5.7.20

Βαγγέλης Τασιόπουλος | Η αποκωδικοποίηση του αυτονόητου της πραγματικότητας του Σωτήρη Παστάκα

Αν αναρωτηθούμε, πόσο αντέχουν στη φωτιά τα κάστανα, δεν είναι βέβαιο πως θα απαντήσουμε με απόλυτη σιγουριά. Εκείνο που, υποθέτω πως θα συνυπολογιστεί στην όποια απάντηση, είναι η ένταση της πυράς, ο χρόνος της έκθεσης, το μέγεθος του καρπού και ασφαλώς η ποιότητά του. Το ίδιο συμβαίνει και με την ποίηση του Σωτήρη Παστάκα.
Ξεκινώντας το γοητευτικό του ταξίδι στη δύση του ’70 και στην ανατολή του ’80 ως εις εκ των τριών νεοτέρων της γενιάς του ’70 (Παστάκας, Βαρβέρης, Γουλιάμος), αφήνει εξ αρχής το στίγμα του. Τον ενθουσιάζει το πάθος της αμφισβήτησης, αλλά και τον γοητεύει η προσωπική του περιπέτεια. Ασπάζεται τα δόγματα της νέας αισθητικής και του ακατέργαστου πολιτικού και κοινωνικού προβληματισμού, αλλά δεν τα ενσωματώνει συμπλέοντας με την ομάδα. Αυτονομείται διαρκώς, χορεύει στ’ αλωνάκι της ψυχής του με το βλέμμα στο παράθυρο και το σώμα του να διαρκεί στις εύθραυστες συνθήκες. Η σωματική διέγερση ως ψυχική ανάταση θα ορίσουν τη διακεκαυμένη ποιητική του. Οι μεγάλες ιδέες και τα οράματα, οι ευρηματικές συνθέσεις και οι επιτηδευμένες μεταφορές με τα παραληρηματικά τους προσαρτήματα θ’ αφήσουν αδιάφορο τον νέο ποιητή ο οποίος θ’ αναφωνήσει:
[…]
Γράφω πάνω στα γραμμένα.
(σ.13)
Η ετοιμότητά του στη δημιουργική πρόκληση, θα δοκιμαστεί πολλές φορές. Ο άτακτος ποιητικός νους θα καθορίσει τη συνέχεια και τα γεγονότα ως σάλπιγγες θα επιμερίσουν τους χρόνους, αποδίδοντάς τους το σώμα. Έτσι λοιπόν
[…]
το παρόν, είναι η αυταπάτη ενός καλώς τακτοποιημένου παρελθόντος. […]
 (σ.21)
Για τον Σωτήρη Παστάκα η εμπειρία και η εξοικείωση με ό,τι συνιστά τη ζωή είναι το υλικό της δημιουργίας. Η μυθοπλασία δεν διορθώνει τα κενά ούτε συμπληρώνει τις όποιες στιχουργικές δυσλειτουργίες, αλλά ακολουθεί ως βιωματικό υλικό και χορηγεί τις υφέσεις και τις εντάσεις. Αντλεί από την καθημερινή τριβή με τα πράγματα και μεταλλάσσει την ύπουλη καθημερινότητα σε πληγή χαίνουσα του ποιητικού σώματος. Αξιοποιώντας αυτόν τον τρόπο ο ποιητής θα δει το πρόσωπό του και θα αυτοχαρακτηριστεί ως
[…]
ο παρασημοφορημένος της καθημερινότητας.
(σ.30)
επιχειρώντας να επιτρέψει στον αναγνώστη να ταυτίσει και να ταυτιστεί με ό,τι περιέχει η δική του ζωή. Η δοτικότητα του Σωτήρη Παστάκα έγκειται στο γεγονός της ανάδειξης του καθημερινού βίου δίχως σιωπές και υπεκφυγές. Είναι συνειδητά μέτοχος και περιεχόμενο, αφυπνιστής και ονειροβάτης, άγιος και αμαρτωλός. Με ειλικρίνεια αποκωδικοποιεί το καθημερινό έπος, συνοψίζει τον ατελέσφορο αγώνα κι αποφασίζει με τη σκληρότητα και τη στοργή του αληθινού ποιητή:
[…]
Ό,τι πετάει, ό,τι κολυμπάει κι ό,τι έρπει
πέριξ των Εξαρχείων, διεκδικεί τη θέση του
στον ήλιο: πάσχει για το καθημερινό έπος,
αγωνιά για την οικεία οδύσσεια, γιατί
ο καθένας μας είναι ο ψυχοπομπός
ενός εφήβου που σπαράζει εντός του. […]
(σ.38)
Οι κοινωνικές βιωμένες ιστορίες του Σωτήρη Παστάκα εμπεριέχουν την αρμόζουσα τρυφερότητα, το γαλήνιο φρένο θα έλεγα που αποτολμά να αναστείλει το ενδεχόμενο της σύγκρουσης. Δεν είναι απαραιτήτως το ζητούμενο η σύγκρουση εξηγεί ο ποιητής, αλλά η αναμέτρηση με ό,τι υποστηρίζει και αφορά στο εσωτερικό σύμπαν, την ψυχή του ανθρώπου και τις εκδοχές της σωτηρίας του μέσα στον φλεγόμενο χρόνο της διαδρομής.
[…] Ο πόνος,
αγάπη μου, γίνεται όταν είναι
μεγάλος, χαρά που συναρπάζει.

Μόνον όποιος αγάπησε πολύ,
μπορεί να αγαπήσει πάλι.
(σ.46)
Στις καταφυγές του ποιητή δεσπόζουσα θέση κατέχουν οι προσευχές όπου
το πεπερασμένο της ανθρώπινης φύσης αναζητά στα επάνω μονοπάτια την καταλλαγή από το θόρυβο και την υποκρισία της στιγμής. Καθώς ο Σωτήρης Παστάκας δεν διακρίνεται για τη συστολή του σκηνοθετεί την εξόδια τελετή στηλιτεύοντας τη μακαριότητα και την απύθμενη κομπορρημοσύνη της φιλάσθενης μικροαστικής ζωής. Γράφει:
[…]
Ψάχνω τον τάφο μου
και δεν τον βρίσκω,
στο τριάρι μου στη Νέα Σμύρνη,
στις ράγες του Τραμ,
στα υπερυψωμένα σίδερα
της Λεωφόρου Συγγρού,
στις διαβάσεις πεζών της Παραλιακής,
στις αφύλακτες του ΟΣΕ,
στο μονόζυγο του αλκοόλ,
στα ακροβατικά της καύσης/ του τσιγάρου,
σαν άλλος αναστενάρης πάνω στην καύτρα του
κάνε με φως
Κύριε.
Λαμπάδιασέ με.
(σ.50)
Κι όταν η αβίαστη καλλιτεχνική έκφραση τον αποσπά από την ταπεινή ημιδιαφάνεια της μικροαστικής καθημερινότητας θα ομολογήσει την προσωπική του ιστορία:
[…]
Έτσι που στέκομαι πάνω από το πάτωμα
των ανθρώπινων μέτρων δεν ξέρω,
δεν μπορώ να ξέρω ποιος θα είναι ο επόμενος
αντίπαλος μέντορας των εκπλήξεων
μετεωριζόμενοι ποιητές ή βαρυφαγωμένοι αστοί
στριφογυρίζουν αιώνια μια σπιθαμή πάνω από την άβυσσο
με προκαλούν, με αποκαλούν τρελό
δεν ξέρουν πως δυο γλάροι είναι οι ώμοι μου
δεν ξέρουν πως όταν τινάζω το ψύχος
από τους ώμους μου ο ουρανός πέφτει
στη θάλασσα και γίνεται κύμα λευκό
σαν πάγος, χωρίς το βάρος των αστεριών
και την ψυχρή ανάσα της αμαρτίας. […]
(σ.54)
Ο Σωτήρης Παστάκας ορίζει και ορίζεται στην ακριβή μετάφραση της λέξης saudade, είναι
[…] ο άνθρωπος που χάνεται
από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Λάρισας,
μέσα στον Κάμπο,
μέσα στην πρωινή ομίχλη.
(σ.59)
Παρ’ όλα αυτά η Αθήνα θα εισχωρήσει στην επιτήδεια ποιητική φύση. Τα πρόσωπα και η ζωή τους απαλλαγμένα από τον επιμελημένο διάκοσμο θα επιτελέσουν το καθήκον τους ως παρακολουθήματα του ίδιου τους του υλικού. Έτσι αποκτώντας ιδιότητες και αυτόνομη παρουσία μέσα στο αστικό τοπίο και τις εκφράσεις της ποιητικής του Παστάκα, αφού όπως επισημαίνει:
[…] Πάντα έτσι συμβαίνει.
Πριν την Επανάσταση.
(σ.76)
Στις συλλογές ΣΥΣΣΙΤΙΟ, ΡΟΗ ΡΑΚΗΣ, ΠΑΡΑΠΑΤΗΜΑ ΣΤΗ ΧΑΡΑ, ο ποιητής θα μιλήσει για τη μοναξιά και την ερημιά με σπαρακτικά ποιήματα που συγκλονίζουν. Καταφέρνει με λιτό λόγο να περιγράψει την απώλεια, ή καλύτερα την απουσία και να μεταγράψει τη δράση του στο ασφυκτικό περιβάλλον που τον εμπεριέχει. Η ζωή γίνεται επιβίωση και η ποίηση το μοναδικό ανάχωμα στη φθορά και την αφομοίωση. Οι ιστορίες και τα στιγμιότυπα καταγράφονται ως αυτονόητες εκφάνσεις της πραγματικότητας καθολικά αποδεκτές. Ο ποιητής πιστεύει και το ζει. Δεν θέλγεται από το φαντασιακό υπόστρωμα της δημιουργίας, αλλά προκρίνει την εμπειρία, ό,τι ταράζει το θηρίο με τα κόκκινα μάτια που ξερνάει φωτιά:
[…]
Γιατί η φωνή
που θα αξιωθεί το ποίημα
πρέπει να έχει δοκιμασθεί/ σε όλες τις συνθήκες,
πρέπει να έχει βαδίσει
πάνω σε γέφυρες που ανατινάχθηκαν
για να καταφέρει να γίνει
γέφυρα η ίδια. […]
 (σ.138)
Ο Σωτήρης Παστάκας, στο μακρύ ποιητικό του βίο έχει ακολουθήσει με συνέπεια και ειλικρίνεια τον ποιητικό τρόπο που θέλει την δημιουργία να τροφοδοτείται από την εμπειρία. Πολλές φορές νιώθω πως μιλά εξ ονόματος όλων όσων συλλειτουργούν σε τούτο το εφήμερο αλωνάκι, όμως κρατάει πάντοτε δική του τη Λάρισα. Στην αρχή σας μίλησα για τα κάστανα στη φωτιά, έτσι ένιωσα την ποίηση του Σωτήρη Παστάκα. Να τραβώ απ’ τη φουφού με χέρια γυμνά τον καρπό της Μελίβοιας κι αυτός να αχνίζει στα άμαθα χέρια την ίδια την ποίηση. Άλλωστε, όπως ο ίδιος υποστηρίζει:
[…]
Μη ξεχνάτε πως
είμαι ο ποιητής που έρχεται

(συνεχώς από τη Λάρισα).

Αμετακίνητος.
(σ.165)

Δεν υπάρχουν σχόλια: