2.11.19

Θόδωρος Τερζόπουλος: «Ο μηχανισμός της λήθης εγκαθιδρύθηκε»


Έφη Μαρίνου 
 Ανεβάζει «Νόρα» στο «Αττις», οργανώνει πενταετή πλάνα για παραστάσεις σε όλο τον κόσμο και ξεδιπλώνει τις σκέψεις του για την ιντερνετική εποχή, τα νέα ταλέντα που πέφτουν στην παγίδα του συστήματος, αλλά και για τους εορτασμούς των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση. Η «Νόρα» επιστρέφει στις 10 Νοεμβρίου στο «Αττις». Μάγεψε το κοινό όταν παρουσιάστηκε τον περσινό χειμώνα για λίγο στην εκπνοή της σεζόν. Μια παράσταση πολιτική στο μεδούλι της και συγχρόνως ένα συναρπαστικό σκηνικό γεγονός σχεδιασμένο στη φιλοσοφία και την αισθητική οικονομία του θεάτρου που δημιουργεί ο Θεόδωρος Τερζόπουλος. Ενα Κουκλόσπιτο όπου θα
συναντηθούν οι τρεις πλευρές, οι τρεις κόσμοι του ιψενικού τριγώνου. Ολα είναι εκεί. Αυτό που νομίζεις ότι είσαι, αυτό που αρχίζεις να διακρίνεις ότι είσαι όταν μια χαραμάδα ανοίγει και εμφανίζεται ο αληθινός καταπνιγμένος εαυτός, αυτό που γίνεσαι όταν αποφασίζεις την έξοδο με όποιο κόστος, με όποιο τέλος ή με το ενδεχόμενο της αρχής μιας άλλης υπόστασης. Υστερα από ακόμα μία περιοδεία στην Ιαπωνία, τη Ρωσία, την Κίνα, την Ιταλία, ο σκηνοθέτης συνεχίζει να οργανώνει πενταετή πλάνα για παραστάσεις σ’ όλο τον κόσμο, παρ’ όλο που λέει πως το ερχόμενο καλοκαίρι θα ξεκουραστεί για πρώτη φορά. Ετοιμάζει τις έκτες «Βάκχες» του στη Μόντενα της Ιταλίας με σπουδαίους Ιταλούς ηθοποιούς - θα ακολουθήσουν και οι έβδομες «Βάκχες» το 2022 στη Σενεγάλη ως δρώμενο μέσα στη ζούγκλα… Τον περιμένει μια καινούργια μεγάλη παραγωγή στην Αγία Πετρούπολη και στη Ν. Υόρκη. Στο μεταξύ, η Μέθοδός του μεταφράζεται στα περσικά και τα ισπανικά, ενώ στη Ρωσία μεταφράζεται το βιβλίο «Στον Λαβύρινθο. Ο Θόδωρος Τερζόπουλος συναντά τον Χάινερ Μίλερ». Σοφία Χιλλ, Τάσος Δήμας, Αντώνης Μυριαγκός, στη «Νόρα» Κατερίνα Τζιγκοτζίδου «Στο “Αττις” συνεχίζουμε να δουλεύουμε, να ερευνάμε το υλικό μας έξω από τους τρέχοντες νόμους παραγωγής» λέει ο Θόδωρος Τερζόπουλος. «Ναι, έχω την πολυτέλεια να αφοσιώνομαι χωρίς περισπασμούς, χωρίς εξαρτήσεις από άλλους παράγοντες. Αν δεν είμαι έτοιμος θα αναβάλω την πρεμιέρα, θα την πάω την επόμενη χρονιά. Χαίρομαι γι’ αυτούς τους εξαιρετικούς ηθοποιούς. Τη Σοφία, τον Τάσο, τον Αντώνη. Αλλά αυτός είναι ο κόσμος μου, η οικογένειά μου και το εννοώ απολύτως. Νοιάζομαι για τους ηθοποιούς, για τους συνεργάτες μου, αυτούς που φροντίζουν το θέατρο όταν εγώ λείπω για μήνες στο εξωτερικό. Και ο Σάββας Στρούμπος με πίστη, αρχές, δουλεύει σκληρά. Ενας σοβαρός, καλλιεργημένος καλλιτέχνης, επί της ουσίας πολιτικοποιημένος - είμαι βέβαιος ότι στο μέλλον θα μας εκπλήξει. Ερχεται από μια μεγάλη επιτυχία του καλοκαιριού με την “Αντιγόνη” και τώρα ετοιμάζει τις “Ευτυχισμένες μέρες” με την Ανέζα Παπαδοπούλου, μια εκπληκτική ηθοποιό». • Πότε ο καλλιτέχνης νιώθει ικανοποιημένος, πλήρης; Για χρόνια δουλεύεις έχοντας, έστω, την ψευδαίσθηση ότι κάτι χτίζεις. Μεγαλώνοντας διαπιστώνεις ότι ο αγώνας είναι σισύφειος. Τότε αναρωτιέσαι: «Και λοιπόν; Τι έκανες όλη σου τη ζωή; Πού ήσουν στα μεγάλα κοινωνικά γεγονότα;». Η σκέψη είναι ικανή να με κάνει να καταρρεύσω. Και μετά παρηγοριέσαι στην ιδέα πως μέσα σ’ αυτό το τοπίο η όποια συμμετοχή θα σε αλλοτρίωνε, θα σε εξομοίωνε στο κυρίαρχο μοτίβο. Δεν γίνεται να μην αναρωτιέσαι ειλικρινώς πάνω στην τέχνη σου. Δουλεύεις για δέκα φίλους, χίλιους θεατές, είκοσι χιλιάδες θεατές. Αλλά τι νόημα έχει μια αυτιστική χαρά όταν είσαι αποκομμένος από την κοινωνία; Τι να πεις για τη μεγάλη σου ιδέα όταν σήμερα πνίγηκαν 70 άνθρωποι; Χαίρομαι όταν ένα μεγάλο πρότζεκτ στο εξωτερικό ερμηνεύεται σκηνικά όπως το είχα σχεδιάσει. Ομως την επομένη αρχίζω να προβληματίζομαι για το πόσο αυτό το προϊόν, ενταγμένο αναπόφευκτα στη διαδικασία του εφήμερου, συνδέεται με τη μνήμη. Ή προετοιμάζω μια παράσταση και πιάνω τον εαυτό μου να λέει την παρόλα: «Θέλω να είναι επική»… Μα τι μπορεί να σταθεί μέσα στην παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα που φέρνει και διώχνει τα πράγματα με ιλιγγιώδη ταχύτητα; Τίποτα, όσο επικό κι αν είναι. Κάνω πράγματα, όμως το μάτι μου συγκεντρώνεται στην εικόνα μιας κοινωνίας που καθεύδει. Ο άνθρωπος πάντα αγωνιζόταν, ήταν όμως στραμμένος προς τα πάνω, κοίταζε τον θεό στα μάτια. Σήμερα είναι σκυφτός πάνω στο τάμπλετ. Κάποτε έρχεται η στιγμή που κλείνεσαι στο καβούκι σου περιμένοντας τον Γκοντό… Στην γκρίζα μπεκετική ζώνη, αναμονή για το τέλος χωρίς το άγχος καμιάς ελπίδας. • Σ’ αυτήν την αναμονή, ένα μυαλό ασκημένο στο να δημιουργεί τι κάνει; Επιθυμεί να ησυχάσει με πράγματα απλά. Επιστρέφει στη φυσική λειτουργία της καθημερινότητας, την τόσο υποτιμημένη ως «άχρηστη». Στα φυτά, τα λουλούδια, τις ανθρώπινες κουβέντες. Βάζεις πίσω το διάβασμα, τις πρόβες, διαθέτεις περισσότερο χρόνο στην ταπεινή καθημερινότητα - νιώθεις ότι την έχεις ανάγκη, σε αναζωογονεί, δίνει νόημα. Ξέρεις πια πως τα μεγάλα χρεοκόπησαν. Ομως τα δέκα ελαιόδεντρα στην ταράτσα του «Αττις» ανθοφορούν… Και μαζεύοντας τον καρπό τους νιώθεις πως έχεις ολόκληρο τον κόσμο. • Για τους πολλούς πλέον ολόκληρος ο κόσμος απλώνεται στην επιφάνεια μιας οθόνης. Ενας κόσμος σαν μια υπερμεγέθης performance. Κι όσο αληθινός μοιάζει τόσο απέχει από την πραγματικότητα, τη ζωογόνο κίνηση των πραγμάτων. Ενας παράλληλος κόσμος, εντελώς φελινικός, προκατασκευασμένος για να μπορούν οι άνθρωποι να ζουν με υποκατάστατο, έξω από φυσικές ανάγκες. Ο μηχανισμός της λήθης εγκαθιδρύθηκε, αυτονομήθηκε, εμπότισε την καθημερινότητά μας. Αλλά πώς ζει κανείς χωρίς μνήμη, δηλαδή χωρίς αλήθεια; Γιατί, αναζητώντας την αλήθεια, στον τροφοδότη αγωγό μνήμης καταφεύγεις. • Η ειρωνεία είναι πως αυτή η λήθη στην ιντερνετική εποχή έρχεται στο όνομα της μνήμης, της χωρητικότητας, του μεγαμπάιτ, του γιγαμπάιτ. Ολα έχουν μετακινηθεί στην παράνοια. Κόψαμε τις γέφυρες συνάντησης με τον Αλλον νομίζοντας ότι φτιάξαμε καινούργιες στα μέσα μαζικής δικτύωσης, τα οποία μετασχηματίζονται σε μια θανατηφόρα εξάρτηση φτάνοντας ώς το δημόσιο ξεκατίνιασμα τη στιγμή που ο κόσμος καταρρέει. Το κινητό, το τάμπλετ έγιναν ο σύντροφος, η σχέση, ο φίλος, η γνώση, η μνήμη, η επαφή, η εκτόνωση, η παιδεία. Δεν είναι μόνο η υπερθέρμανση του πλανήτη, είναι που χάσαμε τη σύνδεση με τη φύση. Είναι διαδικασία θεραπευτική όταν δίνεσαι στο δέντρο, στο ζώο, στη θάλασσα. Μα τι νομίζεις πως είναι ευτυχία; Το «μ’ αγαπάς, σ’ αγαπώ» ή η σούπερ παράσταση; Είναι στιγμές, μικρές αληθινές δράσεις της καθημερινότητας που χαλαρώνουν, ησυχάζουν, λυτρώνουν. • Ισως γιατί τότε δεν χρειάζεται να αποδείξουμε κάτι στον άλλον. Οι άνθρωποι φέρουν την πανοπλία της υποκρισίας σε κάθε εκδήλωση, ακόμα και μέσα στη «συγκλονιστική» σχέση τους με τον σύντροφο, τον γιο, τη δουλειά. Προσπαθώ να αφουγκραστώ τους νέους, να καταλάβω την εποχή που ζω αλλά δεν καταφέρνω να μπω σ’ αυτόν το νέο κόσμο - είναι μεγάλο το βάρος της μνήμης μέσα μου. Γλίτωσα πολλά που δεν έχω τηλεόραση 40 χρόνια τώρα. Στη θέση της βλέπω τα εκατό δέντρα που φύτεψα, τις διακόσιες γλάστρες μου. Μαγειρεύω το φαγητό μου, χαζεύω τα κεντήματα της μάνας μου. Πήγα στο χωριό και πήρα όλες τις πετσέτες που στέγνωνε τα πιάτα. Κάθε φορά που σκουπίζω μ’ αυτές ένα πιάτο με διαπερνά κύμα συγκίνησης, σαν να μου μεταβιβάζεται μια ενέργεια. Σήμερα που όλα είναι συστηματοποιημένα στην κυρίαρχη επιταγή, την πεζότητα, τη σκλαβιά της τεχνολογίας, προβληματίζομαι πάνω στο θέμα «Δημιουργώντας γέφυρες» της φετινής Θεατρικής Ολυμπιάδας. Οι γέφυρες χτίζονται για να συνδέσουν τα ανόμοια, τα διαφορετικά. Σήμερα που όλα ισοπεδώνονται χρειάζονται γέφυρες για να ενώσουν το οικείο με το οικείο, το όμοιο με το όμοιο; • Είναι τάση που παρατηρείτε και στο θέατρο στα διεθνή φεστιβάλ; Επαναλαμβάνεται η ίδια φόρμα, η ίδια τεχνική. Η διαφορετικότητα, το ιδιαίτερο, η ιδιότητα του καλλιτέχνη τείνουν να καταργηθούν μέσα στην επικράτεια της ισοπεδωτικής ομοιογένειας. Κι εγώ αναρωτιέμαι μήπως μέσα σ’ όλο αυτό αλλοτριώνονται, ερήμην, καλλιτέχνες, θεατές αλλά και το ίδιο το σκηνικό γεγονός. Μην έχουμε αυταπάτες. Οπως υπάρχει μακροοικονομία υπάρχει και μακροκαλλιτεχνία… Ο ισχυρός μηχανισμός της παγκοσμιοποίησης επιβάλλει μία ιδέα παντού, το αναλώσιμο, εξαγώγιμο προϊόν. Επιταγή που προετοιμάζεται χρόνια πριν για να λειτουργήσει στις μάζες, στο μεγάλο κοινό, στους μάνατζερ, στο box office. Θυμηθείτε τη μεγάλη εξαγωγή του μεταμοντερνισμού από τη Γερμανία. Και σήμερα το γερμανικό θέατρο βρίσκεται σε αδιέξοδο. • Κατά καιρούς έχουμε ελπίσει σε νέους με ταλέντο, πίστη στη δουλειά τους, εργατικότητα. Φυσικά αλλά πέφτουν στην παγίδα του συστήματος, των εθνικών και ιδιωτικών ιδρυμάτων που καιροφυλακτούν. Μόλις αναδυθεί ένας ταλαντούχος, αμέσως τον αρπάζουν. Τον εντάσσουν στη μηχανή παραγωγής, τον ισοπεδώνουν για να ενσωματωθεί στη ροή, να προσαρμοστεί στο ομοιογενοποιημένο περιβάλλον. Να γίνει κι αυτός όπως όλοι, όπως θέλει το «μεγάλο κοινό». • Τι πρέπει να κάνει αυτός ο νέος που θέλει να εκφραστεί; Να μονάσει. Ετσι θα αποκτήσει ουσιαστική σχέση με την κοινωνία. Να αυτοσυγκεντρωθεί και να δουλέψει σκληρά κλείνοντας τα αυτιά στις Σειρήνες που είναι έτοιμες να τον αρπάξουν με προτάσεις. Αν επιθυμεί να αρθρώσει μια δική του γλώσσα δουλεύοντας πάνω στο υλικό του, πρέπει να πει πολλά «όχι». • Εκείνος θα απαντούσε πως κλείνοντας πόρτες, απεμπολώντας την ευκαιρία να δώσει ένα δείγμα γραφής, περιθωριοποιείται. Κι εγώ θα του πω πως είναι ανάγκη να φτιάξει το «μοναστήρι» του, να απομονωθεί συγκεντρωμένος στην ιδέα του. Οπως γινόταν σε άλλες δεκαετίες σ’ όλο τον κόσμο και εδώ. Υπήρξαν εστίες, καλλιτέχνες που μέσα από την απομόνωση δημιούργησαν καλλιτεχνικό έργο. Ο Λευτέρης Βογιατζής, ο Βασίλης Παπαβασιλείου, ο Σπύρος Ευαγγελάτος, ο Γιώργος Μιχαηλίδης, ο Θανάσης Παπαγεωργίου, ο Γιάννης Χουβαρδάς, ο Αντώνης Αντύπας. Τότε η διαχείριση της δουλειάς ήταν στα χέρια μας, λειτουργούσε μια έννοια κολεκτίβας. Είχαμε επαφή με τον εργαζόμενο, τον συνάδελφο, το υλικό μας. Σήμερα ο νέος που θα επιχορηγηθεί, έστω μ’ αυτές τις 10 χιλιάδες ευρώ, δεν μπορεί να διαχειριστεί τη δουλειά του, αποκόβεται από το έργο του. Θα παρεμβληθούν άλλοι για να τον «βοηθήσουν»… Ο μηχανισμός των ιδρυμάτων είναι ισχυρός, η παραγωγή είναι κυριολεκτικά βιομηχανική. • Η σεζόν έχει καλυφθεί ήδη με παραγωγές ώς τον Ιούνιο. Ισχύει ότι το πολύ θέατρο σκοτώνει το θέατρο; Ο,τι ξεφεύγει από το μέτρο σκοτώνει. Ολη η ιδέα του θεάτρου έχει μετακινηθεί. Πολλές παραστάσεις, πολλές δραματικές σχολές. Το πικρότερο όλων είναι αυτό το αδικαίωτο των νέων που έχουν αγάπη, λαχτάρα για το θέατρο. Τόσα όνειρα ματαιωμένα. Σ’ αυτήν την πληθώρα σαν να χάνονται και τα μεγάλα και τα μικρά και τα Εθνικά… Ο θεατής μπερδεύεται σ’ ένα σχεδόν φοβικό περιβάλλον καθώς είναι δύσκολο να εντοπίσει, να προσδιορίσει τι επιθυμεί. Είναι η μεγαλομανία μας, αυτή η δήθεν εξωστρέφεια, η μικρομέγαλη. Ο Νεοέλληνας αισθάνεται ότι θέλει να είναι μαγαζάτωρ, διευθυντής, πρόεδρος, αφεντικό. Αντί ν’ ανοίξουμε προς την κοινωνία, εκδηλώνουμε την εξωστρέφειά μας ώς τον απέναντι τοίχο, στα 15 μέτρα. Και κοπανιόμαστε ο ένας πάνω στον άλλον. Κι από κοντά οι «ειδικοί» με την αγχόνη έτοιμη, διαγράφουν, ακυρώνουν, αποκαθηλώνουν. Παραπαίουμε υποτελείς στη βιομηχανία παραγωγής ονείρων, φαντασιώσεων, ονειρώξεων σ’ όλα τα επίπεδα. Δες τι φαντασιώνεται ο Νεοέλληνας για τον πολιτικό του αρχηγό. Φαίνεται πως κόντρα στη φτώχεια, τη μιζέρια μας, σε κάποιο λανθάνον πεδίο, το εθνικό υποσυνείδητο υπερλειτουργεί. Κι αυτό οι πολιτικοί το γνωρίζουν καλά, επενδύουν πάνω του, το καλλιεργούν, το ποτίζουν, του βάζουν λίπασμα ώστε να είναι πάντα εν δράσει. Ολοι μέσα σ’ ένα παραλήρημα, στο εθνικό μας παραλήρημα. Μια γκροτέσκο ελληνική κωμωδία. Πάσχουμε από τον ιό του εμφυλίου • Κι όμως, ετοιμαζόμαστε για τους πανηγυρικούς εορτασμούς των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, την απελευθέρωσή μας. Θα γιορτάσουμε αυτό που δεν έγινε; Τα 200 χρόνια της μη ίδρυσης ελληνικού κράτους; Μα είμαστε 200 χρόνια ξενόδουλοι, ραγιάδες και κοτζαμπάσηδες, απλώς αλλάξαμε αφεντικά - δεν χρειάζεται να είναι εδώ, εκπροσωπούνται από τους συνεργάτες τους. Ποτέ δεν αποκτήσαμε την ελευθερία μας. Ούτε παιδεία, ούτε πολιτισμό, ούτε διοίκηση. Εγώ θα έλεγα αντί για πανηγύρια που είναι ό,τι χειρότερο -και επικίνδυνο- να βγάλουμε τον σκασμό για τρία μερόνυχτα. Αντί για παράτες, προβληματισμό, σιωπή. Οι Ελληνες να βουβαθούν, να τους απαγορευτεί διά ροπάλου η ομιλία και να κληθούν να απαντήσουν στο ερώτημα: Είμαστε ελεύθεροι κι αν όχι, γιατί; Να σκεφτούμε όχι τι έγινε αλλά τι δεν έγινε, όχι ότι είμαστε ελεύθεροι αλλά το ότι δεν είμαστε ελεύθεροι. Σε επίπεδο υπαρξιακό, οντολογικό, κοινωνικό, κοινωνιολογικό, πολιτικό, πολιτισμικό. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες ν’ αφήσουμε τις συναισθηματικές παρορμήσεις, τις ανώριμες συμπεριφορές και να κάνουμε άγρια αυτοκριτική μέσα από τη σιωπή. Να συγκεντρωθούμε, να αναρωτηθούμε, να προβληματιστούμε πάνω στην παραχάραξη της αλήθειας. Ολα αυτά τα χρήματα που προορίζονται για τους εορτασμούς ας διατεθούν σ’ αυτό το «πρότζεκτ» αφύπνισης. • Μπορείτε να φανταστείτε τον Ελληνα να μένει σιωπηλός έστω και μία ώρα; Η κωμική ειρωνεία είναι πως το… καθήκον δεν του επιτρέπει να σιωπήσει. Πρέπει να μιλάει, να «υπερασπιστεί» τον Πλάτωνα, τον Ηράκλειτο, τον Αριστοτέλη χωρίς να έχει ιδέα ποιοι είναι αυτοί, τι έχουν πει. Γιατί ο Ελληνας ξέρει, δεν θα του πουν οι άλλοι τι να κάνει. Η νέα Ελλάδα, ο νέος Ελληνας είναι παράγωγα εμφύλιας αντιπαράθεσης, εχθρότητας και μίσους που γεννούν οι παρατάξεις. Το τραύμα των πολλών εμφυλίων έχει περάσει σαν ιός από γενιά σε γενιά. Είμαστε απέναντι σε όλους, ακόμα και σε μας τους ίδιους. Αν δεν κατανοήσουμε τον εαυτό μας, ο Αλλος, δεξιός, αριστερός, ξένος, μαύρος, θα είναι πάντα εχθρός. Τα τέρατα ενός ασυμφιλίωτου εαυτού θα προβάλλουν συνεχώς. • Πώς αναστρέφεται αυτή η νοοτροπία; Η καθημερινότητα είναι το έδαφος για να δουλέψουμε με τον εαυτό μας, να βρούμε υλικό συνεννόησης μέσα στην κοινωνική διαδικασία. Δεν μιλώ για επανάσταση, είμαστε πολύ μακριά από τέτοιες προοπτικές - όμως εκεί η ενέργεια περνάει από τον έναν στον άλλον σαν ηλεκτρικό ρεύμα, εκεί γεννιούνται οι μεγάλες ιδέες, εκεί συντελείται η Ιστορία. Ας μάθουμε να μην κολάζουμε τον ξένο, να μην τον καταριόμαστε, να μην αποστρεφόμαστε τον ανήμπορο. Αν δεν κατανοήσουμε τη διαφορετικότητα θα μείνουμε αυτιστικοί, αποκομμένοι, εγκλωβισμένοι στο ψέμα. • Παλιά μου είχατε πει ότι αν ξεκινούσατε σήμερα θα κάνατε κινηματογράφο. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος μου έλεγε συχνά: «Εχεις κινηματογραφική ματιά, κάνε σινεμά»… Για κινηματογράφο πήγα στη Γερμανία, όμως η γνωριμία μου με το Μπερλίνερ Ανσάμπλ με συγκλόνισε και δόθηκα στο θέατρο. Το πολιτικό στοιχείο διατρέχει όλες τις δουλειές μου, κάναμε με τον Κουνέλη τον «Προμηθέα», μια διαδήλωση στα όρια της παράστασης. Και τώρα που τα λέμε αυτά, νιώθω τόσο θυμωμένος με όσα γίνονται, που δεν ξέρω αν θα ασχολιόμουν με το θέατρο ή τον κινηματογράφο. Μπορεί να ήμουν στους δρόμους, απέναντι σ’ αυτό το σύστημα που συνθλίβει κοινωνίες, εξουθενώνει τον άνθρωπο, στραγγαλίζει τη δημιουργικότητά του. Ισως να ήθελα να ήμουν μέρος ενός μεγάλου κοινωνικού γεγονότος που σιγά σιγά, στην ώριμή του έκφραση, θα γίνεται κείμενο του Αισχύλου, θα γίνεται ο Προμηθέας αλλά στη ζωή. Θα γίνεται η μεγάλη τέχνη της ζωής στην κορύφωσή της.
 INFO: Θέατρο Αττις (Λεωνίδου 7, Μεταξουργείο, τηλ.: 210-5226260). «Νόρα» του Ιψεν. Σκηνοθεσία – Σκηνική εγκατάσταση – Ελεύθερη απόδοση – Διασκευή: Θόδωρος Τερζόπουλος. Μουσική: Παναγιώτης Βελιανίτης. Κοστούμια: Yiorgos Eleftheriades. Φωτισμοί: Θόδωρος Τερζόπουλος, Κωνσταντίνος Μπεθάνης. Παίζουν: Σοφία Χιλλ, Τάσος Δήμας, Αντώνης Μυριαγκός.
https://www.efsyn.gr/tehnes/theatro/216425_thodoros-terzopoylos-o-mihanismos-tis-lithis-egkathidrythike?fbclid=IwAR1RDLgQa_0BgSL9KozhkncbI-dRToIMk5B6IvvdTOlMw318BH-mRznZHOY

Δεν υπάρχουν σχόλια: