27.11.19

Ανταλλάσσοντας ποιητικά και ψυχικά φορτία

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου 
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Συνδυάζοντας φιλολογική οξυδέρκεια, βαθιά γνώση της λογοτεχνίας μας του 20ού αιώνα και αναγνωστική ευαισθησία, η Αθηνά Βογιατζόγλου στρέφει, για ακόμα μια φορά, το ερευνητικό της ενδιαφέρον στο πεδίο της ποίησης, αντιμετωπίζοντάς το ως σημείο συνάντησης διαφορετικών μεταξύ τους ποιητών και καταγράφοντας αντιδράσεις, διασταυρώσεις απόψεων και συνομιλίες που μεταπλάστηκαν δημιουργικά και αποτυπώθηκαν στις δέλτους της λογοτεχνικής μας ιστορίας με τη μορφή της παρωδίας ή του αντιλόγου. Με δεδομένο ότι η ποίηση την ενδιαφέρει ως ματιά στραμμένη προς την κοινωνία και τον κόσμο, επιχειρεί μια πρωτότυπη και φιλολογικά εύκαρπη
περιδιάβαση στην ποίηση του 20ού αιώνα, με αφετηρία τον πρώιμο Καρυωτάκη (1910) και κατάληξη το τελευταίο ποίημα της Μαρίας Κυρτζάκη («Αννα Καρένινα», 2015) και με ενδιάμεσους σταθμούς τον Σικελιανό, τον Λαπαθιώτη, τον Ουράνη, τους μεταιχμιακούς Σκαρίμπα και Κοτζιούλα, από τη γενιά του ’30 τον Εγγονόπουλο, τον Ελύτη και τον Ρίτσο, από τους μεταπολεμικούς τον Λάσκαρη και από τη γενιά του ’70 τον Βαγενά, τη Φραντζή και την Κυρτζάκη. Από όλους αυτούς, όπως είναι φυσικό, κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζουν ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης και ο Σικελιανός, αφού αποτελούν αναστήματα με τα οποία αναμετριούνται ποικιλοτρόπως αρκετοί από τους μεταγενέστερους ποιητές. ΑΘΗΝΑ ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ ♦ «Συνομιλίες ποιητών» ♦ Μεταπλάσεις, παρωδίες και αντίλογοι στη Νεοελληνική Ποίηση του 20ού αιώνα ♦ Gutenberg, 2019 ♦ Σελ. 35 Το φιλολογικό της ενδιαφέρον, όπως προκύπτει και από τον υπότιτλο του βιβλίου, κεντρίζεται κυρίως από ποιήματα παιγνιώδη, σατιρικά και παρωδιακά, γραμμένα τα περισσότερα από ποιητές με έντονη την αίσθηση του χιούμορ και με ανατρεπτική διάθεση, κυρίως όμως με βαθιά γνώση του έργου του εκάστοτε παρωδούμενου συγγραφέα, όπως λ.χ. ο Λαπαθιώτης και ο Σκαρίμπας, οι οποίοι αφενός παρωδούν την παραδοσιακή ποίηση και αφετέρου μέμφονται τους μοντερνιστές, δημιουργώντας παράλληλα ψευδώνυμους εαυτούς που στη συνέχεια καταγγέλλουν. Advertisement End of ad break in 14 s Μάλιστα ο πρώτος, συνδυάζοντας την ποιητική του ιδιότητα με αυτήν του κριτικού, ανυπάκουος στις επιταγές του ορθόδοξου δημοτικισμού, σε μια τολμηρή για την εποχή του δημοτική παρωδεί συγκαιρινούς του και παλαιότερους (Εμπειρίκο, Καββαδία, Παλαμά, Σικελιανό, Μαβίλη κ.ά.), ψέγει τους υπερρεαλιστές και μέμφεται όσους, χωρίς να κατέχουν την τέχνη της παραδοσιακής ποίησης, προσχωρούν στο στρατόπεδο του μοντερνισμού. Οσο για τον Σκαρίμπα, αυτός ο «ενστικτωδώς παράλογος», άλλοτε σατιρίζει και άλλοτε παρωδεί τις όποιες υπερρεαλιστικές ακρότητες, σε μια περίοδο έντονων συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων ανάμεσα στο νέο και στο παλαιό –όπως υπήρξε η περίοδος 1935-1945– κατά την οποία η παρωδία, δικαίως, θεωρήθηκε το προσφορότερο συντεχνιακό μέσο-όπλο στα χέρια των αντιπαρατιθέμενων ατόμων ή ομάδων∙ κυρίως στα χέρια των μάλλον συντηρητικότερων ποιητών που αισθάνθηκαν, ώς ένα σημείο, απειλούμενοι από την υπερρεαλιστική ποίηση και υπήρξαν αποδοκιμαστικοί (Λαπαθιώτης, Ουράνης) ή, κατά κάποιον τρόπο, στάθηκαν επιφυλακτικοί (Αγρας, Παράσχος). Σε άλλα κείμενά της η Αθηνά Βογιατζόγλου επισημαίνει, φωτίζει και ερμηνεύει, με την οικειότητα και την άνεση του οικοδεσπότη, ενδιαφέροντα επιμέρους ζητήματα (όπως λ.χ. αυτό του ρόλου που διαδραμάτισαν οι «κήποι», από το 1914 ώς το 1928, στη διαμόρφωση του ψυχισμού, της ποίησης και της ποιητικής του Καρυωτάκη, καταλήγοντας στην άποψη ότι οι κήποι είναι «κομψές μικρογραφίες της ψυχής του») και ποιήματα γραμμένα σε καίριες περιόδους των δημιουργών τους, όπως το ποίημα του Σικελιανού «Γιατί βαθιά μου δόξασα». Ενα ποίημα γραμμένο μετά τη διάψευση της Δελφικής Ιδέας, που, κατά τη συγγραφέα, είναι, εκτός των άλλων, και «ένα από τα λίγα ποιήματα όχι μόνο του Σικελιανού αλλά και της νεοελληνικής ποίησης εν γένει, όπου η τέχνη της ρητορικής τίθεται στην υπηρεσία της λυρικής συγκίνησης». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, εξάλλου, και οι καταγραφές πραγματικών ή υποθετικών συναντήσεων και συνομιλιών ανάμεσα σε ποιητές με αισθητικές και ιδεολογικές συγκλίσεις και αποκλίσεις, όπως λ.χ. η συγκυριακή συνάντηση-συνομιλία του «χωριάτη ποιητή» Γιώργου Κοτζιούλα με τον «λόρδο του στίχου» Σικελιανό, καθώς και η όχι επαρκώς, προσώρας, διερευνημένη «συνάντηση» του Καβάφη με τον Εγγονόπουλο. Συγκινητική είναι και η «συνάντηση» δύο κορυφαίων ποιητών: του Ρίτσου και του Ελύτη∙ η διασταύρωση μάλλον αλλά και η σύμπλευση των γύρω από τη ζωή και τον θάνατο πραγματικών ή νομιζόμενων βεβαιοτήτων τους, όπως αυτές διατυπώνονται στις συλλογές Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα του πρώτου και Ελεγεία της Οξώπετρας του δεύτερου. Συλλογές που γράφτηκαν όταν οι δημιουργοί τους, «αντιμέτωποι με το φάσμα των γηρατειών», ανέπτυξαν «έναν κοινό προβληματισμό για τη διάρρηξη των σχέσεων γλώσσας και κόσμου και βάδισαν προς τον θάνατο διεκδικώντας –φιλοσοφικότερα και πιο υψηλότονα ο Ελύτης, ρεαλιστικότερα και πιο χαμηλόφωνα ο Ρίτσος– τη δικαίωσή τους ως δημιουργοί και, εντέλει, την πίστη τους στη ζωή».
https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/anoihto-biblio/216454_antallassontas-poiitika-kai-psyhika-fortia

Δεν υπάρχουν σχόλια: