9.11.19

Ελληνικό σπονδυλωτό μυθιστόρημα: πολλά σε ένα



Γ. Ν. Περαντωνάκης 
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Το σύγχρονο μυθιστόρημα συνηθίζει να υπονομεύει την αρραγή αφήγηση και επενδύει στην αποσπασματικότητα, την ασυνέχεια και τη σύζευξη ετερόκλητων νημάτων. Αυτό παρατηρείται τόσο στα πιο παραδοσιακά έργα, όπου απλώς ο χρόνος κομματιάζεται με αναλήψεις ή η εναλλαγή τόπου προσπαθεί να συλλάβει ετεροτοπίες και συντοπίες, όσο και στα πιο νεωτερικά που αναιρούν την ίδια τη μυθιστορηματική υφή με ποικίλες μορφές ασύμπτωτων ιστοριών. Στην τελευταία τάση ανήκει το σπονδυλωτό μυθιστόρημα, που δεν είναι νέο, αλλά νέα είναι η σύλληψη της ξεχωριστής υπόστασής του, σε σημείο που πολλοί ξένοι μελετητές να μιλάνε για νέο πεζογραφικό είδος, το οποίο οδηγεί τη λογοτεχνία στο επόμενο επίπεδό της. Στα αγγλικά έχουν κατά καιρούς προταθεί ποικίλοι όροι
(Macrotext, Recueil, Short Story Compound, Integrated Short Story Collection, Composite Fiction, Rouvelle, Paranovel, Quasi-novel, Short Story Sequel, Short Story Composite, Discontinuous Narrative, Linked Stories, Story Collection, Novel Constellation, Fixup) με επικρατέστερους τους Short Story Cycle, Composite Novel και Novel-in-stories, με όλους τους πιθανούς τύπους σύνδεσης (Κύκλος Ιστοριών, Συνέχεια Ιστοριών, Αλυσίδα ή Μυθιστορηματικό Πλαίσιο). Σε έναν συνοπτικό ορισμό του είδους, θα έλεγα ότι σπονδυλωτό είναι το μυθιστόρημα που αποτελείται από ξεχωριστές ιστορίες, οι οποίες είναι ταυτόχρονα αυτόνομες και αλληλοσυμπλεκόμενες, χειραγωγώντας την ανάγνωση σε μια συνολική –έστω και αποσπασματικά δοσμένη– θεματική. Από τη μία δηλαδή ποικίλα μικροκείμενα (σαν διηγήματα σε μια συλλογή) φαίνονται ανεξάρτητα και αυτάρκη κι από την άλλη αυτή η ανεξαρτησία ενέχει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, την αλληλεξάρτηση και την αλληλεπίδραση. Η τελευταία μπορεί να εμφανίζεται είτε με τη διαπίδυση ενός ή περισσότερων χαρακτήρων από τη μία ιστορία στην άλλη, με τη σύγκλιση σε ένα κοινό θέμα ή αίσθημα, με τη χωροχρονική τοποθέτηση, που αποδίδει το τοπικό χρώμα ή την περίοδο για την οποία γράφεται το κείμενο κ.λπ. Πριν προχωρήσω, θα ήθελα να θέσω προς συζήτηση ένα όριο, το οποίο πιθανόν δεν είναι ξεκάθαρο ανάμεσα στο σπονδυλωτό μυθιστόρημα και τη συλλογή ομοειδών διηγημάτων. Στη δεύτερη ο ίδιος ο συγγραφέας ονομάζει το βιβλίο του «Διηγήματα», τα οποία όμως ο αναγνώστης πιθανόν ανακαλύπτει ότι μεταξύ τους μοιράζονται ένα κοινό θέμα, έναν κοινό τόπο, μια κοινή προβληματική, ενώ δεν είναι σπάνιο στοιχεία, πρόσωπα ή σκηνικά του ενός διηγήματος να ξανασυναντώνται σε κάποιο άλλο. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκουν λ.χ. δύο πρόσφατες εξαιρετικές συλλογές, όπως «Οι χυδαίες ορχιδέες» της Ελενας Μαρούτσου (2015), με τον έρωτα να πραγματώνεται σε διάφορες μορφές, από τη ρομαντική αγάπη μέχρι τη σεξουαλική προστυχιά, και «Ο συλλέκτης» (2018) του Soloup, ο οποίος κάλλιστα θα μπορούσε να διαβαστεί ως ενιαία αποσπασματική μυθοπλασία γύρω από τον πόνο του πατέρα που χάνει λόγω του διαζυγίου του το παιδί του. Αντίθετα, στο σπονδυλωτό μυθιστόρημα η τελική μορφή μού υποδεικνύει μια ανάγνωση που δεν στέκεται αμιγώς σε κάθε ιστορία, αλλά είναι έτοιμη να περάσει στην επόμενη με νήματα και συνδέσμους που θα επιτρέψουν μια πιο συνολική θεώρηση. Τα όρια δεν είναι –στην εποχή του υβριδισμού και της διαπερατότητας των στεγανών- σαφή. Ισως, εντέλει, η δηλωμένη πρόθεση του συγγραφέα, που υποτιτλίζει το βιβλίο του «Μυθιστόρημα» ή «Διηγήματα» και καθοδηγεί τον αναγνώστη προς τη μία ή την άλλη ανάγνωση, είναι μια πρώτη οριοθέτηση, η οποία προκαθορίζει το είδος του κειμένου. Στο σπονδυλωτό μυθιστόρημα έχουμε χαλαρή δομή με ελαφρώς συνδεδεμένες ιστορίες, τις οποίες καλείται ο αναγνώστης να συνδυάσει, να συνδέσει και να νηματοδοτήσει, ώστε να νοηματοδοτήσει τη συνολική κατασκευή. Η ασυνέχεια και η συνεκτικότητα βρίσκονται σε συνεχή ένταση, όπου κάθε ιστορία αυτοπεραιούται, αλλά, συνάμα, πάντα αφήνει υποσχέσεις να τη δει κανείς ως μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, μέσα στο οποίο αποκτά άλλη δομική υπόσταση. Εντέλει, το έργο ως σύνολο, παρά την αποσπασματικότητα και την αυτονομία των μερών του, διαμορφώνει μια ενιαία αισθητική και πάνω απ’ όλα μια ενιαία σύλληψη του κόσμου που φτιάχνει. Στην Ελλάδα, όπου η τέχνη της μεγάλης φόρμας με την πολυπλοκότητα και τη σφριγηλή δομή της δεν έχει παράδοση και βάθος, το σπονδυλωτό μυθιστόρημα συνδυάζει την πυκνότητα, την έμφαση στο μικρό και μερικό, αλλά και την εκρηκτικότητα του διηγήματος με την ανάγκη να αναδυθεί μέσα από το περιστασιακό και καθημερινό μια πανοραμική ματιά, που να αγκαλιάζει και να εξηγεί ευρύτερες καταστάσεις. Ψάχνοντας προς τα πίσω, μπορώ να σκεφτώ ως πρώτο σπονδυλωτό μυθιστόρημα στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα τα «Τρία ελληνικά μονόπρακτα» του Θανάση Βαλτινού, δημοσιευμένα το 1978. Πρόκειται για τρεις ιστορίες, με την πρώτη να απαρτίζεται από τα μονταρισμένα πρακτικά μιας δίκης του 1957 που καταγράφουν την αντιδικία μεταξύ δύο εθνικόφρονων αξιωματικών του εμφυλίου πολέμου, τη δεύτερη να περιλαμβάνει τα αμοντάριστα γράμματα προς έναν κρατούμενο της φυλακής την περίοδο 1954-1969 και την τρίτη να αποτελεί ένα ενημερωτικό φυλλάδιο για ένα πολυμηχάνημα της εταιρείας ηλεκτρικών συσκευών Kenwood. Το καινοτόμο ήταν πως τρεις ασύνδετες ιστορίες αναδεικνύουν τρεις δραματοποιημένες φάσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας, τη μετεμφυλιακή, την προδικτατορική και τη μεταπολιτευτική, οι οποίες ακολουθούν μια φθίνουσα –κατά την ησιόδεια εκδοχή– πορεία της ανθρώπινης (και εθνικής) μοίρας. Παρουσιάζεται, λοιπόν, η πρώτη ήττα, και μάλιστα στην παράταξη των νικητών, κι ακολουθεί η εγνωσμένη ήττα ενός αριστερού, που όχι μόνο έχασε τον πόλεμο αλλά εν τη απουσία του χάνει και την οικογενειακή του ηρεμία. Και το αποκορύφωμα είναι η πλήρης απεμπόληση των καταρχάς αγνών ιδεολογιών στον εφήμερο ευδαιμονισμό που βασίζεται στην εύκολη και άκοπη ζωή και στα καταναλωτικά αγαθά, τα οποία προβάλλονται ως το τελικό κατάντημα μιας ιστορίας που ξεκίνησε αλλιώς. Το έργο αυτό του Θ. Βαλτινού ανοίγει το σπονδυλωτό μυθιστόρημα προς δύο (αλληλοσυνδεδεμένες μέχρις ενός σημείου) κατευθύνσεις: Αφενός, η λογοτεχνία τεκμηρίων επιχειρεί με τις τεχνικές του μοντάζ και του κολάζ να παραθέσει εξωλογοτεχνικά τεμάχια λόγου και να ανοίξει πολυφωνικά την αφήγηση μέσα από «αντικειμενικά» ντοκουμέντα. Αφετέρου, η πλοκή που επαφίεται σε ασύνδετες ιστορίες εισάγει στην ελληνική πεζογραφία την έννοια της σπονδυλωτής γραφής, που, όπως περιέγραψα προηγουμένως, διαρρηγνύει την αρραγή αφήγηση και θέτει τον αναγνώστη μπροστά σε νέα δεδομένα πρόσληψης. Η πρώτη γραμμή, αυτή των τεκμηρίων, όπως έχω δείξει στη διδακτορική μου διατριβή, αποτελείται από σύγχρονα μυθιστορήματα, τα οποία συντίθενται από ετερόκλητα χρηστικά κείμενα που αφηγούνται άμεσα ή έμμεσα ποικίλες ασύνδετες ιστορίες. Επομένως, πολλά από αυτά είναι δυνατόν να διαβαστούν ως σπονδυλωτά αφηγήματα, από τις μικρές ιστορίες του Θ. Βαλτινού στα «Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60» (1989) ώς το «Χαρτόκουτο» (2015) του Κώστα Καβανόζη. Η δεύτερη γραμμή, που άρχισε να μπουμπουκιάζει τον 21ο αιώνα, συστήνει στο ελληνικό κοινό την ολότητα μέσω της συμπαράθεσης αυτόνομων ιστοριών, οι οποίες δηλωμένα έχουν κοινό άξονα. «Το καπρίτσιο της κυρίας Ν.» (2008) της Μαρίας Φακίνου αναφέρεται στον κόμη Ματαντόρ, ο οποίος μία φαίνεται υπαρκτό πρόσωπο και μία λογοτεχνικός ήρωας της λογοτέχνιδος Νίνας Λέμπερ, το «Πέτρα ψαλίδι χαρτί» (2014) του Νίκου Μάντη παρουσιάζει πρόσωπα της ελληνικής κρίσης άλλοτε ως θύματα κι άλλοτε ως θύτες, «Το δέντρο της υπομονής» (2018) της Βασιλικής Πέτσα αναπλάθει διαψευσμένα μεσσιανικά οράματα, ιδεολογικού και θρησκευτικού τύπου, «Η λιτανεία του χρόνου» (2019) της Μελανίας Δαμιανού αναλύει την άλωση μιας πόλης αλλά και του ματαιωμένου εαυτού μας και, τέλος, το «Ρηχό νερό, σκιές» (2019) του Ακη Παπαντώνη πραγματεύεται το πριν και το μετά της πυρηνικής έκρηξης στο Τσέρνομπιλ. Τα κείμενα αυτά και άλλα ανάλογα προκαλούν τον αναγνώστη να δει την πραγματικότητα, μυθοπλαστική και μη, με την αίσθηση ότι δεν είναι όλα νομοτελειακά συνδεδεμένα, αλλά με τη θέληση του συγγραφέα και τη δική του γόνιμη φαντασία μπορεί να συλλάβει τα νήματα και να δώσει ερμηνείες. Στην ουσία, θεωρώ ότι επειδή η πραγματικότητα δεν συντίθεται από μονοσήμαντα καθορισμένες αιτιώδεις σχέσεις, το συνεκτικό μυθιστόρημα βγάζει μέσω των ποικίλων συμβάντων εξηγητικές γραμμές που τα συνδέουν και τα μετατρέπουν μέσα στη λογοτεχνία σε γεγονότα δομικά νοηματοδοτημένα. Αντίθετα, το σπονδυλωτό αφήγημα συλλαμβάνει σχέσεις μεταξύ τους, αλλά δεν τις εγγράφει στον κορμό του. Τις αφήνει υπονοημένες, τις σερβίρει στον αναγνώστη διά της απουσίας τους και περιμένει τον αποδέκτη των αφηγήσεών του να προχωρήσει στις δικές του διασυνδέσεις. Είναι πρόκληση βέβαια και για το πόσο αποτελεσματικά μπορεί ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα να «πείσει» για το ότι τα νήματα που βάζει στο αναγνωστικό τραπέζι είναι άξια λόγου, να «πείσει» για την αισθητική επιτυχία των υπόρρητων διασυνδέσεων και τη συνολική ολότητα που προσφέρει. Γι’ αυτό, αν και πιστεύω ότι η σπονδυλωτή γραφή έχει μέλλον, δεν είναι εύκολη στον χειρισμό της και ούτε λύνει τα χέρια σε όποιον δεν μπορεί να οργανώσει και να συνθέσει ένα πιο παραδοσιακά αρραγές έργο.
https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/anoihto-biblio/217375_elliniko-spondyloto-mythistorima-polla-se-ena

Δεν υπάρχουν σχόλια: