίκα.

Μοναξιά


Το φεγγαράκι έγειρε κι η Πούλια. Mεσονύχτι.Περνά η ώρα. Μα εγώκοιμάμαι μοναχή μου.
(απ. 976 Page)

Δεν υπάρχουν σχόλια: