2.7.20

Ένας ίσκιος πάνω στο φως, γράφει η Χριστίνα Λιναρδάκη [Είμαι ο αδελφός της ΧΧ, Φλερ Γιέγκυ]


Στις σελίδες του μικρού αυτού βιβλίου κατοικούν 21 ιδιαίτερες ιστορίες και ισάριθμοι αφηγηματικοί πρωταγωνιστές, οι οποίοι ακροβατούν στα όρια του πραγματικού, ξεπερνώντας κατά κανόνα τα όρια της κανονικότητας. Κατά βάση, οι ιστορίες είναι εσωτερικοί μονόλογοι (χωρίς όμως να αποκλείονται και άλλες αφηγηματικές τεχνικές όπως ο διάλογος) που ξεκινούν από ένα άγνωστο κάπου και απλά σταματούν, ενίοτε με ακατανόητο τρόπο – χωρίς να τελειώνουν όσα περιγράφονται ούτε όσα σκέφτεται ο αφηγητής. Υπό αυτή την έννοια, πρόκειται για στιγμιότυπα αφηγήσεων, θραύσματα ή σπαράγματα αποκομμένα από οποιαδήποτε κανονική ροή και αιωρούμενα σε ένα χωροχρονικό
ασυνεχές χωρίς σημείο αφετηρίας ούτε σημείο τερματισμού. Καθώς αυτά τα χαρακτηριστικά είναι τυπικά της μεταμοντέρνας γραφής, θα πρέπει να κατατάξουμε τις ιστορίες της Γιέγκυ στον μεταμοντερνισμό, μόνο που είναι ένας μεταμοντερνισμός όπου επικρατεί το γοτθικό στοιχείο. Το γοτθικό παραδοσιακά συνδέεται με την έννοια του τρόμου, χωρίς ωστόσο ο τρόμος να είναι το ζητούμενο: είναι απλά το μέσο για την επίτευξη άλλων, ευρύτερων σκοπών. Αν σκεφτούμε ότι το γοτθικό μυθιστόρημα συνόδευσε το ρομαντικό κίνημα, για να έρθει σε ρήξη με τον ορθολογισμό του 18ου αιώνα, πλήττοντας τον Διαφωτισμό στην αχίλλειο πτέρνα του με την εξερεύνηση ενός σύμπαντος από το οποίο απουσίαζε η λογική, θα καταλάβουμε ότι το συγκεκριμένο είδος αναδύθηκε ως αντίδραση στη βιομηχανοποίηση και την επιστημονική επανάσταση που είχε προηγηθεί και ως προσπάθεια να ξαναφέρει στο προσκήνιο την ανθρώπινη ψυχή, έστω κι από τη σκοτεινή της πλευρά. Αυτή άλλωστε ήταν το δόλωμα που τράβηξε την προσοχή του κοινού. Μέσα από αυτό το πρίσμα πρέπει να δούμε και το βιβλίο της Γιέγκυ: σαν μία κραυγή ενάντια στην αφαίρεση της ανθρωπιάς που συντελείται στις μέρες μας, σαν ένα αγκάθι που θέλει να στρέψει την προσοχή στην πληγή. Την ίδια στιγμή, η σύγκρουση του ορθολογισμού με το ανορθολογικό στοιχείο υπαινίσσεται την ανάγκη του ανθρώπου να ψηλαφίσει τον κόσμο που υπάρχει πίσω από τον κόσμο που φαίνεται και να προσδιορίσει μια άλλη πραγματικότητα που λειτουργεί πέρα από τον στενό ορίζοντα της καθημερινότητάς του. Ο άνθρωπος θέλει να δει το σύμπαν που τον οριοθετεί, που αναδεικνύει το πεπερασμένο της φύσης του και κρύβει την εξήγηση για τα ακατάληπτα σε αυτόν φαινόμενα της γέννησης και του θανάτου. Η θερμότατη υποδοχή της οποίας έτυχε το γοτθικό μυθιστόρημα οφείλεται σε αυτήν ακριβώς την ανθρώπινη ανάγκη, την οποία είχε απωθήσει ο ορθολογισμός του Διαφωτισμού. Το γοτθικό μυθιστόρημα ήταν το εισιτήριο για τον προθάλαμο αυτού του άλλου Σύμπαντος: προκαλώντας πλούσιες εκκρίσεις αδρεναλίνης, έδωσε ένα πρόσωπο (καίτοι παραμορφωμένο) στην άλλη πλευρά, στο σφόδρα επιθυμητό Άγνωστο. Επομένως, δεν χρειάζεται να απορούμε για την, παράξενη ομολογουμένως, επιλογή των πρωταγωνιστών της Γιέγκυ: διάσημοι συγγραφείς όπως ο Ίταλο Καλβίνο, ο Ιωσήφ Μπρόντσκυ ή ο Όλιβερ Σακς, οραματιστές του 13ου αιώνα, βαρόνες, βασανισμένα αδέλφια που μεγάλωσαν σε ελβετικά οικοτροφεία είναι τυπικά δείγματα των αντι-ηρώων που παρελαύνουν στα διηγήματά της. Όλοι θα μπορούσαν να είναι απλοί άνθρωποι του σήμερα που κατατρύχονται από παντοδύναμες σκέψεις, εμμονές ή παραληρήματα. Οι πρωταγωνιστές της είναι στοιχειωμένοι από κάτι απροσδιόριστο, τις περισσότερες φορές σκοτεινό. Σχεδόν πάντα υφέρπει η νοσηρότητα ή η τρέλα που χρωματίζει τις ιστορίες με σκούρα, μονότονα, συχνά τρομακτικά χρώματα. Ακόμη και ο έρωτας μετατρέπεται σε κάτι σκοτεινό που, αντί να απελευθερώνει, δένει τους ανθρώπους στη γη και αποτελεί πολλές φορές ισοδύναμο του θανάτου – με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Κάπου εκεί είναι που οι ιστορίες της Γιέγκυ αποκτούν βιαιότητα. Δεν είναι όμως μια βιαιότητα υπερτονισμένη, όπως στα θρίλερ. Είναι μια βιαιότητα σιγανή, σχεδόν ανεπαίσθητη: είναι η βιαιότητα που παραμονεύει σε καθημερινά πράγματα όπως το κρύο ή η σιωπή και ενεργοποιείται από τον τρόπο που βάζουμε θετικό ή αρνητικό πρόσημο σε αυτά, καθώς τα χρησιμοποιούμε για να υπηρετήσουμε το στοιχείο της παραφροσύνης που υπολανθάνει μέσα μας. Στις ιστορίες του βιβλίου, η πλοκή δεν είναι γραμμική: μοιάζει καμπυλωμένη, λες και το βαρυτικό πεδίο τού εκάστοτε αφηγητή να είναι τόσο δυνατό που τα τεκταινόμενα αδυνατούν να ξεφύγουν από την προσωπική του οπτική. Τα τεκταινόμενα εμφανίζονται θρυμματισμένα μέσα στον ψυχισμό του και μετατρέπονται σε εσωτερική ηχώ που αναιρεί την έννοια της δράσης. Είναι σαν η αντίληψη των γεγονότων να υπονομεύει την ίδια τους την ύπαρξη. Αποτελούν επομένως οι ιστορίες της Γιέγκυ απτό παράδειγμα του υπαρξισμού κατά Καντ, σύμφωνα με τον οποίο η πραγματικότητα που συνιστά την εμπειρία μας δεν είναι τελείως ανεξάρτητη από εμάς ούτε υπάρχει έξω από εμάς. Ωστόσο, ο αναγνώστης διαισθάνεται πως υπάρχει κάτι ακόμη, κάτι πέρα από αυτή την καμπυλωμένη οπτική. Η διαίσθηση αυτή δημιουργεί ένταση μέσα του και τον κατακλύζει. Η δυνατή γραφή της συγγραφέως φέρνει στο προσκήνιο στιγμές ανωμαλίας της κανονικότητας, συνυφασμένες όμως στον ιστό της. Ανεπαίσθητες, υπόκωφες, αλλά έντονες και επίμονες. Οι ιστορίες της αναδεικνύουν συνιστώσες του κόσμου μας που αποφεύγουμε να ενστερνιστούμε, όμως δημιουργούν παράλληλα εναλλακτικούς κόσμους που μένουν ανεξίτηλοι στον νου του αναγνώστη και τον καθηλώνουν. Το αγκάθι στρέφει την προσοχή στην πληγή, την ίδια στιγμή που η ανάγκη του ανθρώπου να ψηλαφίσει τον κόσμο που υπάρχει πίσω από τον κόσμο που φαίνεται παραμένει αδήριτη στο διηνεκές. 
 Read more at: https://www.literature.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: