11.8.21

Οι γάτες του Τρίτου και άλλοι ζωντανοί, ποιητική συλλογή της Αγγελικής Πεχλιβάνη, εκδόσεις Κίχλη (Απρίλιος 2021)


Anna Romanou
  Δίσταζα να γράψω για τις Γάτες του Τρίτου, της Αγγελικής Πεχλιβάνη. Όλο το ανέβαλλα. Το διάβασες; Το διάβασα της έλεγα . Χωρίς σχόλιο. Έτσι απλά: το διάβασα. Ίσως γιατί όπως η Πεχλιβάνη λέει στο τελευταίο ποίημα της συλλογής όπως όλοι μας κι εγώ: «Τη μέρα που θα εξαφανιστώ / θα σέρνω τις ξεχειλωμένες μνήμες /της μάνας μου και του πατέρα/ σα δύο έλκηθρα στο παιδικό μου χιόνι» Θα το πω όσο πιο ξεκάθαρα μπορώ . Οι γάτες του Τρίτου σε συμφιλιώνουν τόσο πολύ με το θάνατο που τον κάνουν μέρος της ζωής. Όχι με την κλασσική έννοια – όποιος γεννήθηκε θα πεθάνει. Όχι ως υπαρξιακή συμφιλίωση με την κατάλυση του εαυτού μας «εις χουν». Αλλά με την άλλη , την πιο δυσδιαχείριστη μορφή του , τον θάνατο των προσφιλών μας. Δε θα πω πως τα ποιήματα αυτά τον ξορκίζουν. Τον βάζουν μπροστά σου σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό πάνω στο τραπέζι , ένα ζεστό καλοκαιρινό μεσημέρι. Σε προκαλούν να το πιείς, να κοινωνήσεις απ΄αυτόν . Κι έπειτα να βγεις στη ζωή πιο καθαρμένος, πιο σοφός. Όχι δεν είναι το νερό της λησμονιάς , αντιθέτως. Είναι το νερό της κραταιάς μνήμης. Απαστράπτουσας , σαν κρύσταλλο. Η μνήμη διευρύνεται , εκρήγνυται, σαν τεράστιος σούπερ νόβα. Σε κατακαίει και σε λυτρώνει. Και το φθινόπωρο κοφτερό σα χαρτί σαμουά όπως λέει η Πεχλιβάνη, δεν το φοβάμαι πια/ δεν έχω τίποτα να χάσω. Την συλλογή αυτή της Αγγελικής τη χώνευα μέσα μου, κάθε λέξη, κάθε στίξη, κάθε υπόνοια, κάθε πρόκα γινόταν σμίλη και με σμίλευε. Δεν μπορούσα να μιλήσω για αυτό το βιβλίο . Επιδρούσε μέσα μου υπογείως , σαν εμβόλιο στο δικό μου νοερό πένθος για την ενδεχόμενη μητρική απώλεια που με τρόμαζε από παιδί. Παράξενο που ναι το μυαλό. Όταν κάτι μιλά τόσο βιωματικά, τόσο επιδέξια στον βαθύτερο φόβο σου , το μυαλό σιωπά και ρουφά σα σφουγγάρι, σταματάει τις αντλίες που διώχνουν τα απόνερα . Κι ο φόβος μη χάσουμε τη μάνα μας έχει πολλά από δαύτα. Το βιβλίο αυτό δεν ψεύδεται. Σπανίως ένα βιβλίο δεν ψεύδεται. Εμπεριέχει τόνους συμπιεσμένης οδύνης, απορίας, ματαίωσης, νοσταλγίας που τρυπά το κόκκαλο και φτάνει ως το μεδούλι. Έχει δύο βιωμένους χρόνους. Της καθημερινότητας, των αναγκών, των περιπλοκών του πένθους και της απώλειας. Το φαγητό πρέπει να μπει στο φούρνο κάθε Κυριακή, να συγκεντρώσει τα υλικά σώματα που πρέπει να φάνε, να πιούνε, να ευφρανθούν, να φροντιστούν, να κοιμηθούν, να δέσουν τα κορδόνια των παπουτσιών τους. Ερήμην της μάνας που τα φρόντιζε όλα εκείνη. Το παιδί ενηλικιώνεται μόνο όταν χάσει τη μάνα , λένε οι ειδικοί. Ο δεύτερος χρόνος είναι ο άϋλος είναι η ανάγκη , ο πόνος από την στέρηση της φυσικής ύπαρξης . Είναι η μνήμη, η φροντίδα , το ταχτάρισμα της μάνας, των φόβων, των επιθυμιών , των αναγκών , των στοιχείων που την καθιστούσαν αναντικατάστατη . Όχι ως μάνα αλλά ως προσωπικότητα. Με το γέλιο της, τις μικρές ακριβές συνήθειες, την νεανική κοκεταρία, την συγκατάνευσή της στο παιγνιώδες των λέξεων και των αισθήσεων. Είναι η τρυφερή μέριμνα να μείνει αναλλοίωτη κι αξιοπρεπής, υπαρκτή και επιδραστική ακόμα και κατά την υλική φθορά της. Η Αγγελική χωρίς να είναι θρήσκα με τη στενή έννοια του όρου, σαν αρχαίος μύστης, σαν αναχωρητής ακολουθεί τα άϋλα, το λεπτό θυμίαμα της μνήμης , τη λεπτή οξύτητα των διευρυμένων αισθήσεων που επίτηδες απλώνουν τεράστιες αντένες προς άλλες διαστάσεις. Με τη μνήμη να συνδέει το παρελθόν με το παρόν. Με τη θλίψη και την έλλειψη να αναζητούν την ύπαρξή της παντού, στον αέρα, στο νερό, στα αντικείμενα. Μεγάλο πράγμα η έλλειψη . Τείνει να γεμίσει το κενό με ένα σύμπαν . Εν ανάγκη καταργώντας τους νόμους της φύσης. «Κάποιες νύχτες ελαφρές [...] ξυπνάω και είμαι νεκρή. Όχι πολύ νεκρή [...] μα επαρκώς νεκρή για να σε συναντήσω». Όμως η κάθαρση δεν έρχεται μόνο μέσα από την μετουσίωση της απώλειας σε γραφή εξομολογητική, σε τρυφερότητα, σε θάλασσα συνεχούς φροντίδας μη χαθεί το νήμα, ο ομφάλιος λώρος με τη μάνα που γιγαντώνεται ως ψυχική και πνευματική παρουσία αντισταθμίζοντας το διάτρητο της φθοράς. Έρχεται κι από κάπου αλλού ευφυώς κι αναπάντεχα! Από την παρουσία του πιο ανεξάρτητου, του πιο ανάλαφρου, ανέμελου κι απρόβλεπτου αιλουροειδούς , της γάτας που σουλατσάρει, παίζει, γλύφεται, γουργουρίζει και τρίβεται στον χώρο του Γ’ Νεκτοταφείου, πάνω στα μάρμαρα , πλάϊ σε φωτογραφίες με κορνίζα και ποδιές μανάδων που πλένουν τον τάφο του παιδιού τους. Γάτες που τριγυρίζουν ανάμεσα στα μνήματα συμφιλιώνοντας -με τον τρόπο που μόνο οι αβίαστες , απρόβλεπτες, αυτονόητες, φυσικές κι απλές γατίσιες συνήθειες μπορούν- τη ζωή και τον θάνατο. Θα λεγε κανείς πως δεν είναι απλά ζωϊκά όντα. Αλλά « επίτροποι» . Που σαν την ψυχή της μάνας βρίσκονται παντού . Σαν μετεμψυχώσεις μητρικής παρουσίας, σαν κανονιστικοί ρυθμιστές , σα θερμοστάτες νοσταλγίας, σα φρουροί μη χάσει ο νους του ζυμωμένου με την οδύνη ζώντος την επαφή με τη ζωή. Δίνοντας ρεσιτάλ παρουσίας , χαϊδεύοντας με φουντωτές ουρές το σκληρό λευκό μάρμαρο και το μαλακό ύφασμα της μάνας την ώρα που ανάβει τα θυμιάματα και τακτοποιεί το μνήμα του λεβέντη της που ταξιδεύει στη θάλασσα του επέκεινα… Σήμερα, 18 Οκτωβρίου, ημέρα Τετάρτη, είναι πολύ ήσυχα, μητέρα. Το φως του φθινοπώρου είναι πλάγιο, όπως πρέπει να είναι.[…] Ξέρω, δεν συμπαθείς τις γάτες, μα αυτή είναι όμορφη πολύ. τώρα μας πλησιάζει και ανεβαίνει πάνω σου, έχει μια γαλάζια ουρά, που είναι θάλασσα, σηκώνει κυματάκι και σου χαϊδεύει τα μαλλιά και σε δροσίζει. Σήμερα ο καιρός είναι όμορφος. Εσύ γαλάζια θάλασσα και η ουρά της γάτας να τρεμοπαίζει. Η τελευταία ενότητα είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα που με το θάνατό του επιτείνει απλώς το πένθος για τη μητέρα- εκείνος από παλιά σα να ναι περίπου απών, άλλωστε από νεότερος ήδη, μυρίζει χώμα, βροχή και φθινόπωρο. Κλείνοντας , θέλω να πω κάτι βαθιά λυτρωτικό που συντελείται- επίσης υπογείως- με την ανάγνωση του βιβλίου της Αγγελικής Πεχλιβάνη. Ο απαρηγόρητος πόνος για το πιο σκληρό κι αμετάκλητο , το πιο κακό αστείο που υφίσταται ο άνθρωπος, την απώλεια των πιο στενών προσφιλών του, των σημείων αναφορών του και πηγών ύπαρξής του, μετουσιώνεται θαυμαστά σε τέχνη. Κι η τέχνη καταργεί το θάνατο. Μόνο η τέχνη. ο πόνος δεν είναι προνόμιο αλλά κοινοτοπία… λέει πολύ εύστοχα κάπου . Δίνοντάς μας η ίδια απλόχερα το ίαμα. Το μοναδικό. Διαχρονικά. Την υψηλή τέχνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: