13.2.22

Αφηγήσεις ξετυλίγοντας ένα κόκκινο κουβάρι


Σοφία Αυγερινού* 
Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος 
 Οταν διαβάζεις τα βιβλία του Δημήτρη Τσεκούρα, το σίγουρο είναι ότι δεν ξέρεις τι να περιμένεις. Στην αρχή νομίζεις ότι το θέμα είναι η ίδια η Γλώσσα: «Γλώσσα είναι η αναζήτηση του φρέσκου. Του πρωτόγνωρου. Γλώσσα είναι Γέννηση» (σ. 49). Μετά συναντάς ένα κομμάτι όπου γλώσσα και αίσθηση γίνονται ένα: «Καλός είναι αυτός που κυνηγάει το ανέφικτο, καλός είναι αυτός που δεν είναι ποτέ ικανοποιημένος με τον εαυτό του, […] καλός είναι αυτός που βασανίζεται, ο Αμλετ για παράδειγμα είναι πολύ καλός, ο καλός είναι πάντοτε καταραμένος, ο Τομ για παράδειγμα είναι πολύ καλός» (σ. 167). Εκεί που νομίζεις ότι διαβάζεις ένα έργο υπερρεαλιστικό, συναντάς μια ανελέητη και εντελώς προσγειωμένη ειρωνεία. Και πάνω που αρχίζεις να πιστεύεις πως έχεις να κάνεις μ’ έναν κυνικό, ανακαλύπτεις έναν ρομαντικό: «Είναι μεγαλειώδες να εμπιστεύεσαι, εμπιστοσύνη σημαίνει πως δεν καταδέχεσαι να σταματήσει ο Κόσμος» (σ. 170). Νομίζω όμως ότι στις «Ιστορίες του πάστορα Βογκ», ο Δημήτρης μας δίνει ο ίδιος τα κλειδιά για να ανοίξουμε την πόρτα του έργου του. Εγώ τουλάχιστον βρήκα τρία τέτοια «κλειδιά». Πρώτον ότι «Φιλοσοφία και Ποίηση καμιά φορά μπορεί να μην απέχουν καθόλου. Και ίσως να μην πρέπει κιόλας» (σ. 84). Δεύτερον πως «ό,τι είναι κεφαλαίο, δεν το ξεχνάω ποτέ» (σ. 104). Τρίτον ότι είναι πρόβλημα να θέλεις πάντοτε «και κάτι ακόμα. Πέραν του φαγητού» (σ. 63), γιατί οι άλλοι θα σε αποκαλέσουν αχάριστο. Και ξεκινώντας από το τρίτο κλειδί: είναι βέβαιο ότι οι ιστορίες του πάστορα είναι γεμάτες φαγητό – κυριολεκτικά και μεταφορικά. Φαγητό και ατελείωτο μασούλημα, όπως συμβαίνει στο Μπρικ, σώματα και έρωτες νόμιμους και αγοραίους, φονικά ένστικτα, όπως εκείνο του Αρχηγού. Είναι επίσης γεμάτες ροζ τριαντάφυλλα, κόκκινα φτερά, μαύρα φορέματα, κόκκινα κουβάρια, αντικείμενα πλήρως ενταγμένα στον κόσμο μας που ταυτόχρονα κλείνουν το μάτι και μας παραπέμπουν σ’ εκείνη τη σφαίρα που βρίσκεται «πέραν του φαγητού», που κάποιοι αναζητούν, εκείνη την «άλλη διάσταση που σε κάνει να τρέμεις, αλλά όχι από φόβο» (σ. 91), την εποχή που αν δεν περάσεις από αυτήν «είναι σαν να μην έχεις περάσει από καμία εποχή, πράγμα που, όπως καταλαβαίνετε, είναι ανατριχιαστικό για την ανθρώπινη ύπαρξη στο σύνολό της» (σ. 90). Την εποχή και τη διάσταση που αντιτίθενται στη μάσκα, στα μαραμένα ροζ τριαντάφυλλα, στους ανθρώπους που περνάνε τη ζωή τους μασουλώντας, τη διάσταση όπου άσχημοι άνθρωποι είναι οι κακοί άνθρωποι – όπως θα έλεγε βέβαια και ο Πλάτωνας, τον οποίο η ανθρωπότητα δεν θέλησε να ακολουθήσει, «ήταν μάλλον πολύ ιδεαλιστής για τα γούστα της ανθρωπότητας» (σ. 36) - τη διάσταση όπου τα ρούχα μέσα στην ντουλάπα σου, τα ρούχα που εσύ έχεις σχεδιάσει, είτε είναι όντως ρούχα, είτε είναι πράξεις και λέξεις που έπλασες εσύ, αρνούνται να υπακούσουν και σου ζητάνε ευθύνες, ελευθερία λόγου και συνειδήσεως, τη διάσταση όπου είναι αδύνατον να νίψεις τας χείρας σου. Σ’ αυτή τη διάσταση αναζητάς τις λέξεις που γράφονται με κεφαλαίο: Αυτονόμηση, Ταύτιση, Γλώσσα, Γέννηση, Μνήμη, Σημασία, Λήθη, Χρόνος, Φόβος, Ερωτας, Τέχνη, Κόσμος, Δικαιοσύνη. Λίγο βοηθάνε οι άνθρωποι που περιμένουν στην αίθουσα αναμονής, σ’ αυτό το τεράστιο σαλόνι, περιμένοντας να συναντηθούν με κάποιον Ανείδωτο, Αφανέρωτο πάστορα. Λίγο βοηθάνε και οι μαριονέτες που κρέμονται από το ταβάνι της αίθουσας, «σαν άνθρωποι πραγματικοί και κρεμασμένοι από το ταβάνι, αλλά όχι νεκροί. Οι μαριονέτες είχαν τα μάτια τους ορθάνοιχτα και κοιτούσαν όλες κάτω στο πάτωμα. Η πιο παράξενη απ’ όλες ήταν μία που είχε τρία μάτια» (σ. 126) - μα είναι κι αυτή ανήμπορη, ανίκανη να βοηθήσει: ο Αρχηγός, ο κάθε Αρχηγός, διατάζει την τελειωτική λύση, την απόλυτη αιματοχυσία. Και οι κάτοικοι του Μπρικ μασουλάνε. Το ζοφερό ζωύφιο, ο Ζώφι, κρύβεται στις γωνίες και φοβάται, πόσο φοβάται. Κι εσύ γυρίζεις σπίτι σου και ρίχνεις «ένα κλάμα με αναφιλητά για καμιά ώρα περίπου […] μισή ώρα για το πάτωμα», αυτό το πάτωμα με τα φαγητά, τα αίματα και τα μαραμένα ροζ τριαντάφυλλα, «κι άλλη μισή ώρα για το ταβάνι» (σ. 92), το ταβάνι απ’ όπου κρέμονται οι ανήμπορες μαριονέτες. Και οι καλεσμένοι του πάστορα περιμένουν στην αίθουσα αναμονής. Και το ασανσέρ που θα σε οδηγήσει στην ταράτσα έχει χαλάσει. Σ’ αυτή τη διάσταση πρέπει να πάει καθένας μόνος του, δεν υπάρχουν βοηθοί. Κι όμως, εκτός από τον πάστορα Βογκ, σ’ αυτό το έργο με την «έντονη, αλλά καλά κρυμμένη, παρουσία του Θεού» (σ. 208), τον πάστορα που έχει πια μετακομίσει και έχουμε τόσο καιρό να τον δούμε, έχοντας αφήσει πίσω μονάχα το μαύρο του ράσο, υπάρχει στον κόσμο αυτό ένας «σωτήρας», που επισκευάζει το ασανσέρ και μετά ανεβαίνει μαζί σου στην ταράτσα. Καπνίζετε μαζί ένα τσιγάρο και απολαμβάνετε τη θέα της αγαπημένης, νυχτερινής Αθήνας. Στο μεταξύ, κάπου σ’ ένα λουτρό, ο πάστορας προσπαθεί να πλύνει τα χέρια του. Αφού έπιασε στα χέρια του αυτό το κόκκινο κουβάρι που είναι ο κόσμος, κουβάρι φτιαγμένο από κόκκινα φτερά και αίματα και φόβο, ο πάστορας πρέπει βέβαια να νίψει τας χείρας του. Μα ο νιπτήρας γεμίζει χρώμα, ασταμάτητα, και ο πάστορας είναι αδύνατον να πείσει τα αυτόνομα χέρια του να καθαριστούν, να αποποιηθούν την ευθύνη. Το κουβάρι, δεκαεπτά χρόνια μετά, ακόμη ξετυλίγεται και στο τέλος τυλίγεται γύρω από τα χέρια του πάστορα, γύρω από όλο του το σώμα. Ο πάστορας ξέρει τώρα πια, ότι το κόκκινο κουβάρι είναι αξεδιάλυτα δεμένο με την ύπαρξή του κι έτσι αποδέχεται αυτή την ανελέητη Δικαιοσύνη. Ισως το κουβάρι να πνίξει τον πάστορα, ίσως απλώς να συνεχίσει να υπάρχει όντας ένα μαζί του. Τα χέρια πάντως δεν μπορούνε να πλυθούν. Και κάπως έτσι ο Δημήτρης Τσεκούρας μού δείχνει ότι –αν υποθέσουμε ότι ήθελε κάτι να δείξει, βέβαια– «Φιλοσοφία και Ποίηση καμιά φορά μπορεί να μην απέχουν καθόλου. Και ίσως να μην πρέπει κιόλας». 
 *Συγγραφέας-μεταφράστρια

Δεν υπάρχουν σχόλια: