26.11.19

Η ωριμότητα του παραμυθιού


Γράφει η Διώνη Δημητριάδου //
 Αλέξανδρος Αδαμόπουλος: “Ο Σιμιγδαλένιος” εκδόσεις Εστία
 Αν και μπορεί να φαίνεται έτσι, ο Σιμιγδαλένιος δεν είναι έργο μόνο παιδικό. Ξαφνιάζει τον ανυποψίαστο αναγνώστη η διευκρίνιση του συγγραφέα στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου προϊδεάζοντάς τον για το περιεχόμενο. Πώς γίνεται ένα παραμύθι να αφορά τον ώριμο αναγνώστη/θεατή; Ερώτημα εύλογο και αρκούντως ενδιαφέρον, που ανατρέπει ίσως τα ειωθότα γύρω από την κατηγοριοποίηση των λογοτεχνικών ειδών. Ας τα πάρουμε, όμως, από την αρχή. Στην αρχή, λοιπόν, ήταν ένα γνωστό λαϊκό παραμύθι, από αυτά που έχουν καταγραφεί μέσα από την προφορική παράδοση του λαού μας και που σπάνια αποτελούν αφορμή έμπνευσης για να γραφεί ένα σύγχρονο έργο που να απευθύνεται σε ενήλικες (και μάλιστα λογοτεχνικό ανάγνωσμα που ταυτόχρονα
αποτελεί και θεατρικό έργο έτοιμο για σκηνική παρουσίαση), ενώ συνήθως συνιστούν το αρχικό υλικό για παιδικές θεατρικές παραστάσεις. Με άλλα λόγια, το παραμύθι φαίνεται να απευθύνεται αποκλειστικά στην παιδική ηλικία. Επομένως, ο τρόπος της μετάπλασης του παραμυθιού σε έργο για ενήλικες –γιατί αυτή είναι η περίπτωση του Σιμιγδαλένιου κατά τον Αλέξανδρο Αδαμόπουλο– είναι από μόνη της μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση που αξίζει την προσοχή μας. Τα αγαπάμε τα παραμύθια. Όχι μόνο γιατί φέρουν μέσα τους την αθωότητα μιας αλλοτινής ηλικίας. Ούτε μόνο γιατί νοσταλγικά επιμένουν να μας θυμίζουν τους μαγικούς μηχανισμούς για την υπέρβαση των δυσκολιών. Τα αγαπάμε πιο πολύ για την παραμυθητική (παρηγορητική) τους ευεργετική συνέργεια, μια συμπαθητική (δηλαδή συμπάσχουσα, με την κυριολεξία του όρου) παρουσία δίπλα μας. Ακόμα και για τον τρόπο να δείχνουν την άλλη όψη του κόσμου, αληθινή όσο και απίθανη, υπέροχη μέσα στο αδύνατο της ύπαρξής της, όπως μόνο η διήγηση ενός παραμυθιού μπορεί να το κάνει, σε αντίθεση με τον μύθο. Ο μύθος συνιστά μια αφήγηση, ήδη από τα μακρινά χρόνια του Ομήρου, που παραθέτει αληθινά γεγονότα, έτσι όπως ο ιστορητής τα εξιστορεί κάνοντας τις υποθέσεις του και αναμειγνύοντας τις αλήθειες με τις εικασίες για το πώς συνέβησαν όσα (αληθινά γεγονότα και πραγματικές καταστάσεις) συνέβησαν. Δεν έχει, όμως, καμία παραμυθητική δράση, δεν παραθέτει τα μαγικά εξαίσια του παραμυθιού. Ο Σιμιγδαλένιος ήταν αρχικά ένα παραμύθι της λαϊκής φαντασίας που έδειχνε την αναμέτρηση της αγάπης με τον εγωισμό – εγγενές χαρακτηριστικό της ανθρώπινης υπόστασης. Όποιος θα ξεπεράσει τα τείχη του παντοδύναμου τάχα εαυτού του θα γνωρίσει και την πραγματική ουσία της αγάπης. Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος θέλησε να δώσει ένα άλλο πρόσωπο, μια άλλη υπόσταση στο λαϊκό παραμύθι, χρησιμοποιώντας ως πρωταρχικό υλικό αυτά τα ίδια τα παραμυθητικά στοιχεία προκειμένου να δείξει πώς αυτό μπορεί να απευθύνεται στους ενήλικες, όχι για να τους δώσει την ευκαιρία βίωσης μιας νέας παιδικότητας αλλά για να τους κάνει να σκεφθούν με την ωριμότητα της ηλικίας τους πάνω στα δικά τους προβλήματα. Ο δικός του Σιμιγδαλένιος έχει προκάλυμμα το παραμύθι για να αφηγηθεί μια ιστορία ενηλίκων. Και η μορφή που δίνει στο κείμενό του είναι μοναδική! Όλο το έργο είναι γραμμένο με μέτρο και ομοιοκαταληξία. Έτσι αποκτά τη μουσικότητα, τον ρυθμό που προσιδιάζει στο δημοτικό τραγούδι, ωστόσο έχει μια δική του προσωπική ταυτότητα όλο δροσιά και ζωντάνια σημερινού λόγου. Είναι ευαίσθητο, είναι γλυκό μιλώντας για την αγάπη, είναι ταυτόχρονα πικρό και σκληρό στις αλήθειες του για την ανθρώπινη φύση, είναι σοβαρό όταν το σκηνικό του γίνεται τραγικό, είναι αστείο εκεί που πρέπει να ελαφρύνει αυτή την τραγικότητα και να δείξει την ισορροπία των δύο όψεων της ζωής: το κωμικό η άλλη όψη του τραγικού – πανάρχαια συνταγή, όταν ακόμη και η τραγωδία χρειάζεται τη λεγόμενη τραγική παρέκταση λίγο πριν τη συμφορά. Τα πρόσωπα αληθοφανή, η παρουσία τους γεμίζει τη θεατρική σκηνή – πλήρεις χαρακτήρες σμιλεμένοι προσεκτικά για να αποκτήσουν σάρκινη οντότητα, μη μείνουν ψεύτικες φωνές. Θέλει τέχνη όλο αυτό, θέλει μεράκι. Γι’ αυτό εύστοχα η Μαργαρίτα Λυμπεράκη παρατήρησε πως θα του ταίριαζε εκτός από μια «θαυμάσια σκηνοθεσία» και μια «οργιώδης σκηνογραφία», προκειμένου να αποδοθεί ο πλούσιος και θαυμαστός κόσμος του Σιμιγδαλένιου. Το έργο του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου βρίσκεται ήδη στην 13η έκδοσή του (η πρώτη το 1993) και ο Σιμιγδαλένιος, ώριμος πλέον, συνεχίζει την πετυχημένη πορεία του (ως βιβλίο και ως θεατρικό έργο, με δεκάδες διαφορετικές θεατρικές παραγωγές ως τώρα· κατά μέσο όρο τρεις κάθε χρόνο) για να συστηθεί με το νέο του κοινό που θα ξεκλειδώσει τα μυστικά της παραμυθένιας ιστορίας. Θα ακούσει την αλαζονική φωνή της Βασιλοπούλας που φτιάχνει με τα υλικά της ζαχαροπλαστικής τον επιθυμητό άντρα κατά τις δικές της προδιαγραφές για να την υπηρετεί (όχι να τη συντροφεύει) χωρίς ανάγκες και αξιώσεις. Σαράντα μέρες εδώ θα κλειδωθώ. Θα τονε φτιάσω όπως τον θέλω εγώ. Κι ως να σιγουρευτώ πως είν’ όπως μ’ αρέσει, την πόρτα μου κανείς μην τη βαρέσει. Θα δει ο αναγνώστης/θεατής (είναι αλήθεια ότι διαβάζοντας το ολοζώντανο κείμενο θαρρείς πως το βλέπεις μπροστά σου) πώς εννοεί την «ευτυχία» της δίπλα στο άβουλο και κατευθυνόμενο από αυτήν σιμιγδαλένιο δημιούργημά της. Θα δει όμως τη ζήλεια και τον φθόνο της άλλης Βασιλοπούλας που θα της κλέψει με απάτη τον καλό της. Και τότε θα δει να συντελείται η μεταμόρφωση του εγωιστικού και επιπόλαιου ως τώρα πλάσματος σε μια ώριμη γυναίκα που για πρώτη φορά νιώθει το άγγιγμα της αγάπης σαν ένα μοίρασμα, σαν το δόσιμο στον άλλο, πέρα και πάνω από την ικανοποίηση του εαυτού. Τον άλλον εαυτό μου πασκίζω να νικήσω. Εγωισμό και φόβο τώρα αφήνω πίσω. Ολόκληρη μαζί σου πάντα θέλω να ζήσω. Αλέξανδρος Αδαμόπουλος Όταν συντελεσθεί αυτή η αυθεντική μεταστροφή, θα ψάξει η ίδια να τον βρει και να τον φέρει πίσω. Όπως στα παραμύθια οι ήρωες επιστρατεύουν μαγικές δυνάμεις να βοηθήσουν στα παράτολμα σχέδιά τους –συνθήκη απολύτως αποδεκτή στα όρια της παράδοξης αφήγησης– έτσι κι εδώ ο Ήλιος, το Φεγγάρι, τα Αστέρια, στη μαγική τους διάσταση και όχι μόνο τη φυσική, θα δώσουν την υποστήριξή τους για να γυρίσει ο Σιμιγδαλένιος στην αγαπημένη του. Μπορεί να λειτουργήσει το έργο αυτό δημιουργικά στον άωρο κόσμο των παιδιών; Αν ήταν μόνο παραμύθι, τότε η απάντηση θα ήταν ανεπιφύλακτα θετική, μια που ο σύνθετος κόσμος μας εισχωρεί στην παιδική συνείδηση φιλτραρισμένος μέσα από την εξωλογική εικόνα πιο εύκολα. Όμως δεν είναι μόνο παραμύθι. Είναι μια αλληγορία με ένδυμα παραμυθιού, που εσωκλείει μέσα στη μαγεία της αφήγησης και τον προβληματισμό για τα σύγχρονα προβλήματα. Γι’ αυτό διευκολύνει τον ώριμο αναγνώστη ή θεατή να δει τον σημερινό εαυτό του μέσα σε μια δύσκολη και σκληρή εποχή αλλά και να βιώσει την υπόμνηση μιας αθωότητας από καιρό χαμένης· μέσα από αυτήν θα βρει το βαθύτερο νόημα της ζωής. Μια τέτοια, ωστόσο, προσέγγιση απαιτεί ως προϋπόθεση την ωριμότητα ενός ενήλικα – λίγα από τα νοήματα της ιστορίας αυτής, όπως είναι δουλεμένη από τον Αδαμόπουλο, έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν τα παιδιά. Τ’ είν’ η ζωή;
 Ένα παιχνίδι.
 […] Τ’ είν’ η ζωή;
 Ένα φιλί,
μια λύση,
 μια ζωντανή ανατολή,
 μια μολυβένια δύση.

 Ένα σκοτάδι βάρβαρο,
 ένα χλωμό αστέρι,
 ένα κομμάτι μάρμαρο,
 ένα λιγνό αγιοκέρι…
 Η εικονογράφηση της Εύης Τσακνιά συνοδεύει εικαστικά τον ποιητικό-θεατρικό λόγο με τον πιο εύστοχο τρόπο. Και ο Σιμιγδαλένιος (έργο της Σάντρας Χρήστου) στο εξώφυλλο –εμβληματική πλέον εικόνα του βιβλίου στις διάφορες εκδοχές του μέσα στα χρόνια– μας κοιτάζει κατά πρόσωπο με μια έκφραση πολυσήμαντη: υποδόρια θλίψη, συγκατάβαση, μα και ωριμότητα στο βλέμμα από μια πλαστή φιγούρα που βίωσε τη μετάβαση από ένα χειροποίητο άθυρμα σε μια ανθρώπινη οντότητα· και όλο αυτό με τη δύναμη της αγάπης. Ένας ύμνος στην αληθινή ουσία της ζωής. «Παλμοί, κραδασμοί από τη δημιουργία, μας πάνε κατευθείαν στην ψυχή μας και σε όλο μας το είναι», όπως γράφει στο Επίμετρο του βιβλίου η Μαργαρίτα Καραπάνου.
https://www.fractalart.gr/o-simigdalenios/

Δεν υπάρχουν σχόλια: