1.4.21

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΦΤΑΝΤΖΗΣ (1920-12/3/1998) Ο ελεγειογράφος των Σερρών


Ο ποιητής των Μοιρολογίων και των Ελεγειών, του Νίκου Μπελογιάννη και της Μπαλάντας του Φεγγαριού, ο ποιητής των
Αναθημάτων, ο Μαλέας – όπως τον αποκαλούσαν – της οδού
Σουφλίου 1 είναι ο ελεγειογράφος εκείνος που τίμησε με τρόπο ανεπανάληπτο όλους όσους αγάπησε, σεβάστηκε και θρήνησε. Και η γενιά του ’40 είχε να θρηνήσει: εκτελεσμένους του Εμφυλίου, ανάπηρα παιδιά, προδομένα όνειρα. Η ικανότητά του αυτή να τιμά ξεκίνησε στα είκοσί του χρόνια με το μοιρολόι για τη δεκαοκτάχρονη Ιωάννα, την πρόωρα χαμένη αδελφή του, και από τότε το μοιρολόι του εκφεύγει των ορίων της ατομικότητας, διαπερνά τους τοίχους εκείνου του σπιτιού, αφήνει πίσω του το οικογενειακό δράμα και φτάνει ως τις μέρες μας, γενόμενος ο λόγος του ένα διαρκές προσκλητήριο νεκρών, από το γελαστό παιδί με το γαρίφαλο, τον Μπελογιάννη, ως τον Λόρκα, κι απ’ τον ανθυπολοχαγό Βασίλη Μαδεμλή ως τους θαμώνες παλιών κιτρινισμένων φωτογραφιών.
Παρ’ όλο που στην ποίηση του Καφταντζή δεν παρατηρούνται νηπτικές εκλάμψεις, ούτε και μεταφυσικές υπερβάσεις, ωστόσο θεωρώ πως διαπνέεται από την οργή για την επικράτηση του θανάτου στη ζωή – τη λεύτερη βέβαια ζωή.
[...]
Ομαδικέ τάφε με τις παράλληλες σειρές, τη στοιβαγμένη σιωπή
τυπογραφείο βυθισμένο, επιτύμβιο σύνθημα
νύχτα υψωμένη ως το τελευταίο ικρίωμα του κινδύνου
αιμοβόρε τοίχε με τη φλυαρία του αίματος:
«Ελευθερία ή θάνατος».
Και ο θάνατος πανταχού παρών
και η λευτεριά μακρινό και υπέροχο όνειρο.
«XIII», Η μπαλάντα του φεγγαριού, 1961
Γνώριζε καλά πως τα έργα είναι συχνά εκτεθειμένα στην άγνοια και κάποτε στη λεηλασία και στον πνευματικό παρασιτισμό. Γι’ αυτό και το δικό του έργο, αν έλκει μια λάμψη αντανακλαστική του μεγαλείου της ψυχής του, θεωρώ πως κατορθώθηκε αντιστρόφως ανάλογα προς τη μανία της δημοσιότητας.
Στα Ουράνια Στάχυα (1952) θα πει:
Στο έλεος του χρόνου
Εμπρός τώρα οι διάσημοι κ’ οι παραπεταμένοι
στριμωγμένοι καθ’ ένας στη σελίδα του
και οι κριτικοί με τα βγαλμένα μάτια
και οι μεταφραστές με τα σπασμένα ελληνικά.
Εμπρός τώρα οι κηφήνες με όλα τα κηφήνια
κι ο μαστρωπός της τέχνης, ο ζήτουλας της δόξας
η σκοτεινή δάφνη στ’ ανάξιο κεφάλι
και η Αθήνα η πόρνη.
Εμπρός τώρα το χτυποκάρδι ενός λαού
οι συνωμότες της σιωπής
και οι μεγάλοι με τους ιμπρεσάριους.
Στο έλεος του χρόνου που τα κόκκαλα αλέθει!
Σεμνός λοιπόν και αξιοπρεπής, αρνείται να στριμωχτεί στη χορεία εκείνων που μεριμνούν αγωνιωδώς για την υστεροφημία στο μέλλον αλλά συντάσσεται μ’ εκείνους που διαχειρίζονται με σεβασμό και σοβαρότητα το παρελθόν και τη μνήμη.
Τα ερείπια
Ίσως για μας πούμασταν νέοι τότε η δοκιμασία
να κράτησε πολύ, πάρα πολύ ωστόσο
κάποτε πέρασε κι αυτή, σταμάτησαν οι πυροβολισμοί
κ’ ελπίζαμε, κάπως αόριστα εννοείται
πως σύντομα θα καθαριστούν από τριγύρω τα ερείπια.
Μα τα ερείπια ήταν μέσα μας
κι αλίμονο αργά το αντιληφθήκαμε
πως είχαν κηρυχτεί «μνημείον διατηρητέον».
Αναθήματα, 1966
Για τον Καφταντζή λοιπόν το παρελθόν τροφοδοτεί τα ποιήματα, ενώ η πνευματική του ευρωστία μετριέται με την αντοχή και την ικανότητά του να επικοινωνεί μαζί του. Αλλιώς, το έργο του είναι θνησιγενές, η ζωή του έχει τέλος και τα οστά των κεκοιμημένων μεταβάλλονται σε κόκαλα που φθείρονται και αφανίζονται, αφού οι νεκροί, μόλις τους ξεχνούμε, πιο νεκροί γίνονται.
Στον Νίκο Μπελογιάννη γράφει:
Να τους θυμάστε ποιητές
και σεις π’ αρχίζετε μια νέα πορεία
να τους θυμάστε με σάρκα και χωρίς σάρκα.
Κι όσο κι αν στα Αναθήματα δείχνει να ασφυκτιά και αποφασισμένος να δηλώνει:
Κάποτε τέλος πάντων θα πρέπει να γλυτώσω
απ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις των ηρώων
που εισχωρούν μέσα μου βαθιά, ολοένα πιο βαθιά
σαν το χορτάρι στην καρδιά των πεθαμένων.
«Επίλογος»
ωστόσο στις Ελεγείες αποκαλεί τη μνήμη «σκύλα που τις παλιές πληγές ανασκαλεύει» και μεταμορφώνοντας τον κάθε στίχο του σ’ ένα φέρετρο μικρό, μας εξομολογείται χαμηλόφωνα:
Το κάθε ποίημα είναι η ψυχή κάποιου πεθαμένου
δεν αναπνέει, δανείζει το ξένο πρόσωπο στον ουρανό
και περιμένει.
«Ποιητική»
Στον Νίκο Μπελογιάννη δεσμεύεται με τη δήλωση:
Μ’ όλο που δεν έχω γάργαρη φωνή και ζω στην επαρχία
να κομματιαστεί η γλώσσα μου αν πάψω να μιλάω
για το ασημένιο ρόδο των ανέμων
Πορφυρό μου Γαρύφαλο Τέλειο Περιστέρι.
Μ’ όλο που έχω φάκελο και φοβούμαι
να ξεραθεί το χέρι μου αν αρνηθώ να γράφω
για το ασημένιο ρόδο των ανέμων
Πορφυρό μου Γαρύφαλο Tέλειο Περιστέρι.
Κουβαλούσε πολλά. Οι πνευματικές και σωματικές δοκιμασίες του στο Αντάρτικο, στην Αριστερά και στην απομονωτική επαρχία αποτελούν για χρόνια μια εκρηκτική πρώτη ύλη που τη μεταφέρει αυτούσια και εν θερμώ στον ποιητικό του λόγο.
Στην Πολιτεία με τον χαμηλό ουρανό θα πει:
Ήρθε η επανάσταση.
Ήτανε άσπρο γάλα και μαύρο αίμα ζυμωμένο.
Κι ήταν η χαρακωμένη σάρκα της πολύβουη μουσική ζωντανεμένη.
Στήθια σκληρό καλάι, σπαθί παγωμένη αστραπή.
Είχε ριγμένο ένα κουρέλι απάνω της πλεχτές πυγολαμπίδες.
Κάτω απ’ τη ζεστή της αμασκάλη πουλιά που είχαν πυρετό.
Έσερνε την πατούσα και τρίβονταν τα χαλίκια αναμμένες τσακμακόπετρες.
Ωστόσο, στο Πόδι του παγωνιού, πολλά χρόνια αργότερα, θα τον ακούσουμε να μιλά για άδειες χελιδονοφωλιές στις αμασχάλες και για αράχνες μικρές ανάμεσα στα δάχτυλα, έκδηλα απογοητευμένος, αφού πλέον αναρωτιέται γιατί ως τώρα τραγουδούσε και πλέον δεν έχει και ποιους να παρακινήσει. Άλλωστε, τότε ήταν αλλιώς. Ένας κόσμος σπαραγμένος συθέμελα του ζητούσε να καταθέσει τις μαρτυρίες και τα μαρτύριά του, να βρει μια ανταπόκριση, να καταγραφεί ανεξίτηλα.
Για τον Γιώργο Καφταντζή η Ελλάδα είναι:
[...]
Μακαρία μια Ελλάδα χωρίς αέρα και νερό
μ’ ένα αγκάθι μπηγμένο στην καρδιά της.
Μακαρία, αν και στο σώμα της περπατούν
ήρωες με ανοιχτές πληγές
αδέλφια που ξεσκίζονται από εμφύλιες μάχες.
[...]
«Γενικό μνημόσυνο», Tα παραλειπόμενα, 1985
[...]
τι ωραίοι που είναι οι ήρωες! Τι ευφρόσυνοι!
Φύλακες της βόρειας πύλης
σωτήρες, ιαματικοί, φωσφορικοί
βοσκοί κρίνων στη δημοκρατία της ευπρέπειας
ταπεινοί, διάφανοι, σπλαχνικοί
αδιαίρετοι, φρόνιμοι, αυτοσχέδιοι
σφραγισμένοι, ανθεκτικοί, αναποδογύριστοι
[...]
Δαπάνησαν τα μάτια τους στα όνειρα
τα χέρια τους στο τιμόνι
το λαό μ’ όλο το αίμα τους αγάπησαν
[...]
Νίκος Μπελογιάννης, 1977
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα ποιήματά του αποτελούν υπογραμμίσεις ιστορίας, εξορκισμό θανάτου και μια φωτεινή επιγραφή που αναβοσβήνει, για να μας θυμίζει πως η σκληρότητα των πολεμοχαρών θρέφεται από τη μαλθακότητα των ειρηνόφιλων. Γράφει αντιπολεμική ποίηση που την αποδίδει εντούτοις με εσωτερικό ρυθμό στρατιωτικού βηματισμού, ενώ ο ίδιος, ως αληθινός ποιητής, παραμένει διχασμένος ή, αλλιώς, διπλός άνθρωπος. Ο ένας μιλά στα πλήθη – ή μάλλον σε άδειες πλατείες που θα ’πρεπε να ήταν γεμάτες από πλήθη, για να τον ακούσουν, και ο άλλος ζει στην επαρχία και αυτοβασανίζεται σ’ ένα είδος ντοστογιεφσκικού υπογείου
μπουκιά μπουκιά τη ζωή νηστεύοντας
γουλιά γουλιά το σκοτάδι καταπίνοντας
«Tο υπόγειο», Aναθήματα, 1996
απ’ όπου και αλιεύει τον πλέον καίριο για την ποίηση ορισμό:
Η ποίηση είναι ένα παράθυρο, για να βλέπουμε
από ένα υπόγειο που σιωπούμε.
«Κατακλείδες», Τα παραλειπόμενα, 1985
Κι ο Γιώργος Καφταντζής από το δικό του υπόγειο βλέπει, ευτυχώς για όλους βλέπει, και δείχνει και σ’ εμάς τους καταφρονεμένους ήρωές του που τελειούνται σε μυθικές περσόνες μες στης χαμηλής φωνής του τη ζεστασιά: την πόρνη και τον σταμνά, την Πασχαλία την μπαλωματού, τους ανθρακωρύχους των Σερρών, τον τορναδόρο Γιάκωβο, μία που δεν γέρασε ποτέ γιατί πέθανε νέα, τον άψαλτο αυτόχειρα, τον άγιο βοθροκαθαριστή, τους κεκοιμημένους της Ηράκλειας, τους μικροπωλητές της αγοράς των Σερρών.
Η φωνή του έρχεται σ’ εμάς μέσα απ’ το ημίφως και τα μισόλογα των φυλακών, των ασύλων και των εξοριών, των ρημαγμένων σπιτιών της βαθιά τραυματισμένης πόλης. Ωστόσο, θα έλεγα πως η φωνή διαμαρτυρίας του Γιώργου Καφταντζή δεν είναι το άχαρο θέμα της ποιητικά ασθενικής μουρμούρας του νικημένου. Προέρχεται από τα εντός του ποιητή, εκεί όπου το πένθος ονοματίζει την πραγματικότητα, χωρίς να τη φοβάται, και της πετά κατάμουτρα την υπεροχή της δικής του σοφίας:
Όταν κλέβουν απ’ τα βλέφαρα τον ύπνο, απ’ το στόμα το φαγί
τον Γκαίτε μισούν και το Σοφοκλή αγάπη μου
όταν φράζουν τους δρόμους, μαστιγώνουν τον ήλιο, καρφώνουν τα παράθυρα
το μέλλον ποδοπατούν και το φεγγάρι αγάπη μου.
«VIII», Η μπαλάντα του φεγγαριού, 1961
Ο Γιώργος Καφταντζής, με μια ποίηση που παίζει τον ρόλο εξορκιστικής χειρονομίας, ξανασυνδέει τα έσχατα όρια της ελπίδας και της απελπισίας, της εμφάνειας και της απουσίας, συναιρώντας το εδώ και το επέκεινα στον ουσιαστικό χωροχρόνο των αναστηθέντων. Το πιο εκπληκτικό όμως και συνάμα ενδεικτικό της υψηλής αρετής του ανθρώπου Καφταντζή είναι πως, καθ’ όλη τη διάρκεια που ο λόγος του τοιχογραφεί την αποτρόπαιη εκείνη εποχή του Εμφυλίου, τελείται ένα τρισάγιο στους τάφους όμως όχι μόνο των θυμάτων, αλλά και των δημίων τους, μέσα σε μια ατμώδη ατμόσφαιρα συμφιλίωσης, κάτι σαν την ανάγκη να δοθεί επιτέλους η άφεσις αμαρτιών, γενόμενος ο λόγος του το μυστικό πέρασμα του Αϊ-Σώστη, όπου, μεταξύ θείας και ανθρώπινης δικαιοσύνης, η Φραγκογιαννού του Παπαδιαμάντη βρίσκει τον θάνατο και ίσως και τη λύτρωση.
Δε θα το πιστέψετε, ο Πέτρος Φωκιανός, ο καταδότης μας
κάθε χρόνο στις οχτώ του Μάη τα χαράματα
στον τόπο που εκτελεστήκαμε ανεβαίνει και σιωπηλός
κάθεται κοιτάζοντας το κίτρινο χαμομήλι της πλαγιάς
και τη θάλασσα πέρα που η ίδια πάντα είναι
καθώς φιλάει τα σταχτιά βράχια μ’ ένα λυγμό.
«Εκτέλεση δέκατη έκτη», Αναθήματα, 1966
Όσο διαβάζεις Καφταντζή, τόσο κατανοείς καλύτερα τον Κάφκα, όταν έλεγε πως «είμαστε αποκαΐδια αυτών που ζήσαμε». Το αλάθητο γλωσσικό του ένστικτο, η μυστική συγγένειά του με το δημοτικό τραγούδι και φυσικά η λαϊκή αίσθηση των πραγμάτων, εμπλουτισμένη με πείσμα, οξύτητα και ανθεκτικότητα, προσδιορίζουν το ποιητικό του τοπίο. Κάποτε όμως φτάνει η ώρα που οι λέξεις θνήσκουν. Αυτό που κατορθώνουν να αρθρώσουν είναι ισχνότερο από εκείνο που θέλουν και πασχίζουν να πουν, αλλά και διαφορετικό εξ ολοκλήρου από εκείνο που οι άλλοι εισπράττουν.
Λέξεις
Άλλοτε, απ’ την πλούσια γλώσσα μας
έπαιρνα χιλιάδες λέξεις
μα πάλι δύσκολα κατόρθωνα
να επικοινωνώ με τους ανθρώπους
ήταν και οι εποχές εκείνες δυσκατάληπτες.
Τώρα – μεγάλη δωρεά –
μου αρκούν για τους άλλους και τον εαυτό μου
λίγες μονάχα λέξεις
αγάπη, θλίψη, φόβος, θάνατος
και όχι σπάνια, βοήθεια.
Το πόδι του παγωνιού, 1992
Στο σημείο αυτό θα ’θελα να αναφερθώ και στον προφητικό λόγο του Σερραίου ποιητή. Σ’ όλο το μάκρος της ώριμης ποίησής του, σε εξαγγελτικά ποιήματα-μανιφέστα, ακούγονται οι τριγμοί της πτώσης των θεών, το μέλλον ζωγραφίζεται δυσοίωνο και τότε οι στίχοι του υποφέρουν από δύσπνοια, μα η ψυχή του, ίσως και λόγω της αποστασιοποίησής του από κάθε μορφή μεταφυσικής υπέρβασης, αρνείται να ελπίσει. Κι επειδή, ό,τι κι αν πω, πάλι στους στίχους του θα φτάσω, γι’ αυτό τόλμησα να κατασκευάσω ένα ποιητικό κολάζ με στίχους από τον Νίκο Μπελογιάννη, Τα παραλειπόμενα και τη συλλογή O Περίπλους.
Ακούστε την προφητεία του:
Γιατί να κάθομαι να γράφω στα καλά καθούμενα
τόσο λυπημένα ποιήματα;
Μα ξέρω πως θα βρέξει κι άλλο μαύρο
θα χύσει πικρό φαρμάκι ο καιρός
βλέπω τις χαμηλές ανθοδέσμες γεγονότων από νίτρο
που συνορεύουν με το θάνατο όπως το νύχι με το δάχτυλο
βλέπω πυρκαγιές και απεργίες και διαδηλώσεις
βλέπω επιδημίες, πολέμους, πείνα, εξεγέρσεις
κι ανάμεσα στα τρύπια κόκαλα
μυριάδες παπαρούνες ολοκόκκινες
μυριάδες λάμπες σκοτωμένων.
Το πλοίο θα γίνει βράχος, ο ναύτης χελιδονόψαρο
τρίμματα η γενιά μας.
Έγκλειστη.
Το περασμένο παραλήρημα σε εκμαγείο γύψινο.
Κανένα πράγμα διάφανο.
Κι υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο
απ’ αυτό το άνυδρο ρυάκι με τα στεγνά καράβια των παιδιών
να παρασυρθεί το μέλλον μας χωρίς ελπίδα επιστροφής.
Θα ’ρθει εποχή που πελώρια ποντίκια θα τρων τα όνειρα
τους εραστές πνιγμένους θα κατεβάζουν τα ποτάμια
θα κλείσουν όλα τα παράθυρα
το γάλα θα μαυρίσει
στον αέρα τεντωμένα ψόφια τα πουλιά
δε θα υπάρχουν ποιητές
υστερικές δασκάλες θα περιγράφουν στα τυφλά παιδιά
πένθιμα τοπία με ρίζες αιματοστάλαχτες.
Ο Γιώργος Καφταντζής νωρίς κατάλαβε πως η ζωή είναι για τους άλλους. Ο ποιητής, ηθελημένα ή αθέλητα, θαρρείς και θυσιάζεται, σαν μια αόρατη δύναμη να τον τάζει στην υπηρεσία των οραμάτων, μήπως και πάει λιγάκι πιο μπροστά η ανθρώπινη περίπτωση.
Και είναι ταγμένος σαν από γεννησιμιού από μια μάνα που η παρουσία της στις σελίδες των ποιημάτων του είναι απόλυτα καθοριστική. Η μητέρα του, η μενεξεδένια των οστών με το υακίνθινο χαμόγελο κάτω απ’ το μαύρο της καπέλο, αυτή που τρεις μέρες πεθαμένη γυρνάει πίσω, για να τον τρίψει μ’ αλατόνερο, όταν αυτός ανεβάζει πυρετό, τον τάζει στην υπηρεσία της ανθρωπιάς και ενώνεται με όλες εκείνες τις μάνες που καρτερούν τα παιδιά τους να επιστρέψουν από τον πόλεμο, τα καράβια ή και τον έρωτα.
[...]
αν η γριά μητέρα τους δεν άκουε κάτι ακόμα
που ’ναι γιομάτο σκόνη απ’ το τελευταίο τους βήμα
ο Δημήτρης, η Ελένη κι ο Λουκάς
σ’ αυτό το στίχο μου θα απόμεναν μονάχα.
«Eκτέλεση ένατη», Aναθήματα, 1966
κι αλλού, στο Πόδι του παγωνιού, θα ομολογήσει την εξάρτησή του από εκείνη:
Eυωδιά
Στο σπίτι που μεγάλωσα κρέμονται άδεια τα παράθυρα
κάλλος συλημένο από βράδια και χειμώνα.
Μόνο μια δρύινη ντουλάπα περισώθηκε
μέσα της κλειδωμένα ευωδιάζουν ακόμη
τα ρούχα της μητέρας.
Είχε την ατυχία ή, θα ’λεγα, την τύχη να ανήκει στους «εκτός των τειχών» αγνοημένους, των οποίων μάλιστα η αθωότητα και η λεβεντιά προκαλούσε πάντα τη θλιβερή ερώτηση: «Δύναται τι αγαθόν είναι εκ... Σερρών;»
Οι Σέρρες όμως ήταν για τον Καφταντζή η πατρίδα της ψυχής του. Οι λαϊκές της αγορές, τα στενά σοκάκια της, ο σιδηροδρομικός της σταθμός, ένας σταθμός που μάλιστα γίνεται ποίημα, και ένα ποίημα που με τη σειρά του γίνεται σταθμός στην ποίησή του. Μιλώ για το ποίημα «Ο σταθμός του Χατζή-Μπεϊλίκ», που με τη γνωστή του λιτότητα πραγματεύεται το «δεν» και το «αδύνατον» της όποιας φυγής από εύτακτους βίους και ημερομηνίες, διαπιστώνοντας εντέλει το ανέφικτο της συνάντησης με την αληθινή ζωή.
Ο σταθμός του Χατζή-Μπεϊλίκ
Στην παλιά επαρχία των Οδομάντων
με τους σεληνιακούς θεούς και τον κίτρινο Στρυμόνα
ο μικρός και πένθιμος σταθμός του Χατζή-Μπεϊλίκ
τυλιγμένος είναι σε παράξενη γαλήνη.
Πουλί κανένα, μήτε σε δέντρο μήτε σε στέγη
ο ουρανός άδειος από φως, οι δρόμοι έρημοι από ήχους
μονάχα σα σκιά βαριά κάποτε γλιστρά και πάει
ο νεκρός σταθμάρχης με το κόκκινο καπέλο.
Και μια ορισμένη ώρα κάθε μέρα
ένα τρένο, το ίδιο πάντα μαύρο τρένο
πλάι σε κούφια κι ακίνητα βαγόνια
σταματώντας για λίγο, λαχανιασμένο θα περάσει
χωρίς να βγάλει έξω το κεφάλι κανείς ταξιδιώτης.
Α, τη φριχτή μελωδία των τρένων, των τρένων
που χάνονται σφυρίζοντας βραχνά μέσα στην αχλύ και τον καπνό
λαχταράς βαθιά κι ενυπνιάζεσαι
τι είναι το κάθε τρένο μια ελπίδα ν’ αλλάξεις τη ζωή σου!
Ωστόσο ξέρεις κατά βάθος πως να δοκιμάσεις θα ήταν μάταιο
πως σ’ όποιο τρένο κι αν ανέβεις, ποτέ σου δε θα φύγεις
απ’ το μικρό και πένθιμο σταθμό του Χατζή-Μπεϊλίκ.
Αναθήματα, 1966
Ο Γιώργος Καφταντζής έγραψε ποίηση μέσα από τη φωτιά του πολέμου κι όχι απ’ τα μετόπισθεν, προτρέποντας με τον δικό του τρόπο όλους εμάς σε μια διαρκή εφημερία, ειδικά τώρα που η νόσος της αδράνειας και του συμβιβασμού τείνει να λάβει διαστάσεις επιδημίας.
ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ
ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ, Κέδρος 2015


Δεν υπάρχουν σχόλια: