22.7.20

ΓΙΑΤΙ ΟΣΑ ΕΙΠΑΜΕ ΠΑΛΙΑ ΙΣΧΥΟΥΝ…

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ
Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος,
Ποιήματα (1962-2018),
Πανοπτικόν, 2020
Οι συγκεντρωτικές εκδόσεις της δουλειάς ποιητών που έχουν ολοκληρώσει το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής τους δράσης είναι πολλαπλά ενδιαφέρουσες για τον αναγνώστη και δη τον νεότερο. Πρώτον, του προσφέρουν την πανοραμική θέα σε ένα έργο που πολλές φορές είναι δυσπρόσιτο στο κοινό, κυρίως όταν πρόκειται για ολιγογράφους δημιουργούς που κρατούν χαμηλό εκδοτικό προφίλ, όπως ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Δεύτερον, και αυτό ισχύει εξόχως για την περίπτωση του Λυκιαρδόπουλου, εκτός από την αυτονόητη εποπτεία που παρέχουν στην περιπέτεια και την εξέλιξη της τέχνης, αποτυπώνουν την πνευματική εγγραφή μιας ολόκληρης εποχής. Στην περίπτωσή μας, βρίσκουμε το ίχνος, ως καλλιτεχνική ανταπόκριση και ως συγκεκριμένη πνευματική επιλογή, που εβδομήντα χρόνια ελληνικής ιστορίας έχουν αποθέσει στην ποίηση μιας μερίδας ποιητών της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.
Γεννημένος το 1936 ο Λυκιαρδόπουλος ανδρώθηκε καλλιτεχνικά στην αλγεινή δεκαετία του 1960. Το στίγμα της ποίησής του είναι ο πολιτικός ρομαντισμός, αυτός των μεγάλων χαμένων υποθέσεων της Αριστεράς. Οι μεγάλες διεθνείς επαναστάσεις (ο ρωσικός Οκτώβρης, ο Ισπανικός Εμφύλιος, Μεξικό, Λατινική Αμερική), η δική μας Κατοχή και ο Εμφύλιος, οι μεγάλες ανθρωπιστικές ουτοπίες, το όραμα της επανάστασης, που δεν έγινε και που ο ίδιος δεν πρόλαβε, διαμόρφωσαν μια ποίηση που έχει διαπιστώσει από πολύ νωρίς ότι είναι ήδη πολύ αργά και φέρει με πολλαπλούς τρόπους το άλγος της ιστορίας και ένα βίωμα επιγονισμού. Γι’ αυτό και ο ποιητής κουβαλά το τραύμα του επιζώντος και την συνακόλουθη ενοχή του καθώς και ένα πένθος που δεν είναι ακριβώς δικό του, γιατί, αφενός, δεν πρόλαβε ή δεν μπόρεσε να μπει μες στη φωτιά, αφετέρου, γιατί το πένθος του έχει βαθύτερες ρίζες. Στο Ραγισμένο ταμπούρλο [1962-1966], την πρώτη του δουλειά, διαβάζουμε:
«ανία»
Άλλοι πεθαίνουνε στ’ αλήθεια
με τσακισμένα χέρια γόνατα συνθήματα
με την απελπισία μπηγμένη στην καρδιά τους μέχρι τη λαβή
δεν γονατίζουν ούτε πόντο τη ζωή τους
πεθαίνοντας δαγκώνουνε τον θάνατο στο λαρύγγι
‒ κι εσύ
ξαπλωμένος στο γρασίδι
με την ωραία λιακάδα στα μαλλιά σου
παίζεις το κρυφτούλι με τη λύπη.
Και παρακάτω:
Όταν ήρθαμε
υποχωρούσαν τα μεγάλα οράματα αποδεκατισμένα
στα υπόγεια καταφύγια του στίχου.
Τώρα μας πήραν δρόμοι χωρίς επιστροφή
βήμα προς βήμα συλλαβίσαμε την έρημη δεκαετία
συλλαβίσαμε τη ζωή μας με χαμηλή φωνή και λίγο φως
και με το δάχτυλο να διστάζει σε κάθε συλλαβή
‒ χάσαμε τη ζωή μας λίγο-λίγο και χωρίς κόπο.
Μα πού είναι οι μέρες που στις φλέβες τους κυλούσαν
άνεμοι χτεσινοί αυριανά ποιήματα
όταν η ιστορία πλατάγιζε σε κάθε συνοικία
τραντάζοντας τις ρίζες τ’ ουρανού της αδικίας τα μπαλκόνια…
Δεν πρόλαβες τίποτα
‒ ανταύγειες μόνο
κουρέλια μουσικής που τα ξεβράζει τ’ όνειρο και η τρέλα
ανταύγειες από μια μάχη που άλλοι δώσανε
και χάσανε για σένα.
(σ. 25)
Με τρόπο ανάλογο με πολλούς συγχρόνους του ποιητές αντιμετωπίζει μια ριζική αντινομία: μέσα από την ποίηση ζητά να βάλει ένα τέλος σε αυτό το άλγος, μα μέσω ακριβώς της ποίησης το άλγος επαναρθρώνεται και τροφοδοτεί ως μόνιμος πόλος τη γραφή. Δεύτερον, η διάψευση της ουτοπίας, η υποστολή των μεγάλων οραμάτων Εσχατη στράτευσηδημιουργούν έναν κενό χώρο στον οποίο φαίνεται σαν να μην υπάρχει πια τίποτα να ειπωθεί και σαν η ποίηση να είναι ένα παρατεταμένο υστερόγραφο, που όμως γραφόμενο δεν αποτελεί πια επίλογο αλλά ένα νέο μόνιμο αίτημα. Μόνιμο αίτημα μια ηθική τάξη, της οποίας την έλλειψη διαπιστώνει στον σαπρό νεοελληνικό βίο, τον οποίο διατρέχει ποιητικά ανά δεκαετία σχεδόν: «τα δέκα κούφια χρόνια» του ’60, η φίμωση της Αριστεράς, μπετόν και αστικοποίηση, η μεταπολίτευση, ο ξύλινος λόγος του γιαλαντζί σοσιαλισμού, η διαφθορά που γαλούχησε το «πολιτικό κατοικίδιο των δημοκρατιών», παχύ και νεόπλουτο, όπως γράφει σε κάποιο πολιτικό του κείμενο, η άλωση της πατρίδας από τον τουρισμό και τον «εκσυγχρονισμό». Ανάμεσα σε αυτά μόνιμο αγκάθι οι χαμένοι σύντροφοι που έπεσαν «με τη σπασμένη σάλπιγγα» κι άλλοι που φεύγουν ένας-ένας, «τους παίρνει το ασανσέρ» της μεγαλούπολης στα άνω δώματα της ευζωίας, ενώ γύρω πληθαίνει ο αστικός εκβαρβαρισμός: «μπουζούκι και μπετόν αρμέ ‒ κάτω από αυτή τη μπότα μεγαλώσαμε».
Απέναντι σε αυτή τη δυστοπία ο εαυτός έχει διαλέξει από νωρίς τη θέση του, ούτε με τους μεν ούτε με τους δε, ζητώντας «μονάχα μια σωστή παραίτηση», θέση ωστόσο άβολη: «δεν περιμένω να γευτώ του αύριο τον καρπό», «εγώ χωρισμένος για πάντα από τη λαμπρή μου σταδιοδρομία» διατείνεται, αλλά αυτή η αιτούμενη ανοσία είναι θάνατος («Αυτό είναι ο θάνατος: ούτε κρύο ούτε ζέστη»). Αυτοί οι δύο πόλοι, ελπίδα («ελπίδα την ελπίδα χάσαμε τη ζωή») και απελπισία είναι εξίσου αφιλόξενοι τόποι, η μεν με τη διαβρωτική της νοσταλγία, η δε με την ψυχική ξηρασία. Ο ίδιος μετεωρίζεται ανάμεσα σε εκείνο το αεράκι της υπεσταλμένης ουτοπίας («σ’ αναζητώ εκεί που απόμεινε το σύνθημα στη μέση»), και σε μια «σημαία να σαπίζει στην ψυχή [τ]ου». Μετεωρισμός που μπορεί να στεγαστεί ψυχικά μόνο στη φανατική προαπόφαση της μη ένταξης. Διαλέγει για πατρίδα της την ορφάνια της ιδεολογίας και μόνιμο κλήρο την α-πορία:
Ας τα πάρουν λοιπόν. Αυτοί που χτίζουνε με ξένα κόκαλα ας τα πάρουν όλα. Τα χέρια και το παλιό μου δέρμα με τις μισοκαμένες ιστορίες. Όμως απ’ την ψυχή μου, νεκρή ή ζωντανή, δεν πρόκειται ν’ αγγίξουν ούτε τρίχα. Στη σύμβαση που υπέγραψα πουλάω οκτώ ώρες την ημέρα απ’ τη ζωή μου- τίποτα παραπάνω. Αυτό που τους παραχωρώ είναι μονάχα η στάχτη μου
Μια τέτοια στάση εκκινεί από μια αδιάλλακτη πολιτική στράτευση –πολιτική με την ευρεία έννοια του όρου‒ στην υπόθεση του ουσιωδώς ανθρώπινου και έναν φανατικό ιδεαλισμό που απέτυχε να ενδυθεί τον κυνισμό για να επιβιώσει:
σονέτο ΄97
Έζησε σ’ άλλες εποχές. Ως νέος δεν τα πήγαινε καλά ούτε με τον λυρισμό ούτε με τον κυνισμό ‒ δυστύχησε μετρίως. Ωριμάζοντας κατάλαβε.
Τα χρόνια πέρασαν. Σκαρφάλωσε τις δεκαετίες στίχο-στίχο. Έμαθε όλα τα τεχνάσματα της ποίησης αλλά έμεινε έντιμος ‒ κατά το δυνατόν.
Ανθηρός τώρα κι ετοιμοπόλεμος. Πρωτοκλασάτος. Ποτέ, ποτέ κυνικός – απλώς η πείρα ελέγχει το δάκρυ. Έμαθε όλα τα τεχνάσματα. Κάπου- κάπου μονάχα, το σώμα θυμάται το αδέξιο ποίημα που έγραψε είκοσι χρονών: ένα παλιό μυστικό που η τέχνη του συλλαβιστά λησμόνησε, για να επιζήσει.
Αυτός ο απορφανισμός συνάδει με την αίσθηση της πνευματικής ερημίας που ακολούθησε τον νεανικό ιδεαλισμό: «κοίτα σε πόσες χαμηλές ελπίδες έδυσε το μέλλον», «τώρα οι σημαίες κείτονται στα καταστατικά», ενώ «η ζωή προχωρεί με βήμα παρελάσεως / με διορισμούς και συνοικέσια» και από τους προγόνους «Πολλοί χαθήκανε σε κείνη τη φωτιά μα οι πιο πολλοί πνιγήκανε αργότερα στη στάχτη. Όσοι επέζησαν δεν έχουν τίποτα να μας διδάξουν».
Σε μια ποίηση όμως που ομολογεί «παιδί του πολυβόλου του στίχου μου καταγωγή / καταγωγή της νιότης μου σκιά γονατισμένη», αυτή η έλλειψη σκοπού δεν εκπίπτει στη λήθη ή την παραίτηση, παρόλο που συχνά τις επικαλείται.Πανοπτικόν «Δε θέλω να ξεχάσω τίποτα» γράφει το 1966 και το 2002 επαναλαμβάνει: «Έστω. Αγάπησέ το / όσο κρατήσει αυτό το πείσμα». Στα τελευταία του ποιήματα έχεις την αίσθηση ότι ο κύκλος κλείνει, σαν να αποδέχεται πιο ειρηνικά όσα πολεμούσε να βγάλει σαν χτικιό από πάνω του ή μερικές φορές να αφαιρέσει σαν δανεισμένη προβιά. Αν και συχνά ομολογεί ότι είναι «σωσίας ενός ξένου πάθους», «ένοχος ενώπιον εμού του ιδίου / ότι επέζησα των ονείρων μου» και τύπτεται σε δριμύ κατηγορητήριο: «εύκολα χρόνια εύκολα δάκρυα που δεν ήτανε δικά μου/ εύκολα χρόνια τ’ απογεύματα με τη γκαζόζα και τους φίλους / δίπλα στο γιασεμί δίπλα στις διαδηλώσεις/ που γέμιζαν τον στίχο ξένο αίμα», στο τέλος, σε λαγαρές στιγμές, δέχεται ως δικό του αυτό το ταξίδι: «Αρχή και τέλος τώρα, μ’ αγκαλιάζουν / αθάνατη ζωή χαρά της λύπης / τρεχούμενο νεράκι προδομένο / όνειρο βιαστικό τρελή παντιέρα./ Γιατί τα δάση υπάρχουν όσο τα θυμάσαι / γιατί “όσα είπαμε παλιά ισχύουν”/ γιατί το γέλιο κελαρύζει στο σκοτάδι / γιατί τα δάση υπάρχουν όσα τα θυμάσαι». Σε αυτές τις λαγαρές στιγμές συγκαταλέγονται και τα λίγα ερωτικά ποιήματα όπου επανευρίσκεται η τρυφερή ψυχή του ανθρώπου.
Το βίωμα του εξόριστου εαυτού επανέρχεται σταθερά σε όλη την παραγωγή του και εκφράζεται επαναληπτικά και στα ποιήματα που αναφέρονται στην γενέθλια Κεφαλονιά, «όπου το κέρδος λυσσάει τον Αύγουστο», εκεί που χτίζεται «το μέλλον γκρεμίζοντας τα μικρομάγαζα της λύπης μας» . Η Κεφαλονιά σαν απείκασμα της χαμένης πατρίδας, μια ακόμα εκδοχή της εξαλλαγής του τόπου σε σκουπιδότοπο του μέλλοντος.
ὤ μοι ἐγώ, τέων αὖτε βροτῶν ἐς γαῖαν ἱκάνω;
Είδαν πολλά τα μάτια μου
την τρέλα τη φωτιά το θάνατο στις πιο αθώες σελίδες
θρόνους καινούργιους να στεριώνονται πάνω σ’ αρχαία κόκαλα
γενεές γενεών σε λόφους σκουπιδιών
σημαίες να πέφτουνε στα γόνατα
με τις χλωρές μου αποικίες να κουρσεύονται
από τη δυστυχία του τσούρμου μου.
Είδαν πολλά τα μάτια μου.
Πώς ξαναγύρισα τώρα στην πόλη αυτή
πώς ξεγελάστηκε το σώμα μου
και κλείστηκε ξανά στο ξοφλημένο αυτό βασίλειο
πώς
φάντασμα μέσα σε φαντάσματα ξαναγύρισα
άδειο τομάρι πειρατή νοσταλγώντας τη σάρκα μου
γυρεύοντας το σκοτεινό μου δίκιο από τους τοκογλύφους
μετρώντας στην αγύριστή μου κεφαλή σημάδια πετροπόλεμων
και τις παλιές ανάκουστες φωνές
Τζόγια! Δημήτρη! Κάκια!
μες στα ξεπουλημένα περιβόλια;
Υπήρχαν τόσοι άλλοι τρόποι
φαρμακεροί λωτοί κι άγρια ψάρια
τραγούδια αλλόγλωσσα να πέσω να πνιγώ
πώς ξαναγύρισα σ’ αυτό τον ξεσκισμένο τόπο
σ’ αυτή την ένδοξη γενέθλια δυστυχία;
(σ. 107)
Το κέρδος ωστόσο παραμένει υπαρκτό και δεν είναι άλλο από το θαυμαστό οξύμωρο της τέχνης: «το αθάνατο ψέμα ότι υπάρχει ουρανός» (σ. 170) αλλά και μια «θαλασσόβρεχτη συντροφικότητα» , όπως αποτιμά στο ποίημα «Το θαύμα», αφιερωμένο στη μνήμη του φίλου, Βύρωνα Λεοντάρη:
Δείξαμε στο τέλος τα ρέστα μας
μια θαλασσόβρεχτη συντροφικότητα
‒ το δικό μας θαύμα
κι ας μην αγιάσαμε ποτέ.
(σ. 172)
Μια τέτοια ποίηση, όπως ομολογεί στο «Αναδρομικό σχόλιο, 1991» που προλογίζει το Ραγισμένο ταμπούρλο (1962-1966) στην έκδοση του 1991, «ήταν και στον καιρό της γερασμένη» και άστεγη, ηττημένη βαθύτερα από την ήττα της Αριστεράς. Μια τέτοια ποίηση, λοιπόν, είναι εύλογο να δυστοκεί σε όγκο παραγωγής αλλά να ευστοχεί σε Σημειώσειςαπόσταξη. ( Ό,τι περαιτέρω ήταν να ειπωθεί το διεκδίκησε στα πολυάριθμα κείμενα θέσης που έχει γράψει στο περιοδικό Σημειώσεις όπου θα αρθρώσει θεωρητικά την εναντίωσή του στη νεοελληνική στρέβλωση και τα οποία εύγλωττα επικοινωνούν με το ποιητικό του έργο). Ενώ στα πρώτα ποιήματα διακρίνονται οι λυγμικοί απόηχοι της νωπής εμπειρίας και της νεανικής συγκίνησης, με κάποιες μεγαλόστομες επιβιώσεις πού και πού, στη συνέχεια στεγνώνει σε μια ουσία που δεν στηρίζεται στη λέξη όσο στον ρυθμό. Λόγος συγκεκριμένος που ενστερνίζεται το κέλευσμα του Αναγνωστάκη «σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. Να μην τις παίρνει ο άνεμος», συχνά απερίφραστος και αφοριστικός, διατυπωμένος στον αυστηρό τόνο του τετελεσμένου.
Κείμενα που δεν κουράζουν τον αναγνώστη, ο οποίος διέρχεται τις συλλογές χωρίς να χάσει το ενδιαφέρον του. Σε αυτό τον βοηθά και η κυκλική ενίοτε φόρμα, ο συνεχής διάλογος των συλλογών μεταξύ τους που ενισχύεται και με τη χρήση, ως μότο ή ενσωματωμένα στο ποίημα, αποσπασμάτων από άλλες συλλογές, σαν συνέχεια μιας κουβέντας στην οποία έρχεται να προστεθεί μια άλλη απόχρωση στον ανοιχτό λογαριασμό της γραφής. Στην σύμπνοια του αναγνώστη επικουρεί και η ποικιλία της φόρμας. Το ελευθερόστιχο, συνήθως, σύντομο ποίημα, που επικρατεί στη δουλειά του πλαισιώνεται και από κείμενα με ενισχυμένη ρυθμικότητα όσο προχωρούν οι συλλογές, πεζολογικά κείμενα στο ύφος της ημερολογιακής εγγραφής, ποιήματα του παραδοσιακού μέλους με σποραδικές ομοηχίες ή ομοιοκατάληκτα.
Το βίωμα του μεσοπολέμου και του Καρυωτάκη, κυρίαρχο. Στο «Αναδρομικό σχόλιο» που έθιξα, αναφερόμενος στους συνοδοιπόρους του ποιητές, γράφει ως ομολογία πίστης: «Η πιστολιά της Πρέβεζας αντήχησε στο μυαλό τους πιο δυνατά από τις βροντές της Αντίστασης και τα Ελεγεία της Ήττας». Η χαμηλή φωνή και το μόνιμο κλίμα τέλους μιας ποίησης που γράφεται υπό προθεσμίαν απηχούν την καρυωτακική γραμμή και το νεορομαντικό πεσσιμισμό. Δεν είναι μόνο «εξόριστος ο μεσοπόλεμος στα μεταπολεμικά ξερονήσια», αλλά και στην ευεξία της γενιάς του ’30 την οποία σκωπτικά παρωδεί:
και γράμματα γνωρίζω σύντροφε Μαρινέττι
πρίγκιπα της νεόπλουτης ταχύτητας
πρίγκιπα των στροφάλων
δόξα και λάμψη της Συγγρού λάμψη του αεροπλάνου
μουτζούρα του μέλλοντος στον ουρανό του Παρθενώνα
αφρόσκονη μίμηση του Αιγαίου
Από αυτό το μεσοπολεμικό κλίμα εκπορεύεται εν μέρει και το συχνό μοτίβο του καραβιού και του ταξιδιού, πολλαπλού συμβόλου της φυγής, της ελευθερίας, της παραίτησης, του ακυρωμένου ιδανικού, του νόστου. καθώς και το μοτίβο της βροχής που πέφτει πάνω στη χαμηλή ζωή απαλείφοντας τη φωνή της. Συχνά ο ίδιος ναυαγός ελπίδων, υπάκουα υποταγμένος σε ένα ισόβιο ναύλο μαζί με τους συντρόφους, σε μια εικονοποιία που παραπέμπει στο σεφερικό Μυθιστόρημα, ή έγκλειστος της στεριάς δέεται το λυτρωτικό ταξίδι- διαφυγή. Από τα Λόγια στην Καλυψώ (1981):
Καλή θεά δώσ’ μου πίσω τη βάρκα μου και την ψυχή μου όποια και να ’ναι. Έχασα τους συντρόφους μου στη θάλασσα και ακούμπησα στην αμμουδιά σου με την ψυχή σημαδεμένη από το συρματόσκοινο. Δώσ’ μου πίσω τη βάρκα μου. Κάτω από τον ουρανό του Νότου χόρεψε χρόνια μεθυσμένο το κατάρτι μου. Κάτω από τούτο το κατάρτι έχω παίξει τα πάντα κι έχω αλάνθαστα χάσει. Το Μεξικό τυμπανιαίο και γεμάτο μύγες μέσα στη σκόνη της ζωής μου και δίπλα το τραγούδι του μαζεύοντας δεκάρες με τα δάκρυα ζωγραφισμένα στα μάτια- εφτάψυχο τραγούδι, ψωριάρικο κλαρίνο της Ομόνοιας. Καλή θεά δώσ’ μου πίσω τη βάρκα μου μα μη μου δίνεις γυρισμό. Έχασα τους συντρόφους μου στη θάλασσα – δεν έχω άλλη ιστορία.
«Δεν έχω άλλη ιστορία», λέει, μα μέσα στις σελίδες αυτής της συγκεντρωτικής έκδοσης ο αναγνώστης μετέχει σε πολλές ιστορίες, στην ιστορία της γραφής που σεισμογραφεί τον άνθρωπο μέσα στη μεγάλη Ιστορία, τον πνευματικό δημιουργό μπροστά στα αδιέξοδα της γενιάς του, τον ποιητή και τη γραφίδα του, το ψυχικό διακύβευμα του διανοούμενου, τη λεηλασία ενός κοινωνικού ήθους στην «εκσυγχρονισμένη Ελλάδα», τα σιωπηλά ναυάγια μιας ολόκληρης στρατιάς ονειροπόλων που κινούνται στα όρια της σιωπής, «γιατί η αλήθεια δεν προβαίνει πλέον σε δηλώσεις», αλλά γνωρίζουν πως «όσα φύγαν δεν εφύγαν», πως όσα είπαμε παλιά ισχύουν. Μπορεί ο ποιητής να αναλογίζεται συχνά τη χασούρα των κίτρινων σελίδων της γραφής, μα το κέρδος του αναγνώστη που διαβάζει αυτές τις σελίδες είναι μεγάλο.
ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: