5.5.19

Clarisse Nicoidski (1938-1996), Το στόμα

Ανοιχτό
σαν μια κώχη
όπου θα μπορούσα να ξαπλώσω
κλειστό
σαν μια πόρτα
όταν σκότωναν στον δρόμο
το στόμα που ψεύδεται
με προσμένει
ξέροντας πως γρήγορα ή αργά
θα με σκίσει
*

Στόμα από πέτρα
ανοιχτό σαν φύλλο πάνω στο άσπρο δέντρο
βγάζοντας κραυγές φωτιάς
λόγια
ουρλιάζοντας φυλάξου
από το μάτι που δίχως να ξες
σε κοιτά
ανοιχτό σαν φύλλο πάνω στο άσπρο δέντρο
στόμα από πέτρα
που ήρθε από χρόνους πεθαμένους
σιωπηλή θάλασσα από αλάτι γέλιο ξεραμένο
πέτρα από φύλλο
στόμα από δέντρο
Έχω γυαλί στο στόμα
γι’ αυτό άνοιξε
γι’ αυτό
γελώ εγώ
μιλώ
κι όταν το γυαλί μπαίνει πιο βαθιά
νομίζω πως ακούω
σπασμένο κανάτι
που παίζει
άσμα λησμονημένης χαράς
*
Γραμμένη
γραμμή πρωτογενούς γραφής
λέξη μιας γλώσσας χαμένης
προσπαθώ να σε ακούσω
όταν
κοιμούνται τα μάτια
το πρόσωπο
το μέτωπο
όταν
δεν εισαι τίποτε περισσότερο
από ένα πλεούμενο στο τέλος του ταξιδιού του
τίποτε περισσότερο από μια βωβή γραφή
καμένη από αγωνία
συγκλονισμένη από τη σιωπή
καταμεσής στο πρόσωπό μου
παίρνοντας τον δρόμο των ματιών
με αυτά πηγαίνοντας
δεν ξέρω πια ποιος με κοιτά
ποιος μου μιλά
ποιος θα εξυγιάνει αυτό το αίμα
που μια μέρα ούτε που ξέρω πότε
στάθηκε γύρω από μια τρύπα
υπήρξε ζωή
κι έγινε στόμα
*Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018 του περιοδικού “Ένεκεν”. Μετάφραση: Σάμης Ταμπώχ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: