12.11.19

Ιωάννης Μασμανίδης, ποίημα


Ἀόρατο κουρνιαχτὸ
Σηκώνει ἡ ἀπουσία σου
Ἀσήκωτο
Στό φθινόπωρό μου
Στό χειμώνα τῆς καρδιᾶς
Δὲν ζητᾶ νά κάτσει δίπλα μου
Παίρνει τὴ θέση της δικαιωματικὰ
Σὰν ἀκριβογιὸς παραχα·ι·δεμένος
Μέσα σὲ μιὰ ζηλευτὴ ψυχασθένεια

Μύχια ἡ προσχώρησὴ της δέν ἐξαλείφεται
Βαριὰ τσιγάρα ἀπαιτεῖ πάλι
Παρατεταμένες ἀκινησίες ἀναπνοῆς
Μπόλικο κρασί
μεταβρασμένο τσίπουρο σκέτο
Ἄδεια διαβατήρια σωτηρίας σὲ τέσσερους τοίχους γυμνοὺς
Μακριά κάθομαι θαρρῶ
Ἀπό τὴν πικρὴ προπαιδεία τῆς στέρησής σου
Ἀνακλαδίζομαι μέσα σέ μιὰ μονήρη ψεύτικη εὐδαιμονία
Ἀντιστέκομαι μάταια ὅμως
Διαστέλλεται ἀπεριόριστα ἡ ἀπουσία σου
Ἀποτάσσει τὸ χρόνο μου
Τὸν ὁραματισμὸ τῶν είκόνων
Κρυφὰ κατεβαίνει τὰ σκαλοπάτια τῆς δυστυχίας
Λυσσομανᾶ περιφέρεται παντοῦ
Στό δάπεδο στούς τοίχους
Στὸ προσποιούμενο χαμόγελὸ μου
Στὸ ψεύτικο εἶμαι καλά μᾶλλον
Στὴν καλημέρα μου ἴσως
Ὅ,τι διαρκεῖ
Δέν παρέρχεται
Μὲ περίτεχνους ἀγωγούς εἰδικές συνθῆκες
Ἐνισχυτές ἐπιταχυντὲς
Βγάζει μάτια
Ἀπαγγέλει στίχους μου σάν πυγολαμπίδα
Φλογερῆς κραυγῆς
Ἡ ἀπουσία σου πάλι πάλι ξανὰ
Μέσα στὶς περιστάσεις τοῦ σύντομου καιροῦ μου
Ζεῖ κι αὐτὴ ἔτσι
Μαζὺ ζοῦμε
Στὸ ἄφθαρτο μέρος τοῦ ἑαυτοῦ μου
Βυθισμένη
Τοὺς ψίθυρους τοῦ αἵματὸς μου ἀφουγκράζεται
Χωρὶς οὐρανό
Χωρὶς τριαντάφυλλα
Μὲ ἀφήνεις
Σκιρτώντας φτερουγίζοντας
Πόνο

Δεν υπάρχουν σχόλια: