23.9.20

Λαϊκές ιστορίες της Θεσσαλονίκης: Ο Τζότζος και η δόξα της άνω πόλης


Γράφει ο Θωμάς Κοροβίνης 

Ο Γιώργος Καφετζίδης, πιο γνωστός με το χαϊδευτικό του «ΤΖΟΤΖΟΣ» υπήρξε με την αξία του, κι ένα παραπάνω, ένας ζωντανός, μοναδικός, θρύλος της πρόσφατης Θεσσαλονίκης που η μυθολογία της έχει περάσει πια στην παράδοση. Όσο βρίσκονται ακόμη αλλοτινοί μερακλήδες, και όσοι απ’ αυτούς έζησαν και θυμούνται ή έχουν αφουγκραστεί από αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες τις ιστορίες που έχτισαν το νεότερο πρόσωπό της πόλης μας, έχει εξαιρετική σημασία να τις «περάσουν», με τις αναμνηστικές αφηγήσεις τους στους τωρινούς ή μέσα σε κάθε μορφής έργο τους, εφόσον υπηρετούν την τέχνη ή «πρεσβεύουν» τον έγκυρο δημόσιο λόγο. Ψηλός, δυνατός, γλυκύτατος, με εκφραστικότατα μάτια (μια

πονεμένη, τσακισμένη, θα ’λεγα ματιά, ανάμεικτη με την πονηριά που κομίζουν η θητεία στην πιάτσα και οι συσσωρευμένες κοινωνικές εμπειρίες) και χείλη «γραμμένα» -μια ελληνική εκδοχή χολυγουντιανού γόη του παλιού καιρού-, με μια χαρακτηριστική «κρασοκοιλιά» που με την ηλικία όλο και γέμιζε από λίγο αλλά του «πήγαινε» πολύ, ένα κράμα ντόμπρου και κιμπάρη (οι εξηγήσεις του ήταν μπεσαλίδικες), χαρισματικού προφορικού αφηγητή (απ’ το στόμα του ακόμη και αιμοβόρες ιστορίες ακούγονταν σαν όμορφα παραμύθια), περπατημένου ήπιου μάγκα (ήξερε απέξω και είχε ζήσει ο ίδιος τα μουσικά στέκια της νύχτας με όλο τον θίασο απ’ τους πρωταγωνιστές ως τους κομπάρσους τους), με το αριστερό φρόνημα ως παράσημο ανδρείας (οι ασφαλίτες και οι ρουφιάνοι τον είχαν σημαδεμένο και δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί από πιτσιρίκο, μέχρι νεαρό εργάτη στις αγορές κι όταν δούλευε κατόπι στους Μπενσουσάν και αργότερα ως ταβερνιάρη), συνειδητού εκφραστή της προσφυγικής παράδοσης (οι Τουρκομερίτες «ματζίρηδες» πέριξ της Ακροπόλεως ορκίζονταν στ’ όνομά του), έγκυρου γνώστη και φανατικού λάτρη του λαϊκού τραγουδιού και προσωπικού φίλου του Καζαντζίδη τον οποίο τιμούσε ως θεό (στο αθάνατο ηλεκτρόφωνο της ταβέρνας όλοι οι τίτλοι τραγουδιών του Στέλιου επιγράφονταν «ΑΡΧΟΝΤΑΣ»), αξεπέραστου σαρκαστή όταν εύρισκε αφορμή να στολίσει κάποιον με μπινελίκια («Γιώργο, γιατί είναι τόσο ξανθός αυτός που μπήκε τώρα στο μαγαζί;», «γιατί το ’41 τον πηδούσαν οι Γερμανοί, εγώ γλύτωσα απ’ αυτούς, γι’ αυτό βγήκα μελαχρινός»), «δάσκαλου», με τον τρόπο του, πολλών, κυρίως νεότερων θαμώνων του καπηλειού, περαστικών, φοιτητών, μουσικών («παιδιά, αυτή είναι η τελευταία ρετσίνα γι’ απόψε, κι αύριο μέρα είναι» συμβούλευε την παρέα του Δημήτρη Σφίγγου της «ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΣΑΣ» ή «μη μπερδευτείτε μ’ εκείνα τα μαστούρια απέναντι, είναι μούτρα, αλάργα», ορμήνευε για να φυλάξει απ’ τις κακοτοπιές την συντροφιά του Λάρυ –κι οι δυο τους, Λάρυ και Σφίγγος, όπως και τόσοι άλλοι, εκεί μέσα έμαθαν την τέχνη του μπουζουκιού). Παραβλέπω τα εμμονικά ηθικοπλαστικά σύνδρομα που τον διέκριναν, -αυτή είναι η κατ’ έθος νοοτροπία των παλαιότερων, μην τυχόν και κινδυνέψουν τα πατροπαράδοτα θέσφατα. Όχι δε συμφωνούσα με τέτοια «κολλήματα» από μικρός. Το δικαίωμα στην αυτοδιαχείριση της προσωπικότητας είναι για μένα το πρώτιστο. Καλώς έζησε, όπως έζησε η Σεβάς χανούμ, γλέντησε τα νιάτα της, χάλασε τα φράγκα της, και δεν στεφανώθηκε μ’ ένα καλό παιδί. Κι ας τέλειωσε στην ψάθα. «Τόσοι την γύρευαν». «Ε, και; Τι θα ’πρεπε δηλαδή να γίνει, ρε Τζότζο;» Το σώμα μας είναι το ρούχο της ψυχής μας. Τι να κάνουμε; Να ζήσουμε στα ψεύτικα; «Ζήτημα ιδιοσυγκρασίας», που θα ’λεγε κι ο Ταχτσής. Τα τελευταία χρόνια είχε τραβηχτεί. Δεν πολυκατέβαινε στη Θεσσαλονίκη. Είχε «χαλάσει» πια για κείνον, είχαν ρημάξει τα στέκια της, έφευγαν ένας ένας οι «παλιοί», είχαν χαθεί οι αναφορές του. Αντίθετα από μένα, ή άλλους (αν υπάρχουν), που, σαν κυνηγημένα φαντάσματα, επιμένουμε εις μάτην, να αναζητάμε όλα όσα μας έχει κλέψει η νέα τάξη πραγμάτων, πρόσωπα, καταστάσεις, λημέρια. Βρήκε την θαλπωρή κοντά στην γυναίκα του, την Καίτη, και τα δυο παιδιά του, στο χωριό του, τη Νέα Μηχανιώνα. Κατέβαινε στον γιαλό, χρόνια τώρα, και έφτιαχνε με τα χέρια του πέτρινα σκαλοπάτια και λιμανάκια, κομψοτεχνήματα που κάποιοι τυχάρπαστοι πήγαιναν και τα χαλούσαν. Ο κόσμος εκεί τον αγαπούσε πολύ. Απορώ με τις αντοχές του. Το διάστημα πριν βάλει λουκέτο στο μαγαζί, στη στερνή και πιο παρακμιακή του φάση, ανέβαινε απογεματάκι στα Κάστρα και έπαιρνε χαράματα το πρώτο πρωινό αστικό για επιστροφή και ύπνο στη Μηχανιώνα. 

http://eranistis.net/wordpress/2017/12/19/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B8%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CE%BF-%CF%84%CE%B6/?fbclid=IwAR2fuYvkof5zhTP1peW0nWunaKm7avVrO5XL3rMFSUnLaN0MYwAv_8k7q-M 

Δεν υπάρχουν σχόλια: