22.8.21

Ηλίας Κουρκούτας, «Ο σκύλος της αγάπης», εκδ. Τόπος, 2021 (γράφει ο Γιώργος Σαράτσης)


Μπορούν να διαπραγματευτούν οι στίχοι την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης; Και με τί απόθεμα ζωής και θανάτου αντικρίζουμε το καθημερινό μας κατευόδιο; Οι στίχοι της νέας συλλογής του Ηλία Κουρκούτα, Ο σκύλος της αγάπης, εστιάζουν αιχμηρά στους ζωτικότερους ρόλους μας: εκείνον της μάνας, του πατέρα, του γιού, του συζύγου, του εραστή, του φίλου, του ανήλικου και ενήλικου άντρα. Ο ποιητής αφήνει να διαφανεί ο εξ αρχής αποτυχημένος ρόλος του πατέρα. Άλλωστε, ο κόσμος είναι γεμάτος πατέρες / που δεν έγιναν ποτέ πατέρες. Κι έπειτα, όλες οι γυναίκες είναι η μάνα μας. Συχνά, η νεκρή μας μάνα. Ακόμα και νεκροί, οι γονείς καθορίζουν τις ζωές μας απ’ τον τάφο: προχώρησα πολύ, / έφτασα στην ηλικία / του πατέρα, / του χρόνου θα είμαι πιο μεγάλος / κι απ’ τη μάνα / πιο πεθαμένος / κι από αυτόν. Ο άντρας, μια ιστορία τελειωμένη. Ένα ον ασφυκτικά κατειλημμένο στο εσωτερικό του. Μάταιη κάθε προσπάθεια κατάκτησης του εαυτού. Ανώφελη η αυτογνωσία: ζήτησα συνάντηση με τον εαυτό μου / να μάθω τι μου συμβαίνει. Και η συνύπαρξη, ένα κατά συνθήκη μοίρασμα. Η αγάπη ως πρόταγμα, σχεδόν ποτέ ως εκπλήρωση. Άλλωστε, οι άνθρωποι συναντιούνται για να χωρίσουν: όπως χωρίζει το σώμα απ’ τα εσώρουχα, το κρέας απ’ την ψυχή. Μία απόσταση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού που δεν καλύπτεται ποτέ. Ας μη γελιόμαστε. Η ποίηση του Ηλία Κουρκούτα είναι ένα μάθημα απώλειας της ύπαρξη. Τρεις ποιητικές ενότητες αφιερωμένες στον χρόνο των ανθρώπων που περνά σαν άροτρο από πάνω τους, αφήνοντας βαθιές ουλές στο μέτωπο. Ο χρόνος, οι λέξεις, ο ύπνος και η αϋπνία, όσα και όσοι μας λείπουν, οι τσακισμένες αισθήσεις και ο θάνατος που πλησιάζει: Παράξενοι που είναι οι άνθρωποι / όταν στερούν ζωές απ’ τη ζωή / κόβουν κομμάτια απ’ τον εαυτό τους / ποτίζουν το δέντρο του θανάτου. Η μετά βίας χαρά, η σιωπή και ο θρήνος: έμαθα να μη μιλάω, / να θάβω τον ουρανό, / να θρηνώ τη φωνή μέσα μου. Τελικά, το μυοκάρδιο δεν είναι παρά χώρος αποθήκευσης. Ενδιαφέροντες στίχοι. Ποιήματα που μυρίζουν ζωή, αλλά και θάνατο δίχως την παραμικρή ανάγκη ψυχανάλυσης. Άλλωστε, δεν εξαντλείται η τραγικότητα της ύπαρξης, όσοι στίχοι κι αν γραφτούν. Και το καθημερινό κατευόδιο θα ’ναι πάντα ό,τι ηδονικότερο κατακτήσαμε: Όλοι οι άνθρωποι βλέπουν / τον θάνατο σαν συνάντηση / παλιών συμμαθητών / κι απελπισμένων φίλων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: