9.4.21

Τάσος Πορφύρης | Το διφυές όραμα


ΔΟΚΙΜΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗΣ 
Στο κείμενο που ακολουθεί, προσπαθώ όσο μπορώ, να εκθέσω τις απόψεις μου γύρω απ’ την ποίηση και τη μουσική, σε σχέση με το τι προσφέρουν στον σύγχρονο αναγνώστη–ακροατή, ποιους τρόπους χρησιμοποιούν για την έκφρασή τους, τις δυσκολίες ή τις ευκολίες που αντιμετωπίζουν στην επιλογή των εκφραστικών τους μέσων και των μέσων προβολής τους, του ποσοστού ελευθερίας ή δέσμευσης που επωφελούνται ή στερούνται και τελικά να αναρωτηθώ τι είναι εκείνο που μας κάνει να μιλάμε για μουσική της ποίησης και για ποίηση της μουσικής. Ο Αναγνώστης της ποίησης δεν μπορεί να χαρεί ένα ποιητικό έργο, αν δεν είναι γραμμένο στη γλώσσα που διαβάζει. Όσοι από τους αναγνώστες γνωρίζουν μια ή περισσότερες ξένες γλώσσες και μπορούν να έρθουν σε επαφή με έργα γραμμένα σε αυτές τις γλώσσες αποτελούν μια μειοψηφία. Η μετάφραση –μπορούμε να το διακινδυνεύσουμε– κατά κανόνα, δεν είναι ποίηση∙ γιατί η ποίηση δεν μεταφράζεται. Το αποτέλεσμα κλιμακώνεται, απ’ το ανεκτό στο απαράδεκτο∙ απ’ την ποίηση του μεταφραστή, ως την παραποίηση του ποιήματος. Οι εξαιρέσεις του πρόσφατου παρελθόντος (Καρυωτάκης, Παπανικολάου, Σεφέρης) και του παρόντος (Κλείτος Κύρου), επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Δεν αρνούμαι τον ρόλο της μετάφρασης στην απόκτηση γνώσης και στην ανάπτυξη της κουλτούρας. Πιστεύω όμως, όπως ο Ρόμπερτ Φρόστ, ότι ποίηση είναι εκείνο που χάνεται στη μετάφραση. Ο αναγνώστης μόνος κι αβοήθητος πρέπει να βρει τον δρόμο που οδηγεί στην ποίηση. Κι αυτό δεν είναι διόλου εύκολο. Μέσα στο σωρό των πολυσέλιδων και καλοτυπομένων βιβλίων, πολύ εύκολα μπορεί μια αξιόλογη πλακέτα να περάσει απαρατήρητη. Τα «ποιητικά» έργα, που κατά καιρούς προκάλεσαν βράβευση των δημιουργών τους και εκείνα που μελοποιήθηκαν από ανθρώπους που χρειάστηκαν έναν άλλο τρόπο, για να μη μιλήσουν με τον δικό τους, κατά κανόνα, μας ξεστρατίζουν απ’ το σωστό δρόμο σε μονοπάτια όπου το πρόσκαιρο, το εφήμερο, υπόσχονται μιαν απόλαυση αμφίβολης ποιότητας. Χρειάζεται ένα ποιητικό ένστικτο για τον σωστό δρόμο και η ακραία διαπίστωση του ποιητή Δ. Παπαδίτσα: «σήμερα, δεν υπάρχουν αναγνώστες της ποίησης∙ υπάρχουν ποιητές που την ποιούν και ποιητές που την δέχονται», με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο και με βοηθά να συνειδητοποιήσω το γεγονός πως η ποίηση σήμερα με ελάχιστους οπαδούς, αγωνίζεται να υπάρξει, σ’ έναν επικίνδυνα περιορισμένο χώρο. Περισσότερες δυσκολίες από τον αναγνώστη, αντιμετωπίζει ο ίδιος ο ποιητής. Γράφει σε μια γλώσσα που δεινοπαθεί χρησιμοποιούμενη καθημερινά στον γραπτό και προφορικό λόγο. Φυσικό είναι οι λέξεις ανάλογα με τις διαθέσεις των φορέων τους να εκφράζουν πολλά και ποικίλα, να ταλαιπωρούνται σε αυτή τη διαδικασία της επικοινωνίας και τελικά να παρουσιάζονται ντυμένες με τα κουρέλια της απλούστευσής τους. Το όποιο δυναμικό τους καλά κρυμμένο κάτω από ένα στρώμα ουδετερότητας καλείται ο ποιητής να εντοπίσει και να σηματοδοτήσει. Δύσκολη δουλειά που συνιστά μιαν επίπονη προσπάθεια τις περισσότερες φορές χωρίς το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Η αντίληψη πως ο σύγχρονος «ελεύθερος» στίχος, παρουσιάζει ευκολίες στη σύνθεση του ποιήματος, είναι ένας μύθος, όσο είναι πραγματικότητα πως: «Δεν υπάρχει ελεύθερος στίχος για τον ποιητή που θέλει να γράψει καλή ποίηση» και «μονάχα ένας κακός ποιητής μπορεί να υποδεχτεί τον ελεύθερο στίχο σαν απελευθέρωση απ’ τη φόρμα». Στη μουσική δεν αντιμετωπίζουμε πρόβλημα επικοινωνίας. Η μουσική γραφή είναι κοινή για όλους τους συνθέτες, η μουσική ακρόαση κοινή για όλους τους φιλόμουσους ακροατές. Η μουσική έχει ένα πλήθος που την υπηρετεί∙ απ’ τον Αρχιμουσικό ως το τελευταίο όργανο της ορχήστρας. Τα Mass Media είναι στη διάθεσή της∙ θεωρείται το χαϊδεμένο παιδί τους. Αυτή η προβολή ωφελεί ή ζημιώνει τη μουσική; Ή καλύτερα: ποιο αποτέλεσμα επιτυγχάνει η διάδοση της μουσικής μέσω της ηχογραφήσεώς της σε δίσκους και μαγνητοταινίες; Οι μαρτυρίες δυο αξιόλογων μουσικών, ενός συνθέτη κι ενός μαέστρου, μας πείθουν για το ανώφελο αυτού του τρόπου προβολής, που αποτελεί μέσο πλουτισμού των διαφόρων εταιριών ηχογραφήσεως κι όχι μέσο ανάπτυξης του ενδιαφέροντος και του γούστου των ακροατών. Κατά την έκφραση του Στραβίνσκυ: «Δεν είναι πια η εποχή, που ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ έκανε χαρούμενα ένα μακρύ ταξίδι πεζός, για να πάει ν’ ακούσει τον Μπουξτεχούντε. Το ραδιόφωνο φέρνει σήμερα, σ’ όποια ώρα της μέρας και της νύχτας, τη μουσική στο σπίτι σου. Βγάζει τον ακροατή από κάθε άλλο κόπο κι αρκεί να γυρίσει ένα κουμπί. Αλλά η αίσθηση της μουσικής δεν μπορεί ν’ αποκτηθεί, ούτε ν’ αναπτυχθεί χωρίς άσκηση. Στη μουσική όπως και σε όλα τ’ άλλα, η αδράνεια οδηγεί λίγο–λίγο στην αγκύλωση, την ατροφία των ικανοτήτων. Έτσι εννοημένη, η μουσική γίνεται ένα είδος ναρκωτικού που, μακριά απ’ το να κεντρίζει το πνεύμα, το παραλύει και το αποβλακώνει. Σε τρόπο ώστε, η ίδια επιχείρηση που τείνει να κάνει αγαπητή τη μουσική διαδίδοντάς την όλο και περισσότερο, συχνά δεν έχει σαν αποτέλεσμα παρά να χάνουν τη διάθεση εκείνοι που ήθελε να ξυπνήσει το ενδιαφέρον και να αναπτύξει το γούστο τους». Ο Δημήτρης Μητρόπουλος αισθάνεται περισσότερο αποκαρδιωμένος∙ γράφει: «Την περασμένη ακριβώς βδομάδα εκάναμε 43 δίσκους με τις συμφωνίες Frank, Tchaikovsky, Prokofief,… Είναι αδύνατον να σου περιγράψω τι απογοήτευση είχα από αυτήν την experience. Μεγαλύτερη προδοσία μιας interpretation δεν υπάρχει παρά μόνον στους δίσκους». Αντίθετα μια αίθουσα συναυλιών βοηθά τους μουσικούς να αποδώσουν και τους ακροατές να αφομοιώσουν. Μπαίνουν σε κίνηση οι αισθητικές αγωγές, υπάρχει ανταπόκριση ανάμεσα στους εκτελεστές και τους φιλόμουσους∙ οι μεν βοηθούν τους δε. Επιτυγχάνεται αυτό που ορίζουμε σαν επικοινωνία και που αξιοποιεί τις δυνατότητες ερμηνείας των εκτελεστών και τις δυνατότητες δεκτικότητας των ακροατών. Κύριος συντελεστής αυτής της επικοινωνίας θεωρείται ο Αρχιμουσικός που επωμίζεται την ευθύνη της ερμηνείας ενός έργου καθοδηγώντας τους εκτελεστές, συντονίζοντας τις φωνές των οργάνων, δημιουργώντας απ’ την παρτιτούρα ένα θαυμαστό οικοδόμημα ήχων. Ο Αρχιμουσικός αισθάνεται περισσότερο απ’ την ορχήστρα την ανάγκη της συνύπαρξης με τους ακροατές κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης ενός έργου –παγιδευμένος σε μια ηχητικά μονωμένη αίθουσα ηχογραφήσεως– με συνέπεια να θεωρεί την κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ερμηνεία ανάπηρη, τη θέση του στο πόδιον καταργημένη. Γιατί η μουσική ερμηνεία είναι και παρουσίαση, το ακρόαμα και θέαμα κι αν μεταξύ ποδίου και ακροατών–θεατών υπήρχε ένα παραβάν θα είχαμε σίγουρα, λιγότερους μαέστρους και χειρότερες ερμηνείες. Μήπως η ποιότητα του ήχου, η μουσική stereo είναι ένα στοιχείο υπέρ της ηχογραφήσεως; Υπάρχει όμως μουσική stereo; Για να υπάρξει μουσική stereo είναι απαραίτητες ορισμένες προϋποθέσεις, όπως χώρος με ορισμένο εμβαδόν, τοποθετημένα μεγάφωνα σε ορισμένο ύψος και η ορισμένη απόσταση από την εστία, σωστή θέση για τον ακροατή. Ή έστω και για λίγα εκατοστά παρέκκλιση απ’ τη σωστή θέση, με συνέπεια την αυξομείωση της απόστασης απ’ τα μεγάφωνα, δημιουργεί αλλοίωση και παραμόρφωση του ήχου. Ποιος απ’ τους ακροατές ακούει μουσική στημένος στην ίδια θέση; Κανένας νομίζω∙ έτσι δεν μπορούμε να μιλάμε για μουσική stereo. Μας δίνεται όμως κάθε δικαίωμα να μιλάμε για παραμόρφωση της μουσικής, για μια προδοσία της θα έλεγα από εκείνους που χρησιμοποιούν κάθε τρόπο να την προβάλλουν και κυρίως γιατί με τον τρόπο τους, της στερούν τον χώρο της λειτουργικότητάς της. Ο Βιβάλντι θέλει τον κήπο του, ο Μπαχ τον καθεδρικό του Ναό, ο Μπετόβεν και οι μεγάλοι ρομαντικοί τις αίθουσες συναυλιών. Η όπερα τη σκηνή και τα θεωρεία της. Υπάρχουν τόσα άλλα ξέχωρα απ’ τη μουσική που σαν λείψουν λείπει κι ένα μεγάλο μέρος της μαζί τους. Ένα γλυπτό στο ατελιέ του καλλιτέχνη είναι «ατέλειωτο» παρ’ όλο που μορφικά είναι δουλεμένο ως τις παραμικρές του λεπτομέρειες. Του λείπει ο χώρος: το φως, η σκιά, τα σύννεφα, η θέα προς το ποτάμι ή τη θάλασσα, η βροχή, τα πουλιά. Η ποίηση της παράδοσης συχνά χρησιμοποιεί τους απαγγέλτες∙ δουλειά τους είναι ο σωστός τονισμός των στίχων, η απόδοση του μέτρου και του ρυθμού, ο χρωματισμός των λέξεων. Η Σύγχρονη ποίηση διαβάζεται. Δεν τρέφει καμιά αυταπάτη αναφορικά μ’ αυτόν τον τρόπο προβολής της. Περιορίζεται σε μια κατά μόνας ερμηνεία έχοντας ανεπτυγμένη στο έπακρο την αίσθηση του περιττού και της οικονομίας. Οι μεσάζοντες δεν έχουν θέση κοντά της. Ακολουθώντας τον αντίθετο δρόμο απ’ τη μουσική, που μας απελευθερώνει και συνάμα μας καθορίζει τα όρια της περιπλάνησής μας, δέσμια της μελωδίας που πέρα απ’ αυτήν δεν σημαίνει τίποτε άλλο, η ποίηση σκάβει μέσα μας στοές, ανακαλύπτει καινούριους χώρους, καλύπτοντας μια μεγάλη απόσταση πέρα απ’ τον στίχο. Ένας στίχος είναι πολλές φορές ένας βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός, μια μουσική φράση, ένα πυροτέχνημα στο στάδιο της φαντασμαγορίας. Η μουσική τελειώνει –εξαντλείται, με το παίξιμο της τελευταίας νότας, η ποίηση τις περισσότερες φορές αρχίζει απ’ τον τελευταίο στίχο. Μπορούμε να προσεγγίσουμε τη μουσική μέσω του ορισμού μιας άλλης τέχνης∙ της Αρχιτεκτονικής. Όρισαν την Αρχιτεκτονική σαν «παγωμένη μουσική». Αν θεωρήσουμε τις μουσικές συνθέσεις σαν οικοδομήματα ήχων, κατανοούμε πως η μουσική είναι αντικείμενο –η δράση συμμετέχει όσο και η ακοή– κι όχι σήμα. Ακούγοντας μια μουσική σύνθεση, μπορούμε να φανταστούμε ό, τι θέλουμε, να δούμε ό, τι θέλουμε. Δεν μας παραπέμπει σε κάτι το συγκεκριμένο και παίζουμε τον ρόλο μας χωρίς καμία δέσμευση. «Μέσα στα πλάσματα –σύμβολα του μουσικού ηχόκοσμου, μάταια θα αναζητήσουμε την έκφραση ορισμένων παραστάσεων και καταστάσεων συναισθηματικών με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ό, τι εκφράζουν είναι αόριστες διαθέσεις με αμφίβολο ψυχικό περίγραμμα, αφηρημένες ποιότητες συγκινήσεων». Όσο περισσότερη φαντασία διαθέτουμε τόσο και η απόλαυση που δοκιμάζουμε είναι μεγαλύτερη. Με το Γαμήλιο Εμβατήριο του Μέντελσον, παντρεύονται ο ευγενής, ο αστός κι ο προλετάριος και με το πένθιμο του Μπετόβεν κηδεύονται και οι τρεις τους. Στην ποίηση, με τις λέξεις, αυτά τα «γεμάτα πιστόλια», στριμώχνεσαι. Αναγκάζεσαι να λάβεις ενεργό μέρος σε μια περιπέτεια μ’ εφόδια βιώματα και μνήμες και θα χρειαστείς να διανύσεις μιαν έκταση σπαρμένη με αντικείμενα που σ’ αυτά οι λέξεις –σήματα σε παραπέμπουν. Απ’ την ικανότητα του ποιητή να σηματοδοτεί σωστά, κι απ’ τη δική σου να αναγνωρίζεις τα σηματοδοτούμενα εξαρτάται η επιτυχία αυτής της προσπάθειας. Αντιμετωπίζουμε την ποίηση με ανεπτυγμένο το αίσθημα της ευθύνης σαν όντα που η αισθητική απόλαυση, η απ’ αυτήν προερχόμενη συμβάλλει στην προοδευτική μας τελείωση από κάθε άποψη. Για τη μουσική πιστεύω είναι μια τέχνη πέρα απ’ το καλό και το κακό. Μοναδική για πρόκληση συγκινήσεων και ποικίλων συναισθημάτων, απρόσβλητη σε κάθε έλλογη πολιορκία μας παρασέρνει σε λαβύρινθους μορφικών δημιουργημάτων στο απέραντο ψυχικό τοπίο. Δεν λογοκρίνουμε τη μουσική γιατί δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα απ’ αυτήν. Λογοκρίνουμε όμως το λιμπρέτο μιας όπερας ή τους στίχους ενός τραγουδιού –την μουσική έχουμε μια απεριόριστη ελευθερία να την σχολιάσουμε με τον άλφα ή βήτα τρόπο, να την κάνουμε όργανο των προθέσεών μας βοηθούμενοι από ένα ταιριαστό για την περίπτωση λεξιλόγιο, μια και προσφέρεται για κάθε ένδυμα∙ απ’ τον μανδύα του ευγενούς, ως την κάπα του τσοπάνη. Κατηγόρησαν τη μουσική του Βάγκνερ σαν έκφραση των ιδεωδών του Εθνικοσοσιαλισμού και κυρίως γιατί άρεσε στον Χίτλερ. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε σε ένα δικτάτορα ένα γούστο, ούτε τη διάθεση να είναι τρυφερός με την ερωμένη του. Φυσικά, δεν νομίζω, πως έφταιξε η μουσική του Βάγκνερ. Έφταιξε όλη η φιλολογία γύρω απ’ τη μουσική του Βάγκνερ που βρήκε ιδεώδη κι άλλα ηχηρά παρόμοια σε μια τέχνη αθώα του τόσου αίματος. Ο Ύμνος της χαράς απ’ την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν στα χέρια ενός σκηνοθέτη κινηματογράφου εντάσσεται σ’ ένα φιλμ βίας και αποτελεί αυτήν καθ’ αυτήν την έκφρασή της. Ένα κείμενο γύρω από μια μουσική σύνθεση που προσπαθεί να την «ερμηνεύσει» να την «λογοποιήσει», αυτόματα την καταργεί, μετατρέποντάς την σε ξερές λέξεις∙ από μετεωρίτες που ταξίδευαν στο διάστημα, σε κομμάτια πέτρες που αχρηστεύονται στο έδαφος. Το κέρδος του λόγου είναι η φοβερή έκπτωση της μουσικής. «Πολλοί συνθέτες έγραψαν έργα με πρόθεση να αναπαραστήσουν ηχοζωγραφικά ορισμένα φυσικά φαινόμενα ή ψυχικές καταστάσεις π. χ. τη θύελλα, το κυνήγι, τη φυγή, το δάσος, το ρυάκι ή την ανία, τη διάθεση της ερήμου, τον αισθησιακόν οργασμό κλπ. Ο ακροατής όμως απέναντι σε τέτοια έργα βρίσκεται πολλές φορές σε μεγάλη αμηχανία: πλαισιωμένη από την ατομική, την δική του ψυχική εμπειρία, η μουσική που ακούει, δεν τον βοηθά να ζήσει τα γεγονότα που εκθέτει αναλυτικά το πρόγραμμα του έργου. Καθένας αφομοιώνει ατομικά τις γενικές συγκινήσεις που προσφέρει η μουσική. Και μπορεί το πρόγραμμα να εξηγεί ίσως τη «γέννηση» του έργου, ο ακροατής όμως, που δεν τον ενδιαφέρει η ιστορία αλλά το αισθητικό αποτέλεσμα της μουσικής σύνθεσης, που ακούει, βρίσκει πολύ συχνά τις εξηγήσεις αυθαίρετες ή τις υποδείξεις πολύ περιοριστικές». Ένα ποίημα στο βαθμό που καταφέρνει «να αποτυπώσει το διφυές όραμα με τη βοήθεια του τέλειου ρυθμού και της τέλειας λέξης» δηλ. της μουσικής και της ποίησης, επιτυγχάνει ό, τι μπορούμε να θεωρήσουμε από μιαν άποψη σαν ιδεώδες στον τομέα της ποίησης. «Ένα ποίημα ή ένα απόσπασμα ποιήματος, μπορεί να τείνει να πραγματώσει τον εαυτό του πρώτα σαν ιδιαίτερος ρυθμός, πριν φτάσει στην έκφρασή του σε λέξεις και αυτός ο ρυθμός μπορεί να γεννήσει την ίδια την εικόνα». Αυτός ο ρυθμός είναι που ελέγχει την αναπνοή του στίχου και καθορίζει το εύρος του. Έτσι ένα ποίημα βοηθούμενο απ’ τη μουσική που εμπεριέχει κατορθώνει να πραγματώσει το ανέκφραστο, δηλαδή εκείνο που μονάχα με τις λέξεις δεν θα κατάφερνε ποτέ. Κάθε εκ των υστέρων μουσική επέμβαση σ’ ένα ποίημα το καταστρέφει αφαιρώντας του όλη τη μαγεία. Αντικαθιστά τη δική του «μουσική», αυτό το προϊόν των λεπτών ιδιόρρυθμων σχέσεων μεταξύ λέξης και ρυθμού με μια μελωδία βασισμένη στην ερμηνεία του ποιήματος, εκ μέρους του συνθέτη. Έτσι η λέξη που αποτελούσε ένα αδιαίρετο σύνολο με τον ρυθμό, αποχωρίζεται απ’ αυτόν και καλείται να ενταχθεί σ’ έναν άλλο για να εξυπηρετήσει αλλότριες διαθέσεις. Οι κραυγές απόγνωσης της λέξης που ξεριζώθηκε απ’ την περιοχή της κι εξορίστηκε σ’ ένα «ηχητικό» κατασκεύασμα, εκφράζουν την καταδίκη της προσπάθειας του συνθέτη, για την «μελοποίησή της». Νομίζω πως μέχρι σήμερα, κανένας ποιητής, δεν έχει στιχοποιήσει μια μουσική σύνθεση, παρ’ όλο που δεν θα του ήταν πολύ δύσκολο να το καταφέρει. Επειδή το αντίθετο, δηλαδή η μελοποίηση της ποίησης είναι ένα γεγονός, αναρωτιέμαι τι είναι εκείνο που αναγκάζει τους συνθέτες συχνά, να προσφεύγουν στη βοήθεια της ποίησης προκειμένου να πραγματώσουν την τέχνη τους και γιατί οι ποιητές μένουν αδιάφοροι στο να ερμηνεύσουν ποιητικά μια μουσική σύνθεση. Να ‘ναι μονάχα η δυνατότητα που παρέχεται αυτόματα στους συνθέτες να χρησιμοποιήσουν σαν όργανο την ανθρώπινη φωνή, ένα τόσο ευαίσθητο όργανο, που μπορεί να μεταδώσει μια συγκίνηση και μια μουσική ποιότητα, που δύσκολα άλλο όργανο θα μπορούσε να αποδώσει και η ποίηση είναι ένα αναγκαίο κακό; Ή μήπως η ποίηση έχει το προβάδισμα, καταργούμενη σαν τέτοια μέσα στη σύνθεση, μένοντας σκέτες λέξεις –πρώτη ύλη– στη διάθεση του συνθέτη για μιαν άμεση μετάδοση στους ακροατές των δικών του πια οραμάτων και συγκινήσεων, μακριά από νεφελώδεις εντυπώσεις, πιο κοντά στο συγκεκριμένο και η φωνή παραμένει, απλώς, ένα όργανο όπως τόσα άλλα; Ή, φωνή –όργανο– και λόγος είναι ισοδύναμα; Η γνώμη ενός συνθέτη θα μας ήταν πολύτιμη για εξαγωγή συμπεράσματος. Για τους ποιητές πιστεύω πως δεν αισθάνονται καμιά ανάγκη να προσφύγουν στη μουσική για βοήθεια, αφού η ποίηση στο χώρο της προσφέρεται για μια μουσική επεξεργασία και ενορχήστρωση –απομονώνοντας το θόρυβο– με αποτέλεσμα κατ’ αυτούς ένα ποίημα να ικανοποιεί απόλυτα, προσφέροντας μιαν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση.
 ― Τάσος Πορφύρης
 ΠΗΓΗ: Περιοδικό «σημειώσεις», τόμος Α΄ | Επίτομο: (τεύχη 1 – 6), 1973 – 1975 | Εκδόσεις: ΕΡΑΣΜΟΣ, 1990

Δεν υπάρχουν σχόλια: