20.7.20

Η “Τέταρτη Διάσταση” του Γιάννη Ρίτσου συνιστά από μόνη της ένα μείζονα ποιητή

O Βαγγέλης Κάσσος μιλά στην Κυριακάτικη Αυγή (27.07.2008) για την Τέταρτη Διάσταση του Γιάννη Ρίτσου

Η Αυγή: Είσαι ο μόνος από τους νεότερους ποιητές που έχεις γράψει μια μελέτη για τον Γιάννη Ρίτσο, συγκεκριμένα για την Τέταρτη Διάσταση, μελέτη η οποία έχει κυκλοφορήσει σε ξεχωριστό βιβλίο (β΄ έκδοση Καστανιώτης). Πώς εξηγείται η επιφυλακτικότητα των ομηλίκων σου ποιητών απέναντι στο έργο του Ρίτσου και πώς εξηγείται η δική σου προσήλωση ειδικά στην Τέταρτη Διάσταση;
Κάσσος: Θεωρώ ότι η Τέταρτη Διάσταση συνιστά από μόνη της ένα ποιητή. Και, μάλιστα, ένα μείζονα ποιητή. Έχει περάσει μισός και πλέον αιώνας από τότε που δημοσιεύτηκε η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο μονόλογος που δημοσιεύτηκε χρονικά πρώτος από όλους τους άλλους της Τέταρτης Διάστασης, και το έργο αυτό παραμένει εντελώς αρυτίδωτο. Για πόσα άλλα ποιητικά έργα της γενιάς του ’30, δηλαδή των ομηλίκων του Ρίτσου, θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο;
Η Αυγή: Στη σύγκριση αυτή λαμβάνεις υπόψη σου και τα υπόλοιπα ποιητικά έργα του Ρίτσου;
Κάσσος: Βεβαίως. Έχω αναλάβει απολύτως τη σχετική ευθύνη. Για παράδειγμα: υπάρχει στο Διαδίκτυο ένα γαλλικό λογοτεχνικό περιοδικό με τον τίτλο La Revue des Ressources. Σε μια ενότητα του περιοδικού αυτού φιλοξενούνται «ιδανικές βιβλιοθήκες» διαφόρων συγγραφέων, κυρίως συνεργατών του. Πριν από τρία χρόνια, μου ζήτησαν να τους προτείνω τη δική μου «ιδανική βιβλιοθήκη», θέτοντάς μου ως όριο τα δέκα έργα. Ξέρετε τί συμπεριέλαβα στη δική μου «ιδανική βιβλιοθήκη»; Όμηρο (Ιλιάδα, Οδύσσεια), Μπωντλέρ (Τα Άνθη του Κακού), Χέλντερλιν (Ωδές-Ύμνοι-Ελεγείες), Νίτσε (Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα), Ρίλκε (Οι Ελεγείες του Ντουΐνο), Πάουντ (Τα Κάντο), Έλιοτ (Τέσσερα Κουαρτέτα), Καβάφη (Τα Ποιήματα) και Ρίτσο (Τέταρτη Διάσταση). Από το παράδειγμα αυτό προκύπτει νομίζω ευθέως το πόσο πολύ πιστεύω στο συγκεκριμένο έργο του Ρίτσου. Η πίστη μου αυτή στη μεγάλη αξία της Τέταρτης Διάστασης δεν θα ήταν δυνατόν να μετριασθεί από την προσμέτρηση της επιφυλακτικότητας των ομηλίκων μου ποιητών απέναντι στο έργο του Ρίτσου.





Η Αυγή: Που οφείλεται, κατά τη γνώμη σου, η επιφυλακτικότητα αυτή;
Κάσσος: Κατ’ αρχήν, οφείλω να επισημάνω ότι η επιφυλακτικότητα των νεότερων ποιητών απέναντι στο έργο του Ρίτσου δεν είναι γενική. Υπάρχουν και ορισμένοι από τους νεότερους ποιητές που έχουν ασχοληθεί σοβαρά με το έργο του, λ.χ. ο Κώστας Παπαγεωργίου. Επίσης, έχω να παρατηρήσω ότι η επιφυλακτικότητα αυτή δεν αγγίζει τα όρια της αρνητικής προκατάληψης. Όταν το 1991 κυκλοφόρησε η μελέτη μου για την Τέταρτη Διάσταση, ένας ποιητής της γενιάς του ’70, από εκείνους μάλιστα που επιθυμούν να συγκαταλέγονται στους εστέτ, μου είπε το εξής: «Σου είμαστε ευγνώμονες που μας έκανες να προσέξουμε αυτό το έργο». Όμως, είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι νεότεροι ποιητές είναι επιφυλακτικοί απέναντι στον Ρίτσο. Θεωρούν ότι είναι ένας ωμά στρατευμένος ποιητής και ότι, για το λόγο αυτό, δεν τους αφορά. Τους συνιστώ να διαβάσουν και να ξαναδιαβάσουν την Τέταρτη Διάσταση. Τους αφορά, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο έργο της νεοελληνικής ποίησης.
Η Αυγή: Γιατί το λες αυτό;
Κάσσος: Γιατί η Τέταρτη Διάσταση, εκτός από την αξία της ως αυθεντικού ποιητικού επιτεύγματος, αποτελεί και έργο υποδειγματικό, όσον αφορά την κατάκτηση της ποιητικής αυτοσυνειδησίας. Η δουλειά του ποιητή, έλεγε ο Ρίτσος, είναι το να βλέπει στο σκοτάδι, το να βλέπει και να δείχνει το σκοτάδι. Αυτό ακριβώς κάνει ο ίδιος στους μονολόγους της Τέταρτης Διάστασης. Για να μην επαναλάβω πράγματα, για τα οποία μιλώ στο βιβλίο μου, θα αναφερθώ στο μονόλογο του «Ορέστη». Ας θυμηθούμε την αρχή του:
Άκου,- δεν έπαψε ακόμη, δεν κουράστηκε. Ανυπόφορη,μέσα σ’ αυτή τη νύχτα την ελληνική-τόσο ζεστή, τόσο γαλήνια,τόσο ανεξάρτητη από μας κι αδιάφορη, επιτρέποντάς μαςμιαν άνεση-νάμαστε μέσα της, να την κοιτάμε απ’ τα μέσακι από μακριά ταυτόχρονα˙ να βλέπουμε τη νύχταγυμνή ως τις ελάχιστες φωνές των γρύλλων τηςως τις ελάχιστες φρικιάσεις του μαύρου δέρματός της.
Είναι, λοιπόν, σύμφωνα με τον Ρίτσο, η ίδια η φύση της ελληνικής νύχτας που προσδιορίζει το βλέμμα του Έλληνα ποιητή. Ο ποιητής που κατορθώνει να βλέπει την ελληνική νύχτα από τα μέσα και από μακριά ταυτόχρονα, είναι ένας ολοκληρωμένος Έλληνας ποιητής. Δεν αντιστοιχεί στην ιδιοσυστασία της ελληνικής ψυχής ούτε η αποστειρωμένη από κοινωνικό προβληματισμό ποίηση ούτε η ωμή κοινωνική ποίηση. Μόνον ο συνδυασμός τους οδηγεί στην πλήρη αυτοσυνειδησία τον Έλληνα ποιητή. Και όχι μόνον τον ποιητή. Ας θυμηθούμε τώρα και τη συνέχεια:
Πώς να γινότανε να μέναμε ανεξάρτητοι κ’ εμείς, με την ωραίαχαρά της αδιαφορίας, της ανεξιθρησκείας, πέρα απ’ τα πάντα,μέσα στα πάντα, μέσα μας-μόνοι, ενωμένοι, αδέσμευτοι,δίχως συγκρίσεις, ανταγωνισμούς, ελέγχους, δίχωςνα μας μετράει η όποια αναμονή κι απαίτηση των άλλων.
Ιδού μια συνοπτική περιγραφή των μονοδιάστατα υπαρξιακών ποιητών από τον Ρίτσο. Μπορεί το ζήτημα της κοινωνικής συνύπαρξης να αφήνει ένα ποιητή αδιάφορο; Ασφαλώς και μπορεί. Θυμούμαι την εξομολόγηση ενός πολύ καλού ποιητή, λίγα χρόνια μικρότερου από τον Ρίτσο, ο οποίος, κάνοντας αυτοκριτική, μου έλεγε ότι, προσπερνώντας τους νεκρούς στους δρόμους της Αθήνας κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, κλεινόταν στο σπίτι του και έγραφε ερωτικά ποιήματα. Ο Ρίτσος δεν μπορούσε να λειτουργήσει έτσι, «με την ωραία χαρά της αδιαφορίας». Είναι ένας Ορέστης. Έχει ένα πικρό και δυσβάστακτο χρέος να εκτελέσει. Σπεύδει δε να μας προειδοποιήσει, ότι το χρέος αυτό δεν το αναλαμβάνει «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος», αλλά επειδή το έχει επιλέξει ο ίδιος:
...Δε θέλωνάμαι το θέμα τους, ο υπάλληλός τους, τ’ όργανό τους, μήτε ο αρχηγός τους.
Τα λόγια αυτά θυμίζουν έντονα εκείνα του Ορέστη στις Χοηφόρες του Αισχύλου. Ο τραγικός ήρωας πρέπει να ακολουθήσει την προσταγή του θεού, αλλά και δίχως αυτήν, έχει ούτως ή άλλως τη βούληση να εκτελέσει το χρέος του. Όπως ο Ορέστης του Αισχύλου δεν θεωρεί τον εαυτό του απλή μαριονέτα στα χέρια του θεού, έτσι και ο Ορέστης του Ρίτσου, δηλαδή ο ίδιος ο Ρίτσος, αποκλείει ανάλογο ρόλο για τον εαυτό του, ως ποιητή, σε σχέση με το «Κόμμα». Θέλει να είναι κοινωνικός ποιητής, όχι επειδή το επιτάσσει το «Κόμμα», αλλά επειδή ο ίδιος το αισθάνεται ως προσωπικό χρέος. Η διπλή υπόσταση του Γιάννη Ρίτσου ως κοινωνικού και υπαρξιακού ποιητή, ταυτόχρονα, μοιάζει με τη μοίρα της Περσεφόνης. Ένας ποιητής που είναι αποκλειστικά και μόνον υπαρξιακός, κουρασμένος από το σκοτάδι, προσφεύγει στην ανάπαυση της ημέρας. Ένας ποιητής που είναι αποκλειστικά και μόνο κοινωνικός, αγανακτισμένος από το άδικο φως, προσφεύγει στην ανάπαυση της νύχτας. Για τον Ρίτσο, όμως, δεν υπάρχει διάλειμμα στον ποιητικό πόνο. Αυτό πιστεύω ότι θέλει να εννοήσει στο μονόλογο της «Περσεφόνης» με τους στίχους:
... δε μου μένειπαρά νάμαι η τομή.....μια κάθετη μονάχα μαχαιριά κι ο συθέμελος πόνος...

Δεν υπάρχουν σχόλια: