22.12.21

Δραπετεύοντας από τη φυλακή των ρόλων



ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ 

 Rumena BuΖarovska My husband (τίτλος πρωτοτύπου: Mojot maz) 

µτφρ. Paul Filev εκδ. Dublin: Dalkey Archive Press 2019

 Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής «Ο σύζυγός μου» (τίτλος πρωτοτύπου: «Mojot maz») της Ρούμενα Μπουζάροφσκα, που πρωτοκυκλοφόρησε το 2014, μια ομάδα καθηγητών πανεπιστημίου έχει βγει για να γιορτάσει την Ημέρα της Γυναίκας, στις 8 Μαρτίου. Στο τραπέζι εμφανίζεται μια άγαμη και άτεκνη, μάλλον ατημέλητη συνάδελφός τους, που συζεί αρκετά χρόνια με τον σύντροφό της χωρίς να

παντρεύεται. Ζαλισμένοι από τη ρακή και το γενικότερο κέφι, δύο από τους συνδαιτυμόνες, ένας άνδρας και μια γυναίκα, προβαίνουν σε μια «φιλική» επίθεση, ρωτώντας τη με προσποιητό ενδιαφέρον πότε θα παντρευτεί, πότε σκοπεύει να κάνει παιδιά, τι περιμένει κ.λπ. – την πιέζουν τόσο πολύ, ώστε εκείνη σηκώνεται και αλλάζει θέση. Στη συνέχεια του διηγήματος, οι δύο αυτοί άνθρωποι βρίσκονται μισομεθυσμένοι στη ρομαντική γειτονιά των Σκοπίων, το Βόντνο, σε ένα πάρκινγκ με θέα, πρόθυμοι να απατήσουν τους συζύγους τους. Η περιπέτεια που περιγράφεται από τη συγγραφέα με εξέχοντα ρεαλισμό και κυνικό χιούμορ καταλήγει σε ολοκληρωτικό φιάσκο, λόγω της τροφικής δηλητηρίασης που έχουν υποστεί οι δύο ήρωες. Και ενώ οι πρωταγωνιστές του διηγήματος ρεζιλεύονται κυριολεκτικά, αδειάζοντας ποικιλοτρόπως το περιεχόμενο των διαταραγμένων στομαχιών τους, ο αναγνώστης (και πάντως σίγουρα η αναγνώστρια) θα νιώσει εκδικητικά χαρούμενος. Η κακία τους απέναντι στη γυναίκα συνάδελφό τους, που εκδηλώθηκε με το προκάλυμμα της έγνοιας και της φροντίδας, θα τιμωρηθεί: «Το να τους δηλητηριάσω ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω», εξηγεί σαρκαστικά η συγγραφέας σε μια συνέντευξή της (Daniel Petrick, «I’m not nice anymore: Meet the author behind North Macedonia’s #MeToo movement», The Calvert Journal, 9.12.2020), αφού «το γράψιμο είναι εκδίκηση». 

Θετικές ηρωίδες 

Παρότι δεδηλωμένη και μαχόμενη φεμινίστρια, η γεννημένη το 1981 Ρούμενα Μπουζάροφσκα, καθηγήτρια αμερικανικής λογοτεχνίας και δημιουργικής γραφής, μεταφράστρια από τα αγγλικά των Τρούμαν Καπότε, Φλάνερι Ο’ Κόνορ, Τζον Μάξγουελ Κούτσι, Λιούις Κάρολ, δεν δίνει φωνή μόνο σε γυναίκες «θετικές ηρωίδες» – κυρίως εκφράζει μέσα από τις ιστορίες τους το πόσο αδιέξοδη και για τα δύο φύλα είναι η γνωστή παγίδα των ρόλων, η παράδοση υποταγής, ανταγωνισμού, φόβου, αισθήματος ανεπάρκειας, υποχωρητικότητας, υποκρισίας από τη μία και επιθετικότητας, αδιαφορίας, εγωισμού, ψέματος, εκμετάλλευσης, περιφρόνησης από την άλλη (οι στάσεις ζωής αφορούν και τα δύο φύλα – διαλέξτε και πάρτε ποιος ρόλος ταιριάζει πού κάθε φορά). Οι γυναίκες αφηγήτριες νιώθουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο άβολα, βρίσκονται στο κατώφλι κάποιας μεγάλης αλλαγής ή εξέγερσης απέναντι σε ένα περιβάλλον πολύ γνώριμο, σύγχρονο αλλά και βαλκανικά πατριαρχικό. Μιλάει η Μπουζάροφσκα για τη γυναίκα που δεν χωράει στον ρόλο της γλυκιάς μητέρας (αυτού που ακούμε συχνά κι εδώ στην Ελλάδα να λένε και να διαφημίζουν ως απώτατο στόχο της, του να γίνει «μανούλα»), για κάποια άλλη που έχει αρχίσει να σιχαίνεται την αυταρέσκεια του συζύγου της ως επιτυχημένου γυναικολόγου – ζωγράφου, για μια τρίτη που ανακαλύπτει σταδιακά πόσο κυνικά την απατάει ο άνδρας της, οργανώνοντας την παρακολούθησή του και, τέλος, τη δολοφονία του, και για άλλη μια που παρακολουθεί τον υπερήφανο για την ευγενική του καταγωγή και τα ξεχωριστά του γονίδια εθνικιστή σύντροφό της να κακομεταχειρίζεται το παιδί της λίγο πριν καταρρεύσει όταν μάθει πως είναι υιοθετημένος. Μια από τις κατά τ’ άλλα καθημερινές και γνώριμες ηρωίδες της, πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια κι αυτή, μπλεγμένη μέσα στο ψέμα, δεν καταφέρνει να πει στον άνδρα της ποτέ πως η μικρή τους κόρη έχει πεθάνει έπειτα από ένα ατύχημα κατά τη διάρκεια της απαγορευμένης επίσκεψης στην κατάκοιτη μητέρα της και γιαγιά του παιδιού: «Ο Γιόβαν δεν αγαπούσε καθόλου τη μητέρα μου. Του θύμιζε φτώχεια και αρρώστια. Αφού πέθανε ο πατέρας μου, ζούσε μόνη της στο χωριό, φτωχή και άρρωστη. Δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι της. Εμείς στέλναμε χρήματα στον αδελφό μου, ενώ αυτός και η γυναίκα του πήγαιναν να τη δουν και τη φρόντιζαν όσο καλύτερα μπορούσαν. Τον υπόλοιπο χρόνο έμενε απλώς ξαπλωμένη, με μια ξινή μυρωδιά κολλημένη πάνω της, τη μυρωδιά του θανάτου. Ο Γιόβαν δεν με άφηνε να πάω να τη φροντίσω. Γι’ αυτό και έστελνε τακτικά χρήματα. (…) Γεμίσαμε με άιβαρ (παραδοσιακή σαλάτα από πολτό κόκκινης πιπεριάς με λάδι και σκόρδο) όλα τα βαζάκια όσο ο Γιόβαν ήταν στη δουλειά, έτσι ώστε να μη μάθει πόσα ήταν για μας και πόσα θα έμεναν για τη μητέρα μου. Εβαλα τα έξι βαζάκια που είχα ξεχωρίσει σε ένα χάρτινο κουτί και το κουτί σε μια νάιλον σακούλα. Η σακούλα ήταν αρκετά βαριά. Δεν ήταν μόνο που έπρεπε να κουβαλάω τη Λίλι και το κουτί, είχα και την τσάντα με τις πάνες και όλα τα πράγματα της Λίλι. Δεν πήρα το καροτσάκι της για να μην έχω και άλλο βάρος. Κουβαλούσα τη Λίλι με το ένα χέρι, να στηρίζεται πάνω στη λεκάνη μου, και την τσάντα της και το κουτί με τα βαζάκια το άιβαρ στο άλλο». Με απλές, καθημερινές προτάσεις, η δράση σε καθένα απ’ αυτά τα διηγήματα κυλάει προβλέψιμα από παράγραφο σε παράγραφο. Μετά όμως, πάντα, έρχεται μια ανατροπή απρόσμενη: «Σηκώθηκα για να πάρω το κουτί με το άιβαρ και την τσάντα με τα πράγματα της Λίλι από το ράφι των αποσκευών, πάνω. Στάθηκα στις μύτες των ποδιών μου και προσπάθησα να σύρω τη σακούλα με το κουτί με το άιβαρ προς το μέρος μου. Τη στιγμή που νόμισα πως το είχα στα χέρια, το τρένο ξαφνικά τινάχτηκε μπροστά, ωθώντας με άτσαλα προς τα πίσω. Επεσα στο πάτωμα και είδα τη σακούλα με τα βαζάκια του άιβαρ να πέφτει πάνω στο κεφάλι της Λίλι και μετά να προσγειώνεται στο πάτωμα. Το κουτί μέσα στη νάιλον σακούλα άνοιξε και είδα κάτι κόκκινο να κυλάει από μέσα. Η Λίλι έπεσε από τη μια πλευρά, πάνω από το χερούλι του καθίσματος. (…) Οι κραυγές του Γιόβαν με ξύπνησαν μέσα στη νύχτα. (…)» 

Οργισμένη 

Η Ρούμενα Μπουζάροφσκα είναι μια γελαστή, οργισμένη, δημιουργική, σύγχρονη συγγραφέας – ακτιβίστρια: Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει πέντε συλλογές διηγημάτων, οι οποίες σημειώνουν πολύ μεγάλη επιτυχία στην πατρίδα της, ενώ μεταφράζονται με όλο και πιο ταχείς ρυθμούς και σε άλλες γλώσσες. Το βιβλίο της με τη μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα, «Ο σύζυγός μου», έχει ήδη αγοραστεί από τις εκδόσεις Suhrkamp στη Γερμανία και από τις εκδόσεις Gallimard στη Γαλλία, ενώ κυκλοφορεί στις ΗΠΑ, στην Ιταλία, στην Ουγγαρία, στη Σλοβενία, στην Κροατία, στη Σερβία και στο Μαυροβούνιο. Η πανδημία ανέκοψε το ανέβασμα μιας παράστασης βασισμένης σε αυτό στη Σερβία. Δεν είναι μόνο η ψυχολογικά μελετημένη αφήγηση μιας καθ’ όλα γνωστής βαλκανικής καθημερινότητας και νοοτροπίας από τα χείλη καθημερινών γυναικών που κάνει το έργο της Μπουζάροφσκα ιδιαίτερα επίκαιρο στην Ελλάδα: Η συγγραφέας ανήκει σε μια ομάδα επτά γυναικών που το 2018 πρωτοστάτησαν στο κίνημα #MeToo με τίτλο #segakazhuvam, «Τώρα μιλάω», της Βόρειας Μακεδονίας. Μετά την αρχική δική της ανάρτηση («Είμαι 22 και βρίσκομαι ξαπλωμένη τσιτσίδι σ’ ένα κρεβάτι χειρουργείου στην κεντρική Κρατική Κλινική. Δεν ξέρω πως γι’ αυτή την εγχείριση πρέπει να είμαι εντελώς γυμνή. Μέχρι σήμερα δεν έχω καταλάβει το γιατί. Ο αναισθησιολόγος μπαίνει στο δωμάτιο και στέκεται πίσω μου. “Ουου, νέο κρέας!” αναφωνεί πριν μου κάνει την ένεση. Το δωμάτιο είναι γεμάτο γιατρούς και νοσοκόμες, κανείς όμως δεν λέει λέξη»), το κίνημα αυτό ενθάρρυνε εκατοντάδες μαρτυρίες γυναικών αλλά και ανδρών που είχαν υποστεί κακοποίηση από ανθρώπους σε θέσεις εξουσίας, προκαλώντας εξαιρετική απήχηση και εξαναγκάζοντας πολιτικές και δικαστικές αρχές να προβούν σε δηλώσεις συμπαράστασης και έρευνες. Μια άλλη πολύ γνωστή δράση της είναι η διοργάνωση της Πρωτοβουλίας PeachPreach, μιας επαναλαμβανόμενης εκδήλωσης αφήγησης ιστοριών από γνωστές και μη γυναίκες σε διάφορες πόλεις, στα Σκόπια, στην Μπίτολα, στο Στιπ, στο Βέλες και στο Κουμάνοβο. Στο εξώφυλλο του τελευταίου λογοτεχνικού βιβλίου της Μπουζάροφσκα, του «Δεν πάω πουθενά» («Ne oddam nikade», εκδ. Ili-ili, 2018), διαβάζει κανείς μεταφρασμένους τους στίχους του Καβάφη: «Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. […] δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό». Ο ζόφος είναι οικουμενικός, θέλει να μας πει η Μπουζάροφσκα, τα πράγματα είναι το ίδιο δύσκολα παντού, αγωνίζεται κανείς εκεί όπου ζει. 

https://www.kathimerini.gr/culture/561626338/drapeteyontas-apo-ti-fylaki-ton-rolon-k/?fbclid=IwAR3eMap17PuC3dWjKCwaIOsgjNnEOzZZJ0i5E5bm7bFngU4R6PI0NlLorzY 

Δεν υπάρχουν σχόλια: