13.9.20

Ο αγώνας χωρίς ελπίδα νίκης είναι αγώνας μάταιος;

Πάνος Σ. Παναγιωτόπουλος*
Ο αγώνας για πανανθρώπινες αξίες, όπως για ελευθερία και δικαιοσύνη, είναι αγώνας προκαταβολικά δικαιωμένος, έστω κι αν αυτός που τον δίνει πιστεύει ότι ο αγώνας του είναι μάταιος. Αλλά παρά ταύτα τον δίνει. Ο Χανς Φαλάντα (Hans Fallada, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Rudolf Ditzen), που γεννήθηκε το 1893 στο Γκράιφσβαλντ και πέθανε το 1947 στο Βερολίνο, στο μυθιστόρημα αυτό παρουσιάζει την πραγματική ιστορία του Otto και της Elise Hampel (στο μυθιστόρημα αναφέρονται ως Οτο και Αννα Κβάνγκελ), ενός ζευγαριού γύρω στα σαράντα, που
ζούσε στο βόρειο Βερολίνο, οι οποίοι μετά τον θάνατο του παιδιού τους στο μέτωπο (κατά το μυθιστόρημα), του αδελφού της Ελίζας στην πραγματικότητα, μία μέρα του Σεπτεμβρίου του 1940, σκέφτονται να προβάλουν αντίσταση και να ορθώσουν το ανάστημά τους μπροστά στο ανήθικο και απάνθρωπο ναζιστικό καθεστώς. Ετσι, αποφασίζουν να γράφουν επιστολικές κάρτες, καρτ ποστάλ, με συνθήματα εναντίον του Χίτλερ και των θηριωδιών του, αναδεικνύοντας και τα ψέματα του ναζιστικού καθεστώτος, τις οποίες άφηναν στα κλιμακοστάσια κτιρίων με γραφεία δικηγόρων και γιατρών, που μπαινοβγαίνει πολύς κόσμος, με την ελπίδα να τις δουν και να τις διαβάσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι Βερολινέζοι. Σημείωναν χαρακτηριστικά, σχεδόν σε κάθε κάρτα: «Δώστε και σε άλλους αυτή την κάρτα ή αφήστε την κάπου αλλού για να τη διαβάσουν κι άλλοι!». Εγραψαν και διακίνησαν από τον Σεπτέμβριο 1940 μέχρι τη σύλληψή τους το φθινόπωρο του 1942, περίπου 285-290 κάρτες. Οι Χάμπελ/Κβάνγκελ έγιναν ο εφιάλτης της κρατικής μυστικής αστυνομίας των ναζί, της Γκεστάπο, και του αστυνομικού επιθεωρητή Ρους που είχε αναλάβει την υπόθεση. Οι προϊστάμενοι του επιθεωρητή είχαν λυσσάξει από το κακό τους! Αν είναι δυνατόν, μέσα στο ίδιο το Βερολίνο, δίπλα ακριβώς από την Καγκελαρία, δίπλα στην Αλεξάντερπλατς να διακινούνται κάρτες με «αντεθνικό», «προδοτικό» περιεχόμενο. Μέσα στο γραφείο του Ρους ένας τεράστιος χάρτης του Βερολίνου (που έπιανε έναν τοίχο ολόκληρο) είχε γεμίσει με καρφιτσωμένα κόκκινα σημαιάκια, όσα και οι κάρτες που κυκλοφορούσαν. Διότι όσοι έβρισκαν κάρτα, αμέσως την παρέδιδαν στην Γκεστάπο. Τρόμος επικρατούσε και η βερολινέζικη κοινωνία ήταν φοβισμένη και παραπλανημένη. Και σημειώνει στο «επίμετρο» (εκτός του μυθιστορήματος) ο συγγραφέας: «Τι ακατανόητος λαός, που δεν μπορεί ούτε καν να σωπάσει και πρέπει αμέσως να καταγγείλει όποιον σκέφτεται διαφορετικά! Τι τρόμο νοιώθουν όλοι, μα όλοι, όσοι παραδίδουν βιαστικά τις κάρτες!». Ομως, όπως γίνεται σχεδόν πάντα, με τον καιρό οι Χάμπελ/Κβάνγκελ γίνονται απρόσεκτοι. Δυο κάρτες θα πέσουν από τον σχισμένο χαρτοφύλακα του Οτο μέσα στο εργοστάσιο που εργάζεται και έπειτα από έρευνα στο σπίτι του, στην οδό Γιαμπλόνσκι, θα βρεθεί εκεί μία μισοτελειωμένη κάρτα, με την ίδια όπως σε όλες γνωστή καλλιτεχνική γραφή του Οτο Χάμπελ - Κβάνγκελ. Συλλαμβάνονται αμέσως και οι δυο, κλείνονται στα μπουντρούμια της Γκεστάπο, ανακρίνονται, βασανίζονται, εξευτελίζονται, «δικάζονται» από δικαστή που ανέβηκε στην έδρα για να απαγγείλει απλώς την προειλημμένη απόφαση: «Θάνατος στους εχθρούς του έθνους»! Ακόμη και ο ίδιος ο υπερασπιστής δικηγόρος τους, αναιρώντας κάθε έννοια υπεράσπισης και καταπατώντας άγραφους φυσικούς νόμους, από συνήγορος υπερασπιστής γίνεται, πέρα από κάθε έννοια δικαίου, κατήγορος και λέγει απευθυνόμενος στο δικαστήριο: «Σε αυτή την υπόθεση απεκδύομαι την τήβεννο του συνηγόρου, γιατί πρέπει να γίνω κατήγορος. Υψώνω τη φωνή μου και σας προτρέπω: η δικαιοσύνη πρέπει να αποδοθεί απρόσκοπτα και με ακραία αυστηρότητα. Παραφράζοντας τη γνωστή ρήση, μπορώ απλώς να πω: Fiat justitia, pereat mundus! Κανένα ελαφρυντικό γι’ αυτόν τον εγκληματία, που δεν αξίζει να λέγεται άνθρωπος!». Και ο Οτο παρατηρεί προς το δικαστήριο και βεβαίως το αφήνει αποσβολωμένο: «Θα ήθελα ειλικρινά να ευχαριστήσω τον δικηγόρο μου για την υπεράσπισή του. Επιτέλους κατάλαβα τι θα πει αμερόληπτος δικηγόρος». Και οι Χάμπελ/Κβάνγκελ αποκεφαλίζονται στις 8 Απριλίου 1943 μέσα στη φυλακή PlÖtzensee του Βερολίνου. Σήμερα, στο σημείο που βρισκόταν το σπίτι του ζεύγους Otto και Elise Hampel υπάρχει αναμνηστική επιγραφή για να θυμίζει τον ωραίο αγώνα που έδωσαν μόνοι τους δυο φτωχοί απλοί άνθρωποι του Βερολίνου απέναντι στη θηριώδη, τρομαχτική κρατική μηχανή των ναζί. Ο συγγραφέας στις τελευταίες σειρές του βιβλίου σημειώνει ότι η διαμαρτυρία τους «δεν ακούστηκε» από τους συμπολίτες τους Βερολινέζους και ότι ο Οτο και η Αννα Κβάνγκελ «θυσίασαν χωρίς λόγο τη ζωή τους σ’ έναν μάταιο αγώνα». Αλλά, αμέσως, στην επόμενη κιόλας φράση, σαν να είπε πολύ βαρύ λόγο, θέτοντας το ερώτημα, διαχρονικά από το 1947 (που έγραψε) μέχρι σήμερα: «Μήπως όμως ο αγώνας τους δεν ήταν μάταιος; Μήπως δεν πέθαναν χωρίς λόγο;» απαντά ότι «ο αγώνας τους, τα βάσανά τους, ο θάνατός τους δεν ήταν μάταια»! Ετσι, λοιπόν, με την ανάγνωση αυτού του υπέροχου μυθιστορήματος (με την έξοχη μετάφραση σε μία ρέουσα εξαιρετική γλώσσα, δροσερή και όχι αποστεωμένη) ο κάθε αναγνώστης τίθεται προ του ερωτήματος, αν ο αγώνας χωρίς ελπίδα, ο αγώνας ο σχεδόν μάταιος, ο αγώνας που δίνεται για την ελευθερία, για την αξιοπρέπεια και χωρίς αυτός που δίνει τον αγώνα να προσδοκά οφέλη απ’ αυτόν, είναι αγώνας δικαιωμένος; Αν δηλαδή ο αγώνας που έδωσαν οι Κβάνγκελ δικαιώθηκε ιστορικά. Πιστεύω ότι ο αγώνας για πανανθρώπινες αξίες, όπως για ελευθερία και δικαιοσύνη, είναι αγώνας προκαταβολικά δικαιωμένος, έστω κι αν αυτός που τον δίνει πιστεύει ότι ο αγώνας του είναι μάταιος. Αλλά παρά ταύτα τον δίνει. Γιατί οφείλει να τον δώσει. Στο ίδιο κελί με τον Οτο Κβάνγκελ ήταν κάποια στιγμή συγκρατούμενος και ένας καθηγητής και σε συνομιλία που είχαν σχετικά με το μάταιο ή μη του αγώνα τους, διαβάζουμε τα εξής εξαιρετικά: «- Ναι, και θα μας σκοτώσουν όλους, και τι θα έχουμε καταφέρει με την αντίστασή μας; - Θα έχουμε καταφέρει πολλά, γιατί θα έχουμε διατηρήσει την αξιοπρέπειά μας μέχρι να πεθάνουμε [...] Κι, όμως, τελικά [...] ο θάνατός μας δεν θα είναι μάταιος. Υπάρχει κάποιος λόγος για οτιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο, κι από τη στιγμή που αγωνιζόμαστε υπέρ της δικαιοσύνης και ενάντια στην ωμή βία, στο τέλος θα βγούμε νικητές.> – Και τι σημασία θα έχει πια για μας, αφού θα έχουμε πεθάνει; - Τι είναι αυτά που λέτε Κβάνγκελ! Προτιμάτε να ζήσετε με την αδικία παρά να πεθάνετε για τη δικαιοσύνη;». Οι αγώνες για ιδανικά δίκαια, για αξίες πανανθρώπινες, η πάλη για τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του λαού, δεν είναι αγώνες μάταιοι, αξίζουν κάθε θυσία και θα δίνονται πάντα. Ο αγώνας για την αποτίναξη μιας οποιασδήποτε τυραννίας, που απαγορεύει ακόμη και την αντίθετη σκέψη, που ποινικοποιεί το φρόνημα, είναι πάντα, αφ’ εαυτού, αγώνας δίκαιος, αγώνας ηθικός, αγώνας ωραίος. Και έτσι δικαιώνεται ιστορικά και βρίσκει μιμητές. Γιατί, τελικά, το δέντρο της λευτεριάς ποτίζεται πάντα με αίμα, σαν το αίμα των Κβάνγκελ, που χύθηκε για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, για ένα καλύτερο αύριο, που δεν θα χαίρονταν οι ίδιοι. Κι αυτό φαντάζει μεγαλειώδες.
 *Εισαγγελέας Εφετών
https://www.efsyn.gr/nisides/256595_o-agonas-horis-elpida-nikis-einai-agonas-mataios

Δεν υπάρχουν σχόλια: