30.9.20

Τώρα στο πόδι μας θα βρείτε πάντα κάποιον άλλον*


Θάλεια Ιερονυμάκη
 Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
  Ο μυθιστορηματικός κόσμος του Δημήτρη Σωτάκη είναι οικείος και ταυτοχρόνως ανοίκειος. Οικείος από την άποψη ότι στα περισσότερα μυθιστορήματά του ένας ήρωας αφηγείται την απολύτως φυσική για τον ίδιο, παράδοξη όμως και έκτροπη για τον αναγνώστη, κατάσταση που βιώνει. Ανοίκειος γιατί η κατάσταση διαψεύδει τις αναγνωστικές προσδοκίες, ενώ κάθε ήρωας είναι ιδιαίτερος, όπως κάθε συνείδηση σε ένα παράλογο σύμπαν. Ο ήρωας και αφηγητής του μυθιστορήματος «Ο μεγάλος υπηρέτης» κερδίζει τη μοναδικότητά του μέσα από τον άλλον, τον υπηρέτη του. Αρχικά οι ρόλοι είναι διαχωρισμένοι: «Παρέμενε όμως πάντα ένας ιδιότυπος σεβασμός προς το πρόσωπό μου, στοιχείο που μου άρεσε, καθώς αποδείκνυε τη σεμνότητά του, αλλά και τον διαχωρισμό των ρόλων» (σ. 35-36)· σταδιακά ο αφηγητής παραχωρεί τη δουλειά και τη ζωή του στον υπηρέτη. Η κοινωνικώς αποδεκτή σχέση εξουσίας αντιστρέφεται και η αληθινή ζωή υποκαθίσταται από μια διαμεσολαβημένη από τον υπηρέτη πραγματικότητα. Η ανατροπή της ισορροπίας επέρχεται χάρη στην ομοιότητα. Οι δύο δεν είναι απλώς όμοιοι εξωτερικά αλλά αντιμεταθέσιμοι, επειδή εσωτερικά φέρονται ανάλογα. Ο ένας αντιγράφει τον άλλο, λειτουργεί συμπληρωματικά, ακόμη και με μαζοχισμό στις σχεδόν σαδιστικές ορέξεις του άλλου. Ενώ η ομοιότητα οδηγεί φαινομενικά σε αρμονία και σε συνεννόηση, στην πραγματικότητα τους αλληλοεμποδίζει. Η επιθυμία του αφηγητή για μια γυναίκα αυξάνεται όταν κοινοποιείται στον υπηρέτη· την ίδια στιγμή αναδύεται η υποσυνείδητη άρνηση της εκπλήρωσής της και διεγείρεται η επιθυμία του υπηρέτη. Ο κύριος ξαφνιάζεται με τον ανταγωνισμό και ξεσπά βίαια. Η βία δεν ταπεινώνει τον υπηρέτη-θύμα, αλλά αντίθετα του δίνει την ευκαιρία, με την απαθή στάση του, να γίνει κυρίαρχος, υποκατάστατο και συγχρόνως πρότυπο για τον κύριο, ένας διαμεσολαβητής στην προσέγγιση της επιθυμητής γυναίκας. Η αναζήτηση της ευδαιμονίας και της πληρότητας, μέσα και από τον έρωτα, γίνεται υπαρξιακή αναζήτηση για τον ήρωα, αλλά όταν εκείνος συνάπτει σχέση με τη γυναίκα, αγκαλιάζει κυριολεκτικά το κενό. Ο πρωταγωνιστής έχει διασπαστεί σε αυτόν που επιθυμεί και σε αυτόν που πραγματώνει την επιθυμία, στον εαυτό και στον σωσία. Η γραμμή που χωρίζει την αυθεντικότητα από την ψευδαίσθηση διαρκώς μετατίθεται, όσο προεκτείνεται η πορεία προς την αυτοσυνειδησία. Ο ήρωας αποκτά συνείδηση του εαυτού του μέσω του αναδιπλασιασμένου σώματος, μέσω μιας δεύτερης συνείδησης που λειτουργεί ως δρων εαυτός αφήνοντας το περιθώριο στον αδρανοποιημένο άλλο εαυτό να την παρακολουθεί και να αναμετράται μαζί της. Γιατί, στην πραγματικότητα, ο σωσίας πραγματώνει την ανθρώπινη αντίφαση να είναι το υποκείμενο δημιουργός και ταυτόχρονα μέρος της πραγματικότητας που δημιουργεί. Κάτι αντίστοιχο, ωστόσο, συμβαίνει και στη λογοτεχνία εν γένει. Οι λογοτεχνικοί ήρωες, πρόσωπα επινοημένα, μονοπωλούν το ενδιαφέρον του δημιουργού, στοιχειώνουν το μυαλό, καταλαμβάνουν τον χώρο και τον χρόνο του και, με το πέρας της γραφής, ζουν αυτόνομα. Τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια της ζωής, στην κατασκευή και στην αφήγηση είναι ρευστά σε ολόκληρο το μυθιστόρημα. Ενδεικτικά, η ερωτική ιστορία δεν εξελίσσεται μόνο στο φαντασιακό του αφηγητή, αλλά εδράζεται εξαρχής σε μια πλάνη, καθώς το διαδικτυακό πρόσωπο είναι εξ ορισμού μια κατασκευή. Ο αφηγητής δεν θα δει ποτέ την Αννα, πρόσωπο υπαρκτό, αλλά ενδεχομένως και επινόησή του ή επινόηση κάποιου άλλου ή του υπηρέτη, ο οποίος γίνεται αφηγητής γεγονότων, βιωμένων ή ίσως επινοημένων, σε ένα παιχνίδι αλληλοεξαπάτησης, όπου και ο ίδιος ίσως είναι επινόηση μιας διχασμένης συνείδησης που κυνηγά τη σκιά της σε έναν δαιδαλώδη λαβύρινθο. Το κεφάλαιο που φέρει τον τίτλο «Ο λαβύρινθος» αποτυπώνει αυτές τις δαιδαλώδεις περιπλανήσεις της συνείδησης, αλλά και της γραφής, αφού η ζωή του αφηγητή μοιάζει να έχει μετασχηματιστεί σε λογοτεχνική αφήγηση, σε ένα (διαφοροποιημένο υφολογικά και τυπογραφικά) αυθύπαρκτο κεφάλαιο μυθιστορήματος, όπου ο ίδιος «βυθισμένος σε έναν εσωτερικό μονόλογο» (σ. 287) φαντάζεται ότι «τίποτε δεν ήταν αληθινό» (σ. 292). Βγαίνοντας έχει κατακτήσει την αυτοσυνειδησία: «Δεν ήμουν πια ένας άνθρωπος, αλλά ένα πνεύμα, ήμουν ένας ήρωας, αυτό ήμουν, είχα καταφέρει να σταθώ όρθιος μέσα σε εκείνες τις κακουχίες» (σ. 348), κατανοώντας ότι ο δυϊσμός, η διχασμένη συνείδηση τον έσωσε «απ’ τη μοναξιά αυτού του κόσμου» (σ. 349). Οπως συμβαίνει και με άλλα μυθιστορήματα του Σωτάκη, Ο μεγάλος υπηρέτης θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μια αλληγορία. Ειδικότερα ως αλληγορία της έμπνευσης, της φαντασίας και της γραφής που δυναστεύει, αλλά πάντοτε λυτρώνει. *Στίχος του ποιήματος «Οι Σωσίες» από τη συλλογή Η Συνέχεια 3 του Μανόλη Αναγνωστάκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: