22.12.21

Εστιν ουν Κωμωδία


Θάλεια Ιερωνυμάκη 
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Ο Γιοχάνες Χούβερκραφτεν ορίζει την Κόλαση ως τόπο, όπου «οι κολασμένοι υπόκεινται στο μαρτύριο της ταξινόμησης» (σ. 13). Εχοντας δει τις αντανακλάσεις του κόσμου σε «εκατομμύρια ετεροχρονισμένους καθρέφτες» (σ. 13), οι Γιάννης Στίγκας και Νικόλας Ευαντινός περνούν, ταξινομώντας τες, στο «Καθαρτήριο» της συλλογής. Στην κατακόρυφη πορεία τους από την επιφάνεια στο βάθος και από το παρελθόν στο μέλλον βαδίζουν στον δρόμο του Δάντη – μόνο που δεν χρειάζονται έναν μακρινό πρόγονο για οδηγό, αν και έχουν στις αποσκευές τους εφόδια από πολλούς. Οι δύο συνοδοιπόροι ανακαλύπτουν εκ νέου όχι μόνο τον υπερβατικό, αλλά κυρίως τον πραγματικό κόσμο και τον βιωμένο χρόνο. Στην ταξινόμησή τους παραπέμπουν παιγνιωδώς στον Λινναίο και υπαινικτικά στον Αμπροουζ Μπιρς, από του οποίου το κυνικό Λεξικό του Διαβόλου φαίνεται να εμπνέονται. Με ανάλογη ειρωνεία και με ανατρεπτικούς ορισμούς συνθέτουν ένα είδος ποιητικού λεξικού, απαρτιζόμενου από «ό,τι λάμπει / ακόμα / μέσα μας / κι ό,τι έλαμψε κάποτε» (σ. 126). Στα ποιητικά λήμματα αξιοποιούνται οι πεζές καταγραφές του πλασματικού μυστικιστή και οραματιστή Γιοχάνες Χούβερκραφτεν από την «Κόλαση» και τον «Παράδεισο», οι οποίες σχολιάζονται στα αντίστοιχα μέρη της συλλογής· τα δύο αυτά μέρη απορροφούν, με τη σειρά τους, ποιητικά θραύσματα του «Καθαρτηρίου», ενώ ιδιότυπο ποιητικό χαρακτήρα έχουν και οι «Σημειώσεις». Κατά το παράδειγμα του δαντικού ποιήματος, ιστορία, επιστημονική γνώση, λογοτεχνία και φιλοσοφία συνθέτουν το ποιητικό υπόστρωμα. Αν όμως στη «Θεία Κωμωδία» η γήινη ζωή μεταφέρεται στον επουράνιο κόσμο, στη σφαίρα του απόλυτου και της αιωνιότητας, για τους Στίγκα και Ευαντινό η ποίηση επιστρέφει στη γήινη ζωή και απελευθερώνει το μυστήριο του αισθητού κόσμου. Η ποιητική ενέργεια εκλύεται ακόμη και από ευτελή, χρηστικά αντικείμενα, από τις καθημερινές καταστάσεις και τη ρουτίνα. Η ενέργεια είναι εξίσου υψηλή όσο και εκείνη των συναισθημάτων, των αφηρημένων εννοιών, των ανθρώπινων προσδιοριστικών ιδιοτήτων, των έμβιων και των υπερβατικών όντων που επίσης ορίζονται. Παίζοντας με την ενορατική ικανότητα του Σβέντενμποργκ, οι ποιητές βλέπουν, εκστατικά ή και ειρωνικά, ό,τι «έρχεται κατευθείαν από την Κόλαση» («Κόκορας»), αλλά και το «απαρχαιωμένο / αντιπυραυλικό σύστημα των αγγέλων» (και τους συντρίβουν όποτε θέλουν) («Ουράνιο Τόξο»). Βλέπουν όμως και την αθέατη όψη και το βάθος του ορατού, για τη σύλληψη του οποίου «το βλέμμα / ενδοστρέφει πολλές φορές / για να εξωστρέψει μία» (σ. 136), όπως (τους) υποδεικνύει ο Χούλιο Κορτάσαρ. Η λεκτική αποτύπωση του μυστηρίου, έπειτα, κάνει παιχνιδάκι τις προστακτικές υπεροψίες της κυριολεξίας (βλ. το ποίημα «Μπουλντόζα»). Οι ποιητές δεν ταξινομούν απλώς. Ορίζουν εκ νέου τον κόσμο, συνομιλούν με τον οριζόμενο κόσμο («Εφιάλτης»), αντιπαρατίθενται («Αχινός») ή συμφωνούν («Πριόνι») με άλλους ορισμούς, αυτοδιχοτομούνται («Ταπείνωση») και αυτοορίζονται (ο ένας γίνεται «αίγαγρος» «σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις»: «Βιογραφικό», ο άλλος «Ιχνηλάτης» που περιμένει ακόμα «να φυτρώσει μια μαγική φασολιά / σε τούτη τη σελίδα»), και διαπιστώνουν πως «υπάρχει μια τραγική χαρά / κάθε φορά που εκτροχιάζεσαι» («Σαμποτέρ»). Για τους ορισμούς τους επιστρατεύεται κάθε είδος λόγου: εγκυκλοπαιδικές καταχωρίσεις, ιστορικές και χρονικογραφικές τεκμηριώσεις, παραμύθια και αφηγήσεις, παραδοσιακή ποίηση, λογικοί (και παραλογικοί) συλλογισμοί, προσωπικές εξομολογήσεις, ημερολογιακή και επιστολική γραφή, αποφθέγματα, παραθέματα. Ακόμη και η αδυναμία ορισμού, η «αποτυχία μέσα στη γλώσσα», αντιστοιχεί σε όλα τα δυνητικά σημαινόμενα και «φέγγει λιγάκι σαν» ποίηση στο «Φεγγάρι», το οποίο «–τουλάχιστον από τη γέννηση του Χαίλντερλιν και μετά– // δεν είναι τετράγωνο» («Αλκοόλ»). Στα δυνητικά σημαινόμενα, στην πολυσημία που δραπετεύει από την τετράγωνη λογική (στα αριστοτελικά, θα λέγαμε, «εικότα») μοιάζει να θεμελιώνεται το ποιητικό εγχείρημα της «Κωμωδίας». Η Κωμωδία εδώ δεν είναι είδος, αλλά τρόπος, ένα χρονοτοπικό «imperium sine fine» (σ. 136), όπου όλα παραμένουν ανοιχτά σε νοηματοδοτήσεις. Σε κάθε νέα νοηματοδότηση η «βύθια όραση» ανεβαίνει και λυτρώνεται στην επιφάνεια («Υποβρύχιο»). Το βλέμμα «ενδοστρέφει» στην παιδικότητα, όπου έκθαμβο μπορεί να απολαμβάνει τον παραδείσιο χρόνο που «είναι αναμεμειγμένος με ζάχαρη» (σ. 126). Η ποίηση, έτσι, εκπληρώνεται σαν υπόσχεση «σε πρωινή ώρα και παιδική ηλικία», όταν όλα είναι διάφανα και πρωτόγνωρα και «τα πάντα στον κόσμο βρίσκονται / εκεί που θα έπρεπε να βρίσκονται» («Λουκουμάδες»), όταν δηλαδή η όραση αρχίζει ξανά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: