3.3.21

Umberto Saba (1883-1957), Ποιήματα (μετάφραση-επίμετρο: Ευαγγελία Πολύμου)


ΓΥΝΑΙΚΑ

 

 

Όταν ήσουν

νεαρή τσιμπούσες

σαν βατόμουρο. Ακόμα και το πόδι σου

όπλο ήταν για σένα, ω αγρίμι.

 

Δύσκολα σ’ έπιανε κανείς.

Ακόμα

 

νέα, ακόμα

είσαι όμορφη. Τα σημάδια

των χρόνων, εκείνα του πόνου, δένουν

τις ψυχές μας, τις κάνουν μία. Και πίσω

απ’ τα κατάμαυρα μαλλιά σου που τυλίγω

στα δάχτυλά μου, δεν φοβάμαι πια το μικρό

λευκό, μυτερό αυτάκι σου, το δαιμονικό.

 

***

 

ΒΡΑΔΥ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ

 

 

Βγαίνει το φεγγάρι.

Στη λεωφόρο είναι ακόμα

μέρα, ένα βράδυ που πέφτει βιαστικά.

Αδιάφορη νεολαία σμίγει·

ολισθαίνει σε στόχους ευτελείς.

Κι είναι του θανάτου

η σκέψη που, στο τέλος, σε βοηθάει να ζεις.

 

 

***

ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ

 

 

Συχνά, γυρίζοντας στο σπίτι μου, παίρνω

έναν δρόμο σκοτεινό της παλιάς πόλης.

Καθρεφτίζονται κίτρινα τα φανάρια

στους νερόλακκους· στον δρόμο συνωστισμός.

 

Εδώ, ανάμεσα στον κόσμο που πάει κι έρχεται

απ’ την ταβέρνα προς το σπίτι ή το μπουρδέλο,

όπου εμπορεύματα κι άνθρωποι είναι τ’ αποβράσματα

ενός μεγάλου παραθαλάσσιου λιμανιού,

εγώ, περνώντας, ξαναβρίσκω το άπειρο

στην ταπεινοσύνη.

 

Εδώ, η πόρνη κι ο ναυτικός, ο γέρος

που βλαστημά, η καβγατζού,

ο φαντάρος που κάθεται στο μαγειριό

με τα τηγάνια,

η ανήσυχη κοπέλα τρελαμένη

από έρωτα,

όλοι τους είναι πλάσματα της ζωής

και της οδύνης·

μέσα τους σκιρτάει ο Κύριος, όπως και σ’ εμένα.

 

Εδώ, με τους ταπεινούς παρέα, νιώθω

τη σκέψη μουνα γίνεται τόσο πιο αγνή

όσο η οδός χυδαία.

 

*******

http://www.poiein.gr/2021/02/09/umbertosaba1883-1957%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF-%CE%B5%CF%85%CE%B1/?fbclid=IwAR1kOANAtP47qWYOtcfVcB-UzSlEmhIzzcymxCMfnawm9Dw9_86oqmUhSBQ 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: