21.7.20

Πρόσωπα και προσωπεία της Οδυσσειακής Πηνελόπης σε ποιήματα και πεζά της νεότερης λογοτεχνίας

της Δήμητρας Γ. Μπεχλικούδη*
Στη νεότερη εποχή ο Τρωικός μύθος και οι κεντρικοί του χαρακτήρες, κατά κύριο λόγο, δεν έπαψαν να αποτελούν πηγή έμπνευσης για καλλιτεχνική και λογοτεχνική δημιουργία. Τα συναισθήματα που εκφράζονται από τους χαρακτήρες στην πορεία της αφήγησης σε σημαντικά επεισόδια του τρωικού κύκλου και η αναδιαπραγμάτευσή τους τροφοδοτούν νεότερα λογοτεχνικά κείμενα Ελλήνων και ξένων ποιητών και πεζογράφων. Η αναζήτησή μας εστιάζει το ενδιαφέρον της στην προσέγγιση της μορφής της Πηνελόπης σε κάποια από τα νεότερα αυτά κείμενα, που έχουν επιλεχθεί και στο αν και σε πιο βαθμό η αναψηλάφηση στάσεων και συναισθημάτων που αναδύονται από τη μελέτη τους συγκλίνουν, αποκλίνουν ή διαφοροποιούνται στο νέο κειμενικό περιβάλλον συγκριτικά με τους τρόπους με τους οποίους αποτυπώνονται στην Ομηρική Οδύσσεια.

Πριν αναφερθούμε σε συγκεκριμένα κείμενα, θα προβούμε σε μια σύντομη υπενθύμιση της παρουσίας της Πηνελόπης στην Οδύσσεια. Εμφανίζεται ή σκιαγραφείται σε έμμεσες αναφορές το πρόσωπό της στις ραψωδίες α-δ-π-ρ-σ-τ-υ-φ για να κλείσει τον κύκλο της στη ραψωδία ψ, όπου και ολοκληρώνεται σε όλη του τη διάσταση ο χαρακτήρας της, όπως έχει διαφανεί από την αρχή της Οδύσσειας.
Το πρόσωπο της Πηνελόπης συγκροτείται στο πλαίσιο της επικής αφήγησης μέσα από τους κανόνες του είδους, το οποίο ορίζεται κατά τον Μπαχτίν(1) από την «τελειότητά του, το υψηλό του ήθος και την πλήρη απουσία οποιασδήποτε λογοτεχνικής αφέλειας». ‘Ένα από τα δύο – μαζί με τον Τηλέμαχο- κύρια και παραπληρωματικά αφηγηματικά πρόσωπα που σχετίζονται με τον κεντρικό ήρωα, η Πηνελόπη, αναδύεται πιστή, καρτερική, αφοσιωμένη, περίφρων, «…με την ίδια επιτηδειότητα και ευφυΐα …την ίδια ψυχική δύναμη και αντοχή, το γυναικείο ισοδύναμο του ήρωα»(2). Μεγαλόπρεπη και όμορφη, οξύνους και φρόνιμη στη διαχείριση πειρασμών και αντιξοοτήτων, δύσπιστη και επιφυλακτική για τον φόβο ψευδών ειδήσεων σχετικά με την τύχη του άντρα της. Ευαίσθητη και πλούσια σε συναισθήματα αλλά και δυναμική και επικριτική, όποτε απαιτείται να ορθώσει ανάστημα και να αντιμετωπίσει ανυπέρβλητα εμπόδια. Πρότυπο γυναίκας και μάνας στον αντίποδα Ελένης και Κλυταιμνήστρας. Έτσι εγγράφεται στο Ομηρικό κείμενο.
Έχει επισημανθεί ότι «…τα κείμενα δημιουργούνται μάλλον σε επαφή με άλλα κείμενα και όχι σε επαφή με τα γεγονότα ή τους φορείς της ζωής… Η διαπίστωση ότι η λογοτεχνία βασίζεται στην επίδραση σημαίνει ότι η λογοτεχνία είναι διακειμενική. Και οι διακειμενικές σχέσεις εμπεριέχουν υποχρεωτικά μια στιγμή που είναι ερμηνευτική. Για να είναι η συνάντηση λογοτεχνικά παραγωγική, προϋποθέτει μια ανάγνωση, όσο ελλιπής ή επιφανειακή και αν είναι μια τέτοια ανάγνωση …»(3).
Με βάση την προαναφερθείσα άποψη, θα επιχειρήσουμε να ανιχνεύσουμε τις απεικονίσεις του προσώπου της Πηνελόπης σε κείμενα της νεότερης λογοτεχνίας. Με δεδομένο ότι η διακειμενική ανάγνωση αποτελεί ένα από τα βασικά μεθοδολογικά εργαλεία της σύγχρονης συγκριτολογίας,(4) μια απόπειρα συγκριτικής θεώρησης κειμένων, ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας ενισχύει την αναγνωστική μας προοπτική και ενδυναμώνει τη θεώρησή μας κατά την επικοινωνία μας με το λογοτεχνικό έργο. Βεβαίως, δεν θα προβούμε σε εξαντλητικές αναλύσεις. Το ζήτημα είναι να ανιχνεύσουμε τον διάλογο ή αντίλογο που μπορεί να προκύπτει από τη συνομιλία των επιλεχθέντων κειμένων και του Ομηρικού «πρωτοτύπου».
Όσον αφορά στη μελέτη της σχέσης της νεοελληνικής ποίησης με τον Όμηρο, ήδη το 1946 Ο Δημήτρης Νικολαρεΐζης (5) θέτει το θέμα στο δοκίμιό του με τίτλο « Η παρουσία του Ομήρου στη νέα ελληνική ποίηση». Επίσης, το ζήτημα αυτό συζητείται διεξοδικά στο έργο του David Ricks, Η σκιά του Ομήρου, ένα «εκτενές δοκίμιο» (6), που επικεντρώνεται εμφαντικά στους ποιητές Σεφέρη, Καβάφη, Σικελιανό, με αφετηρία τη σχετική μελέτη του Νάσου Βαγενά (7). Αξιοποιώντας τις πηγές και μια πλούσια ελληνική και ξένη βιβλιογραφία (8), συγκεντρώνει «την προσοχή του σε έργα που έχουν κάποια άμεση σύνδεση με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια – σε αντίθεση με έργα που κάνουν πιο αόριστες μυθολογικές αναφορές- » , περιοριζόμενος σε μια μικρή επιλογή ποιημάτων.
Όταν μελετούμε τα συναισθήματα ως λογοτεχνικό εργαλείο, είτε συζητάμε τη λειτουργία τους στα Ομηρικά έπη είτε στη λογοτεχνία γενικότερα, είναι γεγονός ότι σε όλη την ποικιλία και τις αποχρώσεις τους συνιστούν καθοριστικά συγκινησιακά, διαισθητικά στοιχεία οργανικά δεμένα με το λογοτεχνικό έργο όπως και με την ανθρώπινη ζωή. Πολύ περισσότερο, όταν εξετάζεται το φαινόμενο της οικογένειας και γενικότερα της κοινωνικότητας συχνά εκχωρείται στην ψυχολογία ο,τιδήποτε ανήκει στο πεδίο των συναισθημάτων. « Όμως τα συναισθήματα, ακόμη και τα πιο αυθόρμητα, έχουν κι αυτά κοινωνική προέλευση και από το σημείο αυτό και μετά ανοίγεται ο ενδιαφέρων διάλογος της ανθρωπολογίας των συναισθημάτων σε “τόπο” συζήτησης κεντρικών ζητημάτων της σύγχρονης κοινωνικής επιστήμης»(9).
Στην παρούσα διερεύνησή μας θα επιχειρήσουμε να αναγνώσουμε αποτυπώσεις των συναισθημάτων της Οδυσσειακής Πηνελόπης, καταρχάς σε τρία ποιήματα: Γιάννη Ρίτσου, « Η απόγνωση της Πηνελόπης»(10), Κυριάκου Χαραλαμπίδη, «Η Πηνελόπη αναγνωρίζει τον Οδυσσέα»(11), Κατερίνας Αγγελάκη –Ρουκ , « Λέει η Πηνελόπη»(12). Κοινό στοιχείο στα δύο πρώτα ποιήματα με τη σειρά παράθεσής τους είναι η σκηνή του αναγνωρισμού Οδυσσέα-Πηνελόπης. Στο ομηρικό έπος, η συγκεκριμένη σκηνή περιλαμβάνεται στη ραψωδία Ψ (στ.163-217 , 225-40). Έχει ήδη προαναγγελθεί στην Πηνελόπη ο ερχομός του Οδυσσέα από την Ευρύκλεια, η τιμωρία των μνηστήρων και μαζί με τα συχαρίκια η πρόσκλησή του να συναντηθούν. Η σκηνή της συνάντησης, «πραγματεία σκηνοθεσίας και ψυχολογίας»(13), εκτυλίσσεται μέσα από μια ανοδική κλιμάκωση έκφρασης των συναισθημάτων του ζευγαριού.
Και στα δύο ποιήματα η σκηνή του αναγνωρισμού μεταγράφεται σε τριτοπρόσωπη αφήγηση. Στο ποίημα του Ρίτσου το ιδιαίτερο συναισθηματικό βάρος των όσων θα ακολουθήσουν προσημαίνεται κατά έναν τρόπο από τη λέξη «απόγνωση» του τίτλου. Σε αντίθεση με το γεγονός ότι στην Οδύσσεια η Πηνελόπη αμφιταλαντεύεται για την ταυτότητα του επαίτη, στο ποίημα του Ρίτσου δεν ακολουθείται το μυθολογικό του πρότυπο.
Δεν ήτανε πως δεν τον γνώρισε στο φως της παραστιάς ·δεν ήταν
Τα κουρέλια του επαίτη, η μεταμφίεση,- όχι· καθαρά σημάδια:
η ουλή στο γόνατό του, η ρώμη, η πονηριά στο μάτι. Τρομαγμένη,
ακουμπώντας τη ράχη της στον τοίχο, μια δικαιολογία ζητούσε,
μια προθεσμία ακόμη λίγου χρόνου, να μην απαντήσει,
να μην προδοθεί.
Αξίζει να σημειωθεί η άποψη που έχει διατυπωθεί από κάποιους μελετητές βασισμένους στις αρχές της ψυχανάλυσης, ότι υποσυνείδητα η Πηνελόπη έχει αναγνωρίσει τον Οδυσσέα στο πρόσωπο του ζητιάνου ήδη από τη ραψωδία τ, δυσκολεύεται όμως να το παραδεχτεί. Ανεξάρτητα όμως από αυτή την επισήμανση, στα αρχαιόθεμα ποιήματα του Ρίτσου οι ανατροπές στον μύθο είναι κάτι που απαντάται ευρέως, ιδιαίτερα στα αρχαιόθεμες συνθέσεις της Τέταρτης Διάστασης, όπου και επιλέγεται από τον ποιητή η θέαση των προσώπων από μια διαφορετική οπτική γωνία, ο μύθος των πρωτοτύπων υπονομεύεται και συχνά ανιχνεύονται εσώτερες καταστάσεις που δεν ανταποκρίνονται σε όσα μας διασώζονται μέσα από τα κείμενα – έπος, τραγωδίες ή τη μυθολογία.
Η συνέχεια ορίζεται από το ερώτημα:
Γι’ αυτόν, λοιπόν, είχε ξοδέψει είκοσι χρόνια,
είκοσι χρόνια αναμονής και ονείρων, για τούτον τον άθλιο,
τον αιματόβρεχτο ασπρογένη;
Και το ερώτημα εκφράζει την απογοήτευση που βιώνει αντικρίζοντας τη γερασμένη όψη του, ανατρέχοντας σε μια στιγμή στα χαμένα χρόνια, στα είκοσι χρόνια που ξοδεύτηκαν, στα ανεκπλήρωτα όνειρα της προσμονής της. Αυτό που με βεβαιότητα και κατάφαση εκφέρεται στο στίχο του Σεφέρη (στο ποίημα «Ελένη») «…τόσος πόνος τόση ζωή πήγαν στην άβυσσο για ένα πουκάμισο αδειανό για μια Ελένη», στις αναλογίες του πάντα, εδώ αποδίδεται με την εσωτερική διερώτηση της Πηνελόπης.
Η απόγνωσή της αναπαρίσταται θεατρικά:
Ρίχτηκε άφωνη σε μια καρέκλα,
κοίταξε αργά τους σκοτωμένους μνηστήρες, στο πάτωμα, σα να κοιτούσε
νεκρές τις ίδιες της επιθυμίες. Και: «καλωσόρισες», του είπε,
ακούγοντας ξένη, μακρινή, τη φωνή της. Στη γωνιά, ο αργαλειός της
γέμιζε το ταβάνι με καγκελωτές σκιές· κι όσα πουλιά είχε υφάνει   με κόκκινες λαμπρές κλωστές σε πράσινα φυλλώματα, αίφνης,
τούτη τη νύχτα της επιστροφής, γυρίσαν στο σταχτί και μαύρο
χαμοπετώντας στον επίπεδο ουρανό της τελευταίας της καρτερίας.
Οι αποχρώσεις των συναισθημάτων της Πηνελόπης στο ποίημα του Ρίτσου δεν αντιστοιχούν σε εκείνες στην Οδύσσεια. Το καλωσόρισμα με μια φωνή μακρινή και ξένη, τα χρώματα του υφαντού στον αργαλειό της σταχτιά και μαύρα, εκείνα τα υφασμένα με «κόκκινες λαμπρές κλωστές και πράσινα φυλλώματα» και ο ίδιος ξένος στα μάτια της. Και όλα αυτά «αίφνης». Ξαφνικά. Στο αντίκρισμά του, ο υπαινιγμός της συζυγικής απιστίας υφέρπει στο στίχο «…κοίταξε αργά τους σκοτωμένους μνηστήρες, στο πάτωμα, σα να κοιτούσε νεκρές τις ίδιες της τις επιθυμίες»… αφού τα «είκοσι χρόνια αναμονής και ονείρων» όπου διαφαίνεται ο νόστος και η προσμονή της να ξανασμίξει με τον Οδυσσέα, μεταφράστηκαν σε ματαίωση και απογοήτευση, που κορυφώνεται σε απόγνωση καθώς τον αντικρίζει γερασμένο, «αιματόβρεχτο» και εξαθλιωμένο.
Στο ποίημα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη «Η Πηνελόπη αναγνωρίζει το Οδυσσέα», στην πρώτη στροφή αποθεώνεται η ομορφιά του ήρωα και ο ερωτισμός του άντρα που αποπνέει μπρος στα μάτια της «καχύποπτης» Πηνελόπης:
Η όψη του εφώτιζε τον ήλιο. / Τα σκουλαρίκια του έλαμπαν, τα περιδέραιά του./Τα μακριά του τα μαλλιά· πυκνό το δάσος/ του θεοπρόβλητου ανδρισμού του. Κι ήρθε/ η Πηνελόπη σαν καχύποπτη και τον κοιτούσε.
Στη δεύτερη στροφή αντιπαρατίθεται η εικόνα του προτού «λουστεί και μυρωθεί» «ως ήτανε ντυμένος τα κουρελιάσματά του» και αποδίδεται η βεβαιότητα της Πηνελόπης καθώς «τον μελετούσε συγκρίνοντάς τον με τον άντρα της,… πως είναι αυτός», βεβαιότητα που αίρεται αμέσως από την αμφιβολία. Στη συνέχεια, ο αφηγητής παρεμβαίνει επιχειρώντας με συγκεκριμένα ερωτήματα να διερευνήσει την ψυχολογική της κατάσταση εκείνης της στιγμής:
….μα πάλε κάτι μέσα της/ τονε τραβούσε μακρυά της· μήπως ήθελε/ αυτή να τραβηχθεί; έτρεμε άραγε/ τη φοβερή στιγμή;
Καθώς απάντηση δεν διαθέτει ο αφηγητής, διαφεύγει επικαλούμενος με νέα ερωτήματα τις απόψεις των έγκριτων ειδικών, μελετητών του έπους, συνδέοντας έτσι την ποίηση με την κριτική και αφήνοντας ταυτόχρονα μια λεπτή αιχμή παιγνιώδους ειρωνείας:
….Τι λέει ο Μαρωνίτης;/ ο Κακριδής πως το ξηγεί;
για να σταθεί στη συνέχεια σε μια σύντομη αναφορά στην παρέμβαση του Τηλέμαχου, σύμφωνα με το ομηρικό πρότυπο, και να αφήσει τα ερωτήματα ανοιχτά, αρκούμενος να επιβεβαιώσει το «δύσμητερ» του Τηλέμαχου, επικαλούμενος τη μαρτυρία του Πλάτωνα πως ο μέγας Ραψωδός Όμηρος ήταν παρών στη σκηνή.
Η απάντηση της Πηνελόπης στο ποίημα εναρμονίζεται με τη στάση της στο πρωτότυπο αναδεικνύοντας αμηχανία και αιδημοσύνη, στην προσπάθειά της να κατευνάσει την αγανάκτηση του γιού της, επικαλούμενη ταυτόχρονα την αποκάλυψη των κρυφών σημαδιών από τον ξένο-Οδυσσέα.
Ο αφηγητής στη συνέχεια βεβαιώνει ότι το ζευγάρι είχε ενδόμυχα συναντηθεί.
…Και όμως! Ομιλούσαν τόσην ώρα, / είχανε συναπαντηθεί κι είχανε σμίξει/ ερήμην φιλολόγων, ποιητών / και φιλοσόφων- σίγουροι για τα όσα/ θ’ ακολουθούσαν (θέμα χρόνου), ακίνητοι.
Στο σημείο αυτό, οι στίχοι αφενός εναρμονίζονται ως προς το περιεχόμενο με την ομιλία Οδυσσέα – Πηνελόπης που είχε προηγηθεί των «νίπτρων», σύμφωνα με το πρωτότυπο, αφετέρου ο αφηγητής ενισχύει την άποψή του γι’ αυτό που διαμείφθηκε ανάμεσα στο ζευγάρι – μια διαισθητική, βουβή επικοινωνία κάτω απ’ τα λόγια που αντάλλαξαν- προετοιμάζοντας με σιγουριά μέσα στην ακινησία τους, ό,τι θα ακολουθούσε σε λίγο «ερήμην φιλολόγων, ποιητών και φιλοσόφων». Με αυτό τον τρόπο ο αφηγητής προοικονομεί το δοξαστικό που θα ακολουθήσει στην τελευταία στροφή:
Κι ανάψανε τα φώτα, χύσανε τ’ αρώματα,/ζωστήκανε τα γιορτινά, πιάσαν τις φόρμιγγες/ και τραγουδήσαν και χορέψαν, πριν ρωτήσει/ ο ένας τον άλλο για το έσχατο, που ήταν/ εκεί και τους περίμενε΄ την κλίνη./(Περιγραφή, χαρακτηριστικά, θέση και σχήμα/ και όλα όσα κινούν το θαυμασμό.)
Η προαναγγελθείσα βεβαιότητα της βουβής επικοινωνίας Οδυσσέα-Πηνελόπης ολοκληρώνεται στην τελευταία στροφή με μια νέα ανατροπή του μύθου καθώς η έκρηξη χαράς στο σμίξιμό τους προηγείται της αναφοράς στα «κρυφά σημάδια» τα σχετικά με τη συζυγική κλίνη, εκεί που τους καρτερεί το «έσχατο» ως φυσικό επακόλουθο πλέον του συναπαντήματός τους.
Στο τρίτο ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη- Ρουκ, μια σύγχρονη Πηνελόπη αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο:
Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα,
ένα γραφτό άρχιζα, κι έσβηνα
κάτω απ’ το βάρος της λέξης
γιατί εμποδίζεται η τέλεια έκφραση
όταν πιέζετ’ από πόνο το μέσα.
Κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου
-απουσία από τη ζωή-
Κλάματα βγαίνουν στο χαρτί
Κι η φυσική οδύνη του σώματος που στερείται
Μιλάει μια ερωτευμένη γυναίκα που βιώνει τραυματικά την απουσία του αγαπημένου της. Πόνος, στέρηση ηδονής, βεβαιότητα της παντοτινής απουσίας του και νοσταλγία. Οι δυο αρνήσεις με τις οποίες αρχίζει το ποίημα ( Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα) προσδιορίζουν την ταυτότητα της Πηνελόπης που μιλάει εδώ, μιας Πηνελόπης που τη θέση της σαΐτας και της βελόνας έχει πάρει στα χέρια της η πένα της και ταυτόχρονα με το βάσανο της έλλειψης και της απουσίας, εκθέτει την βάσανο της γραφής:
…Σβήνω, σχίζω, πνίγω
  τις ζωντανές κραυγές
…κι εγώ με τις λέξεις θα κόβω
  Τις κλωστές που με δένουν
  Με τον συγκεκριμένο άνδρα
Πίσω από το προσωπείο της Πηνελόπης, το πρόσωπο του ποιητικού υποκειμένου, ορφανεμένο από την παρουσία του αγαπημένου άνδρα, στον οποίον και αποτείνεται. Μια απουσία που σημαδεύει την καθημερινότητά της, τα μικρά της ζωής, εικόνες που θησαυρίζονται στη μνήμη:
…Δε θα’ σαι ποτέ εδώ
  Με το λάστιχο να ποτίζεις τα λουλούδια
  Να στάζουν τα παλιά ταβάνια
  Φορτωμένα βροχή
  Και να’ χει διαλυθεί η δική μου
  μες στη δική σου προσωπικότητα
  ήσυχα, φθινοπωρινά…
Η βεβαιότητα της απουσίας δεδομένη, όπως και η αίσθηση του τέλους που επιδιώκεται από την ίδια:
Η εκλεκτή καρδιά σου/- εκλεκτή γιατί τη διάλεξα-/ θα ΄ ναι πάντα αλλού/ κι εγώ με λέξεις θα κόβω/ τις κλωστές που με δένουν/ με τον συγκεκριμένο άντρα/ που νοσταλγώ/ όσο να γίνει σύμβολο νοσταλγίας ο Οδυσσέας/ και ν’ αρμενίζει τις θάλασσες/ στου καθενός το νου.
Ώσπου η επιδίωξη της λησμονιάς γίνεται εμμονή:
Σε λησμονώ με πάθος/ κάθε μέρα/ για να πλυθείς από τις αμαρτίες/ της γλύκας και της μυρωδιάς/ κι ολοκάθαρος πια/ να μπεις στην αθανασία.
Και η Πηνελόπη που «λέει», στο ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη- Ρουκ θα οδηγήσει τον αναγνώστη στα εσώτερα της γυναικείας ψυχής και στο αδιέξοδό της που ορίζεται από την ερημιά του έρωτα, τη δοκιμασία του σώματος, τη φιλοσοφική ενατένιση της ζωής, αλλά και την ελπίδα μιας υπέρβασης και δικαίωσης πως
Ό,τι χάνει σε αφή/ κερδίζει σε ουσία.
 Περνώντας, στη συνέχεια στο χώρο της πεζογραφίας, θα αναφερθούμε σύντομα και περιεκτικά σε τρία κείμενα με πρώτο το βιβλίο της Αγγέλας Καστρινάκη, Εκδοχές της Πηνελόπης(14). Πρόκειται για τα πέντε πρώτα διηγήματα μια συλλογής διηγημάτων με τους τίτλους: « Η Πηνελόπη στο βιομηχανικό μουσείο», «Η κατασκευή της Πηνελόπης». «Μνηστηροφονία», «Ο όρος της πίστης», «Η ευεργεσία της απόστασης», τα οποία και αντιστοιχούν σε πέντε σύγχρονες εκδοχές της μυθικής Πηνελόπης. Πιστή ή άπιστη η σύγχρονη Πηνελόπη; Ως Πηνελόπη στο πρώτο διήγημα, ως Μαρίνα Μάνου στο δεύτερο, ως Όπη στο τρίτο, ως Πηνελόπη στο τέταρτο να περιμένει επί είκοσι εβδομάδες – τι ειρωνεία …όχι είκοσι χρόνια- τον Οδυσσέα της – που δίνει διαλέξεις στο εξωτερικό – και να του μένει πιστή όσο είναι μακριά και τέλος να τον δέχεται με ανοιχτές αγκάλες όταν επιστρέφει, διατηρώντας ταυτόχρονα μια μυστική σχέση με τον Φ. Περιχαρής και ανώνυμη στο τελευταίο διήγημα της ενότητας η γυναίκα. Η ματαίωση της έλευσης του αγαπημένου της, με τον οποίο την χωρίζει ο χρόνος και απόσταση, βιώνεται στο κλείσιμο του κειμένου με ανακούφιση από την ίδια, καθώς η απόσταση κρίνεται εν τέλει ευεργετική. Το χιούμορ, η ίντριγκα, η λεπτή ειρωνεία, η εκτύλιξη σφοδρών ερωτικών καταστάσεων και της ματαίωσής τους στο σήμερα, χωρίς να το ανατρέπουν εντελώς, παραλλάσσουν το αρχαίο μυθικό πρότυπο, αφήνοντας το πρόσωπο της σύγχρονης Πηνελόπης να φωτίζεται μέσα από μια ποικιλία συναισθημάτων, συχνά αντικρουόμενων.
Η δεύτερη στάση μας είναι το μυθιστόρημα του Ζάκαρι Μέιζον, Τα χαμένα βιβλία της Οδύσσειας(15), «μια γοητευτική ανασύνθεση της ιστορίας του Οδυσσέα», μια άλλη εκδοχή της Οδύσσειας και των αρχαίων μύθων. Θα σταθούμε αποκλειστικά σε ότι αφορά στην Πηνελόπη. Στο πρώτο κεφάλαιο με τον τίτλο «Μια θλιβερή αποκάλυψη» εξιστορείται η επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη σύμφωνα με την οποία, καθώς εκείνος μπαίνει στο σπίτι, τη βρίσκει στον αργαλειό της, ενώ ένας ηλικιωμένος άνδρας «λαγοκοιμάται δίπλα στη φωτιά». Εκείνη τον αναγνωρίζει αμέσως τον καλωσορίζει με δάκρυα και απολογείται για όσα έχουν συμβεί στην απουσία του λόγω της ψευδούς πληροφόρησης για το θάνατό του. Η αφήγηση μοιάζει ονειρική, ώσπου «ξαφνικά, θεόσταλτα, έρχεται η αποκάλυψη» ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά μια «εκδικητική ψευδαίσθηση… παραπλάνηση κάποιου μοχθηρού θεού». Στο ενδέκατο κεφάλαιο με τίτλο « Μια νύχτα στο δάσος» μέσα από μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Οδυσσέα σχετική με την επιστροφή του στην Ιθάκη αλλά και με αναδρομές στην πρότερη κοινή ζωή τους συνοψίζει τα βασικά σημεία του αναγνωρισμού, σύμφωνα με το πρωτότυπο, σε γενικές γραμμές, αφήνοντας να φανούν στοιχεία της ομορφιάς αλλά και του χαρακτήρα της για να δώσει ένα ευτυχισμένο τέλος στην ιστορία του. Στο κεφάλαιο με τίτλο « Σύζυγος Κανενός» εξιστορείται μια συνάντηση του Οδυσσέα με την νεκρή Πηνελόπη κατά την προσωρινή διαμονή του στη χώρα των νεκρών, όπου και τον αναγνωρίζει και τον απομακρύνει, ενώ εκείνος δηλώνει πως θα επιστρέψει εκεί όταν οι μέρες της ζωής του τελειώσουν. Αν και στο βιβλίο του Μέισον οι ελιγμοί της αφήγησης και τα εναλλακτικά επεισόδια αφορούν περισσότερο στην πανουργία του Οδυσσέα, η Πηνελόπη στο φόντο εμφανίζεται μέσα από διαφορετικές εκδοχές με άλλα πρόσωπα αποτελώντας βασικό κρίκο σύνδεσης των επεισοδίων που εκτυλίσσονται κατά το ταξίδι της επιστροφής του ήρωα στην Ιθάκη.
Το πρόσωπο της Πηνελόπης φθάνει σε μας μέσα από τις σελίδες του πεζογραφήματος της Μάργκαρετ Άτγουντ, Πηνελοπιάδα (16). Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση η Πηνελόπη αναλαμβάνει το ρόλο να αφηγηθεί τη δική της ιστορία και να δώσει τη δική της οπτική για όσα συνέβησαν από το γάμο της με τον Οδυσσέα μέχρι την εξόντωση των μνηστήρων στοχεύοντας να αποσείσει από πάνω της το βαρύ φορτίο των κατηγοριών, ότι τάχα δεν τίμησε τον άντρα της κατά την απουσία του αλλά απίστησε. Δεν αποκλίνει της ομηρικής άποψης σχετικά με την ταυτότητά της. Μιλώντας από τον άλλο κόσμο, στον οποίο έχει απέλθει, εξιστορεί ως σκιά και όσα συνέβησαν μετά το θάνατό της. Στα χορικά που παρεμβάλλονται, οι δώδεκα απαγχονισμένες θεραπαινίδες της εκθέτουν τη δική τους εκδοχή για ζητήματα σχετικά με τον ομηρικό μύθο. Η Άτγουντ, όπως σημειώνει στην εισαγωγή του βιβλίου, αξιοποιεί υλικό και από άλλες πηγές εκτός Οδύσσειας και επιτρέπει έτσι στην Πηνελόπη που αφηγείται να αντιστρέψει την ιστορία και με εργαλεία το χιούμορ, το σαρκασμό, τη ζωντάνια και τη γλαφυρή εξιστόρηση να κατασκευάσει ιστορίες και να υφάνει το δικό της νήμα. Η Πηνελόπη-αφηγήτρια της Άτγουντ πέρα από την απομυθοποίηση του Οδυσσέα αποκαλύπτει και τη δική της σκευωρία, ιδιαιτέρως όταν εξιστορεί τη σκηνή του αναγνωρισμού, τη σκόπιμα άκαμπτη συμπεριφορά της, όταν ο Τηλέμαχος «την έψεξε που δεν υποδέχθηκε με τον πρέποντα ενθουσιασμό τον πατέρα του» και ιδίως την τελική της υποχώρηση όταν λύνεται το ζήτημα σχετικά με τη συζυγική κλίνη: «…Μόνο τότε υποχώρησα και έπαιξα τη σκηνή της αναγνώρισής του. Έχυσα ικανοποιητικό αριθμό δακρύων και τον αγκάλιασα και του ανακοίνωσα πως είχε περάσει το τεστ του κρεβατιού, οπότε ήμουν πια πεπεισμένη πως ήταν αυτός». Η Άτγουντ κλείνει την Πηνελοπιάδα της αναθέτοντας στην αφηγήτριά της να απομυθοποιήσει και τον ίδιο της τον εαυτό, όταν μετά τις αφηγήσεις ιστοριών που ανταλλάσσει το ζευγάρι μετά το σμίξιμό του, αποκαλύπτεται ότι επινοήσεις του ίδιου και μυθεύματα ήταν οι περιπέτειες του Οδυσσέα, αλλά και η δική της πίστη εμμέσως αμφισβητείται : «Ήμασταν και οι δυο- όπως είχαμε παραδεχθεί- επιδέξιοι και αναίσχυντοι ψεύτες με μεγάλη προϊστορία. Είναι απορίας άξιο το ότι και οι δυο πιστέψαμε ο ένας τον άλλο. Έτσι έγινε όμως. Ή τουλάχιστον έτσι είπαμε μεταξύ μας».
Τέλος, το προσωπείο της Πηνελόπης, όπως αναδύεται από το αντίστοιχο ομότιτλο κεφάλαιο του Οδυσσέα ,του James Joyce(17), τον περίφημο μονόλογο της Molly, αναμφίβολα αποτελεί έναν σταθμό λογοτεχνικού λόγου. Στους κόλπους αυτού του αιρετικού και βλάσφημου έπους του Joyce, η «Πηνελόπη», όπως επισημαίνει η Dorrit Cohn (18), στέκεται ξέχωρα από το περικείμενό της σαν έναν αυτόνομο, αυτογεννώμενο και αυτό-εσωκλεισμένο μυθιστορηματικό κείμενο- χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτόνομου μονολόγου- και καθίσταται η μόνη στιγμή του μυθιστορήματος που η φωνή ενός χαρακτήρα – και εν προκειμένω, της Μόλυ Μπλουμ- ολοκληρωτικά σβήνει τη συγγραφική αφηγηματική φωνή από ένα ολόκληρο κεφάλαιο. Σε έναν διαρκή συμφυρμό παρελθόντος –παρόντος η ομιλούσα μνήμη της Μόλλυ-Πηνελόπης(19) εκλύει μέσα από έναν πυρακτωμένο λόγο απροκάλυπτα τις μύχιες σκέψεις της εξιστορώντας στιγμές της καθημερινότητας, σχολιάζοντας θέματα και πρόσωπα, αποκαλύπτοντας σεξουαλικές ενορμήσεις, εραστές και ερωτικές εμπειρίες, άλλοτε με έναν ρεαλισμό που σοκάρει και άλλοτε με συναισθηματικούς και ποιητικούς τρόπους. Η διείσδυση στο υπόστρωμα του «είναι» της, αποκαλύπτει μια πολυπρόσωπη «Πηνελόπη».
Κλείνοντας αυτή τη σύντομη περιδιάβαση σε νεότερα λογοτεχνικά κείμενα που με διαφορετικούς τρόπους ιχνογραφούν τον κόσμο της οδυσσειακής Πηνελόπης, σημειώνω λίγες γραμμές από το άκρως ενδιαφέρον βιβλίο του ψυχιάτρου, ψυχαναλυτή και πανεπιστημιακού δασκάλου Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, Ψυχανάλυση και Ομηρικά Έπη(20): «Η αιώνια έλξη των ομηρικών επών, η παράξενη οικειότητά τους, παρά τις χιλιετίες που μας χωρίζουν από τις πηγές της σύνθεσής τους, είναι το αποτέλεσμα πολλών και σύνθετων παραγόντων που λειτουργούν σε αμοιβαία αλληλεπίδραση. Όμως τα έπη, είναι αναμφισβήτητα, το παράγωγο και η ενσάρκωση μιας πολυεπίπεδης μετάβασης σε ένα βαθύ κοινωνικό, διανοητικό και ψυχολογικό επίπεδο».

Σημειώσεις:
  1. Μιχαήλ Μπαχτίν, Έπος και Μυθιστόρημα, πρόλογος-μετάφραση: Άρης Κιουρτσάκης, ΠΟΛΙΣ, 1995.
  2. Μανόλης Χατζηγιακουμής, Ανθολόγιο Οδύσσειας, Σχόλια και αναλύσεις, Ραψωδίες Α-Ω, Κέντρον Ερευνών και Εκδόσεων, Αθήνα 2016.
  3. Harold Bloom, Η αγωνία της επίδρασης, Μια θεωρία για την ποίηση, Επίμετρο: Paul De Man, Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις: Δημήτρης Δημηρούλης, Άγρα, 1989.
  4. Ζ.Ι. Σιαφλέκης, Συγκριτισμός και Ιστορία της Λογοτεχνίας,Αθήνα 1988, Επικαιρότητα.
  5. Δημήτρης Νικολαρεϊζης , «Η παρουσία του Ομήρου στη νέα ελληνική ποίηση», Νέα Εστία 42 (Χριστούγενα 1947).
  6. David Ricks, Η σκιά του Ομήρου, Κείμενα και κριτική του νεοελληνικού λόγου, μετάφραση: Αριστέα Παρίση, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1993.
  7. Νάσου Βαγενά, Ο ποιητής και ο χορευτής. Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Σεφέρη, Αθήνα, 1979 .
  8. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται στην αναλυτικότερη μελέτη του Κ. Μητσάκη, Ο Όμηρος στη ελληνική λογοτεχνία, Αθήνα 1976.
  9. Το ζήτημα αυτό πραγματεύεται σε συγκεκριμένο άξονα έρευνας ο Bernard Vernier στο βιβλίο του Η κοινωνική Γένεση των Αισθημάτων, Πρωτότοκοι και υστερότοκοι στην Κάρπαθο, Μετφρ. Ευγενία Τσελέντη, Επιστ. θεώρηση Ευθύμιος Παπαταξιάρχης, Εισαγωγή Εύα Καλπορτζή Αλεξάνδρεια, 2001.
  10. Γιάννη Ρίτσου, « Η απόγνωση της Πηνελόπης» από τη συλλογή Πέτρες. Επαναλήψεις. Κιγκλίδωμα. Αθήνα: Κέδρος, 1972 και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιάννης Ρίτσος, [1989] 1988. Ποιήματα Ι’ (1963-1972). 2η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.
  1. Κυριάκου Χαραλαμπίδη, «Η Πηνελόπη αναγνωρίζει τον Οδυσσέα», από τη συλλογή Δοκίμιν, Άγρα, 2000
  2. Κατερίνα Αγγελάκη –Ρουκ , « Λέει η Πηνελόπη»
  3. Κωνσταντίνος Σ. Γανωτής, Η Οδύσσεια του Ομήρου, εκδόσεις Πηλός, Αθήνα 2006.
  4. Αγγέλας Καστρινάκη, Εκδοχές της Πηνελόπης, διηγήματα, Πόλις, 2002
  5. Στο μυθιστόρημα του Ζάκαρι Μέισον, Τα χαμένα βιβλία της Οδύσσειας, μετάφραση Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος, εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2011
  6. Μάργκαρετ ‘Ατγουντ: «Πηνελοπιάδα. O μύθος της Πηνελόπης και του Οδυσσέα». Μετάφραση: Λεωνίδας Καρατζάς. Σειρά «Μύθοι» Εκδόσεις «Ωκεανίδα», 2005, σελ. 241.
  7. James Joyce, Οδυσσέας, μετάφραση Σωκράτης Καψάσκης, Κέδρος.
  8. Dorrit Cohn, Διαφανή Πρόσωπα, αφηγηματικοί τρόποι για την παρουσίαση της συνείδησης στη μυθοπλασία, μετάφραση-επιμέλεια: Δήμητρα Γ. Μπεχλικούδη, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2001.
  9. Βλ. σχετικά: Μαντώ Αραβαντινού, Τζαίημς Τζόυς, Ζωή και Έργο, Θεμέλιο, 1983
  10. Κωνσταντίνος Ι. Αρβανιτάκης, Ψυχανάλυση και Ομηρικά Έπη, Ικαρος-Ψυχαναλυτική Σειρά, Αθήνα 2008
*Διδάκτωρ Φιλολογίας – Επίτιμη Σχολική Σύμβουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια: