21.11.19

«18 φθινοπωρινά ποιήματα» – Αφιέρωμα στο φθινόπωρο

επιμέλεια/συντονισμός αφιερώματος: Αλέξιος Μάινας
Ποιήματα με φθινοπωρινή θεματική
Αλέξανδρος Αραμπατζής
ΚΥΒΟΙ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗΣ ΖΑΧΑΡΗΣ
Ακούς; Έξω βρέχει
Αλλά η βροχή αυτή δε ρίχνει μόνο νερό
Ρίχνει μαζί μικρούς κύβους από ζάχαρη
Είναι μια βροχή σερμπέτι
Θα γλυκαθούν η γη και τα φυτά
Κάπως θα γλυκάνουν για λίγο οι άνθρωποι
Μακάρι να γλυκάνει κι η καρδιά σου
Αμφιβάλλω βέβαια – δεν πειράζει
Τουλάχιστον κάθε κύτταρο του κορμιού σου
Θα το ποτίσει το ζαχαρωμένο νερό
Και το φθινόπωρο που θα σ’ αγκαλιάσει
Θα γλυκαθεί σαν τρυφερός εραστής μαζί σου


Άννα Γρίβα
ΠΟΤΝΙΑ ΕΠΟΧΩΝ
Μαζεύει προσεκτικά τα πράγματά της:
ρόδα, υάκινθους, κισσό.
Τα βάζει στη βαλίτσα της
και κλείνει πίσω της την πόρτα.
Ακροπατώντας κατεβαίνει τα σκαλιά
εκεί που φως δεν φτάνει.
Στο βάθος βλέπει τους φρουρούς
να ανοίγουνε τις πύλες:
«Βασίλισσά μας σκοτεινή
αφήστε τη βαλίτσα σας
άνθη και σύνεργα της άνοιξης
σε σας δεν πρέπουν».
Κι εκείνη υποτάσσεται.
Στο τέλειωμα της σκάλας
πιάνει τ’ αδράχτι
γνέθει τ’ απολεσθέντα
της καθόδου της:
ρόδα, υάκινθους, κισσό.
Έτσι ξεγέλασε πολλές φορές
τον θρίαμβο του σκότους.

Αποστόλης Ηλιόπουλος
ΣΧΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΛΗΘΗ
Ακουμπώ το δάχτυλο
στη μεμβράνη της θάλασσας
κι αμέσως σχηματίζονται κύκλοι
και τετράγωνα –
περιστέρια κάτω από βαριά
σύννεφα.
Βαμβάκι έλεγε η γιαγιά μου
πληγώνεται και ματώνει
μα είναι απλώς βαμβάκι.
Πολλά μαζί μοιάζουν με αφρό
στον αέρα
το χάραμα.
Άλλα πλήθη στη γυαλάδα
του φθινοπώρου
στις σιλουέτες του πεζόδρομου
με ομπρέλες στους ώμους
χρωματίζουν μαύρες μόδες
με γοβάκι και βρεγμένο καλσόν
την άγρια πόλη.
Την άγια πόλη της βουής
του εφήμερου και του παντοτινά
στιγμιαίου.

Λεωνίδας Κακάρογλου
VIEW MASTER
Παγωμένες εικόνες
Ένα παιδί το άλογό του στο πράσινο λιβάδι
Μια περίεργη σιωπή που ονειρεύεται την κίνηση
Όπως τότε που ονειρεύτηκα
Κείνο το μεγάλο κίτρινο ψάρι
Που διέσχισε τον Ατλαντικό
Μέρα μεσημέρι του 1963
Το φθινόπωρο

Έλσα Κορνέτη
ΕΠΟΧΙΑΚΟ
Τα χέρια μέσω οθόνης λάστιχα που τεντώνονται
Τα πόδια μέσω οθόνης σαν ξυλοπόδαρα μακραίνουν
Τα μάτια μέσω οθόνης ξεχειλώνοντας ταξιδεύουν
Όλα μαζί πέρα απ’ τον κόσμο τρέχουν
Η ζωή όμως σταθερά της τεχνολογίας προηγείται
Καβαλά τη σέλα
φορητής ηλεκτρονικής συσκευής
και χάνεται
Ένα τελευταίο κοτσύφι στο πάρκο με το βλέμμα στη γη
ραμφίζει μεθοδικά το χλωμό χορτάρι
Κίτρινα τα φύλλα ολόγυρα πέφτουν
Οι βυθισμένοι στις οθόνες δεν νοιάζονται
Οι βυθισμένοι στις οθόνες δεν παρατηρούν
Την ασήμαντη εποχιακή
μετατόπιση των πραγμάτων

Αλέξανδρος Κυπριώτης: μεταφράζει τον Ιρανό ποιητή
Μοχαμάντ Χεματί
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Η γη
μεθυσμένη απ’ των χρωμάτων τ’ όργιο
ο χρόνος
ανίδεος
για το καθαρό λευκό
το αγνό λευκό
το δεσποτικό λευκό με το φραγγέλιο ψύχους στο χέρι.

Δήμητρα Κωτούλα
ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
Πρέπει ν’ αλλάξεις.
Πρέπει ν’ αλλάξεις σχήμα στο σώμα σου
να διαιρέσεις το σώμα σε μια ροή πιθανοτήτων
μες στη ροή των εποχών μέσα στον χρόνο
να βρεις
απλώνοντας στο πρόθυμο χώμα
–έφτασες;– υγρή ρίζα
το έσχατο σημείο απαρχής.
Το φθινόπωρο μαζεύει γόνιμη ύλη
σχηματίζεται
διάτρητο από σκιές
μας συστήνει τη μέρα ωμή ακατέργαστη
κάτω απ’ τον αδιανόητο ήλιο ενός μακρινού
Νοεμβρίου.
Το φως σηκώνει το θηριώδες βάρος των χρωμάτων
άγρια κίτρινα μοβ ο ουρανός μαζεύεται σταφύλι
μια ρωμαλέα αγριομέλισσα διερευνά το παρόν
σε ποια εκδοχή τους βρίσκεις τη σωστή γωνία
της σκέψης σου
τον ρυθμό της ανάσας με το χέρι
το τρίξιμο στην πόρτα του ανέμου
που επιμένει να γεμίζει με νόημα εμπράγματο
τα φυλλοβόλα
έκπληκτά τους
περιγράμματα.

Γιώργος Λίλλης
ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΕΙΚΟΝΑ
Μετά τη βροχή το χώμα λασπώδες, σκούρα πλαστελίνη,
εύπλαστη, αποτυπώνει τέλεια τα ίχνη του σκύλου
που μόλις πέρασε.
Το τζάμι θολό. Ζωγραφίζω κάτι αόριστο με το δάχτυλο.
Μια κάθετη γραμμή, σαν διαχωρισμός από τη μια όχθη
στην άλλη, αλλά χωρίς καμία πρόθεση. Απλά μια κίνηση.
Ένα σπουργίτι στο κάγκελο τινάζει τα φτερά του.
Δεν είμαι σίγουρος αν κρυώνει. Όπως δεν είμαι σίγουρος
αν το μέσα είναι το ίδιο ανασφαλές με το έξω.

Αλέξιος Μάινας
ΤΑ ΞΑΝΘΑ ΔΑΣΗ ΤΟΥ VENUSBERG
(Θλίψη, που αντιβαίνει τον κάμπο.)
Σε κάποιους λόφους ανέβηκε
ο Νοέμβρης.
Δέντρα από τσίγκο,
γούρνες χωρίς κουφάρια
μεγάλων ζώων,
θάνατος και περίπατος.
Θυμάμαι θα πει
πρώτη προσπάθεια προσέγγισης
από τότε.
Ο χρόνος κυλάει
και μοιράζεται
πάνω μας.
Είναι νωρίς.
Από μακριά ακούγονται ακόμα
κρωξίματα γλάρων.

Γιώργος Μπλάνας
ΒΡΟΧΗ
Όταν έρχεται βροχή, τα χέρια σου
προσπαθούν να μου δείξουν
κάτι φτερωτό. Σωπαίνουν νευρικά
σαν τα σπουργίτια στις παλάμες μου,
τα τρυφερά τους νύχια ανοίγουν
μικρές αθέατες πηγές στα βαριά
σύννεφα των χεριών μου
και βρέχει, βρέχει.

Δημήτρης Πέτρου
ΑΦΕΤΗΡΙΑ
Βαριά λάμδα κατέβασε η βροχή.
Σύννεφα εμφανίστηκαν σε μια λακκούβα με νερό.
Τα φύλλα στα δέντρα αποστηθίζουν
τον πράσινο ρυθμό της αναπνοής τους.
Δεν ξέρω πού θα μάθεις περισσότερα για τη ζωή·
κοιτάζοντας ψηλά τον ουρανό
ή ρίχνοντας το βλέμμα στον απέναντι τοίχο
χάραμα
με τα λεωφορεία στη Σίνα
ν’ ανοίγουν τις πόρτες τους αναστενάζοντας βαθιά
περιμένοντας εσένα και εμένα.

Σταμάτης Πολενάκης
Η ΜΑΡΙ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Μια φθινοπωρινή νύχτα όπως αυτή, πριν από είκοσι χρόνια, συναντηθήκαμε Μαρί,
στο μπαρ των φαντασμάτων που πια δεν θυμάμαι αν ονομαζόταν Yellow Submarine
ή αν ακούγαμε απλώς το τραγούδι να παίζει ξανά και ξανά σαν σε όνειρο αλλά είμαι βέβαιος,
Μαρί, ότι το αγαθό πνεύμα του Λένον και του ΜακΚάρτνεϊ και του Χάρισον και του Ρίνγκο
βοήθησε να σπάσει η παγωμένη θάλασσα ανάμεσά μας κι έπειτα κατεβήκαμε υπόγειες σκάλες
ως τα βάθη της γης και ξαναβγήκαμε σαν σε όνειρο κάτω από τη μεγάλη έναστρη νύχτα του Λονδίνου
και σε συνόδευσα μέχρι το νοικιασμένο σου δωμάτιο στο Kensal Green κι έπειτα δεν θυμάμαι αν σε φίλησα,
νομίζω πως ναι, Μαρί, κάτω από τη μεγάλη έναστρη νύχτα του Λονδίνου αλλά μια στιγμή πριν βρούμε
για πρώτη φορά και για πάντα, την αληθινή ευτυχία μπήκε ανάμεσά μας η τσιριχτή φωνή του πλανόδιου
νυχτοφύλακα, Three o’ clock and all is well, και από τότε δεν θα υπάρξει πια έλεος για κανέναν μας σ’ αυτή
την αφιλόξενη γη και για να έρθω ξανά κοντά σου θα έπρεπε να βρω το χαμένο ποίημα ή να διασχίσω αυτό
το αδιαπέραστο παραπέτασμα από ομίχλη και τέφρα.

Λιάνα Σακελλίου
ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ
Λέει φυσάει
τα τζάμια ραγίζουν
η βυσσινιά γίνεται torso
στο τζάμι της Κάθριν.
Λέω απόλυτο φως
στο αμφιθέατρο
τα κορίτσια στα χρόνια της Κάθριν
ανησυχούν.
Λέει οι βάλτοι τα σπρώχνουν στον Χίθκλιφ.
Λέω αιθέριο πλήγμα
αυτό που έρχεται με το πηχτό μελάνι
και παχνίζει.

Σωτήρης Σαράκης
(ΣΧΕΔΟΝ) ΤΥΧΑΙΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΑ
Ωραίο φθινοπωρινό πρωί
για την κυρία Ντονογκό
Σονάτα Φθινοπωρινή
σε ήχο Σκανδιναβικό·
φθινόπωρου πένθιμο δείλι καταφθάνει
με θάνατο φανταστικό του Ουράνη·
(του φθινοπώρου τι να πεις
καημένε Καρυωτάκη
την πόρτα ανοίγεις της Σιωπής
μες στο καλοκαιράκι).

Αγγελική Σιδηρά
ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΜΑ
Ποίημα είναι η ενοχή, το λάθος
του παιδιού ο λυγμός
του έφηβου η έκρηξη
τ’ ολίσθημα του αγγέλου.
Ποίημα είναι του Σεπτέμβρη η εξαπάτηση
η απόγνωση του φθινοπώρου
τ’ αδιέξοδο της άνοιξης
η παγερή γκριμάτσα του Νοέμβρη.
Ποίημα είναι η παγερότητα στο βλέμμα σου
η νηφαλιότητα στο πάθος μου
η άρνησή σου στην αγάπη μου.
Ποίημα είναι ο θάνατός σου

Νίκος Φιλντίσης
ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ
Χάλκινο ψάρι
στα βρεγμένα τσιμέντα
σπαρταρά το φως

Λίνα Φυτιλή
ΑΛΛΗ ΕΠΟΧΗ
Επειδή ο χρόνος είναι μια πατρίδα
στην οποία επιστρέφω
επειδή το φθινόπωρο γίνεται άλλη εποχή
όποτε θέλω
επειδή τα φύλλα δεν πέφτουν πια από τα δέντρα
τα βήματά μου ανήκουν περισσότερο στον δρόμο
παρά σε μένα
και στο σκοτάδι που εξημερώνει όπως μπορεί
το τρωτό ζώο
μέσα μου

Κυριάκος Χαραλαμπίδης
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ ΤΑ ΠΑΡΤΕΡΙΑ
Μια μέρα, που εγώ την Εύα είχα
στα χέρια του σοφού φιδιού αποθέσει
κι ήρθα να τηνε πάρω, τηνε βρήκα
σχεδόν γυμνή, ξεστήθωτη, ανεστόλιστη,
μισή με φύλλο αγγέλου τσακισμένο
μισή με της συκής πεσμένο φύλλο.
Δοκίμασα να τη σηκώσω. Βάραγε
από κοντά ο Θεός τα κρόταλά του.
Και δεν υπήρχε δέντρο ουδέ σκιά.
Χινοπωριάζει γρήγορα στα ξένα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: