21.11.19

«Ελπίζω ο θάνατός μου να αξίζει περισσότερα απ’ τη ζωή μου»

Ένα σχόλιο με αφορμή το κινηματογραφικό έργο «Τζόκερ» 
 Γράφει η Κική Σταματόγιαννη
 Η κακοσχεδιασμένη φράση με έντονα γράμματα πάνω σε ένα φθαρμένο σημειωματάριο θα μπορούσε να είναι το μότο όχι μόνο ενός ανθρώπου που βασανίζεται από ψυχικό πόνο. Αλλά το μότο κάθε ανθρώπου, που ζει στο περιθώριο μιας κοινωνίας φτιαγμένης για «κανονικούς». Κάθε ανθρώπου που πεθαίνει χωρίς να αφήσει ίχνη πάνω στη γη ή στις ζωές των άλλων. Ο σκηνοθέτης της ταινίας «Τζόκερ», Τοντ Φίλιπς, σκύβει με τρυφερότητα και ευαισθησία πάνω στο θέμα του και φτιάχνει μια σκοτεινή ιστορία για τους «μη κανονικούς». Και αυτό θα αρκούσε για να μας γοητεύσει. Όταν
μάλιστα ο ρόλος ενός ψυχικώς πάσχοντα, κακοποιημένου σωματικά, λεκτικά και ψυχολογικά, ενός ευάλωτου ανθρώπου που δεν χωράει πουθενά μέσα στο αμερικάνικο όνειρο έρχεται να κουμπώσει στο λιπόσαρκο σώμα του Χοακίν Φίνιξ και να σκαλώσει στο -έτοιμο να θρυμματιστεί σε χίλια κομμάτια- βλέμμα του, ξέρουμε πλέον ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ταινία που θα συζητηθεί όσο λίγες. Και όχι τυχαία. Βρισκόμαστε κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80 σε μια πόλη που κραυγάζει ότι είναι η Νέα Υόρκη, ακόμα κι αν λέγεται Γκόθαμ Σίτι. Ο νεοφιλελευθερισμός προκειμένου να απογειωθεί και να εξασφαλίσει αδιανόητα κέρδη στο κεφάλαιο, πατάει κυριολεκτικά πάνω σε ανθρώπινα συντρίμμια. Δεν διστάζει να τσακίσει υγειονομικά συστήματα, να διαλύσει κοινωνικές δομές και προνοιακά προγράμματα, να κόψει επιδόματα, να αφήσει χωρίς φάρμακα, χωρίς παρακολούθηση, χωρίς βοήθεια χιλιάδες χιλιάδων ανθρώπους. Ούτως ή άλλως είναι αυτοί και αυτές που «περισσεύουν», όσων οι ζωές δεν αξίζει καν να βιωθούν. Σκουπίδια, σαν αυτά που αρνούνται να μαζέψουν οι υπάλληλοι καθαριότητας, που απεργούν για τις συνθήκες εργασίας και τους μισθούς τους, εισπράττοντας την αδιαφορία των κρατούντων και τη χλεύη των τηλεπαρουσιαστών. «Για ανθρώπους σαν κι εσένα, κανείς δεν δίνει φράγκο. Για ανθρώπους σαν κι εμένα, κανείς δεν νοιάζεται», συνοψίζει επιγραμματικά η κοινωνική λειτουργός στον Άρθουρ Φλεκ, τον κλόουν που θα μετεξελιχθεί στον «Τζόκερ». Στον καταγέλαστο, στο κακόγουστο αστείο της αμερικάνικης κοινωνίας, που παύει να είναι αστείος μόνο όταν γίνεται επικίνδυνος. Ο Άρθουρ Φλεκ/Χοακίν Φίνιξ είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος της κοινωνίας της ευμάρειας, όταν αυτή ξεπέφτει. Τα golden boys της Γουόλ Στριτ ξεσπούν σ’ αυτόν, τα χαμίνια των κακόφημων δρόμων -που ζουν κλέβοντας- τον γεμίζουν μελανιές, ο σόουμαν μιας τηλεοπτικής εκπομπής τον διαπομπεύει σε εκατομμύρια τηλεθεατές που λατρεύουν να κανιβαλίζουν τον πιο αδύναμο, ο εργοδότης του στην πρώτη άτυχη στιγμή τον απολύει. Η φαρμακευτική αγωγή, οι συνεδρίες με τους γιατρούς και την κοινωνική λειτουργό καταφέρνουν σε κάποιον βαθμό να τον κρατάνε σε μια στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα. Όταν κόβεται το πρόγραμμα, ο Φλεκ αδυνατεί να διαχωρίσει τι είναι πραγματικό και τι πλάσμα της φαντασίας του. Κάπου εκεί και κάπως έτσι αρχίζει να βαδίζει στα μονοπάτια που θα τον αναδείξουν σε «Τζόκερ». Ο σπαρακτικός χορός του Φίνιξ μπροστά στον καθρέφτη γίνεται η αριστουργηματική έκφραση της μετεξέλιξης αυτής, το πρώτο βήμα μετά το οποίο αρχίζει να γλιστράει σε μια εκδικητική περσόνα που θα τον λυτρώσει από τον καθημερινό πόνο. Ο σκηνοθέτης καταφέρνει και ισορροπεί τον σπασμένο/διαταραγμένο εσωτερικό κόσμο του ήρωα με την εξωτερική κατάσταση κοινωνικής απορύθμισης. Μια κοινωνία που νοσεί, εκδηλώνεται ως σύμπτωμα σε έναν από τους πλέον ευάλωτους πολίτες της. Σε αυτόν που όλα τα χρόνια της ζωής του είναι αόρατος για τους άλλους. Τον παρατηρούν ενοχλημένοι μόνο στον βαθμό που ξεφεύγει από την προκαθορισμένη «κανονικότητα». Γίνεται ορατός μόνο όταν το γέλιο του είναι πιο ηχηρό απ’ όσο πρέπει, όταν ξεσπάει εκεί όπου δεν πρέπει. Το ξέσπασμα οργής του Τζόκερ είναι το φιτίλι. Οι συνθήκες για την έκρηξη έχουν διαμορφωθεί έξω από αυτόν και πριν από αυτόν. «Ό,τι κι αν είναι αυτό που ψάχνεις, δεν θα έρθει στη μορφή που το περιμένεις» – Χαρούκι Μουρακάμι Η ταινία είναι βαθιά πολιτική. Και είναι καλή. Είναι, όμως, ένα ανατρεπτικό πολιτικό αριστούργημα; Σε συνθήκες εξαθλίωσης των από κάτω, ποιος είναι αυτός που θα οργανώσει την αντεπίθεση; Ποιο είναι το συλλογικό υποκείμενο ανατροπής; Η ταινία εδώ είναι σαφής. Δεν υπάρχει συλλογικό υποκείμενο. Οι εξεγερμένοι/ες είναι ο όχλος. Έτσι, η εξέγερση παραμένει από την αρχή μέχρι το τέλος της μια αποθέωση του χάους. Φωτιές, ζητωκραυγές, αίμα και βία. Κι ενώ στρέφεται σωστά ενάντια στην ελίτ του πλούτου που έχουν προκαλέσει την ανισότητα, την αδικία και την εκμετάλλευση, δεν κατορθώνει να πάει ένα βηματάκι πιο πέρα. Για το πώς θα οργανωθεί από την επόμενη κιόλας μέρα μια κοινωνία χωρίς ταξικές διαιρέσεις. Ο Τοντ Φίλιπς έπιασε σωστά τον παλμό. Υπέδειξε μέσα από την τέχνη του τον πραγματικό φταίχτη. Τον έκανε εικόνα/σεκάνς: ένα βαγόνι γεμάτο με ανθρώπους που κρατάνε εφημερίδες με το εμβληματικό πρωτοσέλιδο “Kill the rich”. Μόνο που δεν αρκεί να φύγουν από τη μέση μια χούφτα πλούσιοι. Χρειάζεται κάτι ακόμα περισσότερο από το να εικονογραφήσεις μάζες ανθρώπων να βγαίνουν στους δρόμους και να γίνονται απειλητικές βυθίζοντας στο χάος μια πόλη. Ο σκηνοθέτης έδωσε μόνο μια ιδέα για το πώς μπορεί να ξεκινήσει μια εξέγερση. Για το πώς ένα γεγονός μπορεί να ταρακουνήσει τα μυαλά, τις συνειδήσεις και τις ψυχές ανθρώπων που έχουν κουραστεί να κουβαλάνε το περιθώριο, την υποτίμηση, την αδικία σαν δεύτερο δέρμα πάνω τους και ξεσπούν οργισμένοι. Η οργή είναι εξαιρετικό καύσιμο, αλλά δεν σε πάει πολύ μακριά. Χρειάζεται να εμπλουτιστεί με όραμα, σχέδιο και οργάνωση της κοινωνίας πάνω σε άλλες βάσεις. Ο Τοντ Φίλιπς με τον «Τζόκερ» του μας πέταξε το γάντι. Τι απάντηση, λοιπόν, θα δώσουμε σε μια τόσο γοητευτική πρόκληση;
https://kokkini.org/2019/10/14/%ce%b5%ce%bb%cf%80%ce%af%ce%b6%cf%89-%ce%bf-%ce%b8%ce%ac%ce%bd%ce%b1%cf%84%cf%8c%cf%82-%ce%bc%ce%bf%cf%85-%ce%bd%ce%b1-%ce%b1%ce%be%ce%af%ce%b6%ce%b5%ce%b9-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%83/?fbclid=IwAR2BAtl58l3XjMQs1w-bBzkIPRBvTR0yfjXAwWoj6w8vGxyxWqttz94VgVw

Δεν υπάρχουν σχόλια: