30.3.19

Για το βιβλίο της Κούλας Αδαλόγλου «Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα» – γράφει ο Ευριπίδης Ευριπίδου

Πριν πέντε περίπου χρόνια, το λογοτεχνικό περιοδικό Fractal έκανε ένα αφιέρωμα (δεν θυμάμαι το θέμα του) για το οποίο έγραψαν ποιήματα τριάντα ποιητές από Θεσσαλονίκη. Το αφιέρωμα ήταν σε δύο συνεχόμενα τεύχη και το ανάρτησε στον τοίχο της φίλη ποιήτρια. Έγραψα τότε ένα σχόλιο στην ανάρτηση του πρώτου τεύχους, αναφέροντας το ποίημα που ξεχώρισα. Ήταν της Κούλας Αδαλόγλου, την οποία, ως μη ασχολούμενος συστηματικά με τη νεοελληνική λογοτεχνία, ομολογώ, δε γνώριζα. Η φίλη ποιήτρια, μου έστειλε ένα μήνυμα και μου είπε ότι συμφωνεί μαζί μου και ότι η Αδαλόγλου ίσως ήταν, κατά τη γνώμη της, η καλύτερη ποιήτρια της Θεσσαλονίκης. Αργότερα, γίναμε φίλοι στο fb. Λίγους μήνες πριν, έγραψα ένα σχόλιο σε ένα ποίημα της, σε τοίχο άλλου. Έγραψα ότι η Αδαλόγλου έχει την ικανότητα να κάνει ποίηση το τίποτα ή από το τίποτα.

Έχοντας στα χέρια μου την τελευταία της ποιητική συλλογή, διαπιστώνω ότι αυτό που έγραψα επιβεβαιώνεται.
Πρόκειται για ποίηση χαμηλόφωνη, προσωπική, εσωτερική, που παραδόξως αφορά όλους μας. Ποίηση που δεν εντυπωσιάζει, δε σε κερδίζει με την πρώτη ματιά. Χρειάζεται χρόνος για να καταλάβεις, να αφομοιωθεί μέσα σου. Τότε σε κερδίζει οριστικά. Για τα μικρά, τα τιποτένια πράγματα της καθημερινότητάς μας, αυτά που δεν προσέχουμε και συχνά περιφρονούμε. Τους παράξενους, τους απροσάρμοστους, τους αλαφροΐσκιωτους, τους σαλούς. Εκείνους που μένουν δίπλα μας, που τους βλέπουμε καθημερινά, τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Τους ξένους που ζουν μαζί μας, που συνεχίζουν να έρχονται. Για τον χρόνο και τις αναμνήσεις. Για την επιστροφή στα παλιά, που κρύβει γλύκα και όχι πόνο. Για τα ξεχασμένα που είναι και τα πιο σημαντικά. Αλλά και αυτά που συμβαίνουν ξαφνικά, χωρίς προγραμματισμό, χωρίς αναμονή, τα αιφνίδια. Ταυτόχρονα από πολύ κοντά, αγγίζοντας και χαϊδεύοντας, αλλά και από μακριά, αποστασιοποιημένη. Με αδιόρατη θλίψη συχνά, αλλά χωρίς οδυρμούς και μελόδραμα. Τα πάντα είναι σημαίνοντα, τα σημαινόμενα είναι τα ζητούμενα, είναι αυτά που προκαλούν, και προβληματίζουν. Η Αδαλόγλου δεν παρατηρεί τον εαυτό της, δεν γράφει από έσω προς έξω. Παρατηρεί τα γύρω της, τον κόσμο, τις μικρές λεπτομέρειες, τα αντικείμενα, τις καταστάσεις. Όλα αυτά εγγράφονται, τακτοποιούνται, βρίσκουν τη θέση τους μέσα της με τρόπο αυτόματο, ασυνείδητο. Και αυτά τα ταπεινά σημαίνοντα πυροδοτούν τα εσωτερικά σημαινόμενα και μετατρέπονται σε ποιήματα.
ΕΥΛΟΓΑ
Στην εύλογη απορία του
γιατί βάζει κραγιόν λίγο πριν τους αποχαιρετήσει,
μα γι’ αυτό ακριβώς, απάντησε,
για να ‘χουν κάτι από μένα πάνω τους
σαν θα ‘χω φύγει.
ΚΑΡΦΩΜΕΝΗ
Σέρβιρε στο πιο σικ καφέ του αεροδρομίου.
Νόστιμη, ευγενική, ευρύχωρα παπούτσια για την ορθοστασία.
Περνούσαν όλες οι φυλές του κόσμου, και πετούσαν.
Εκείνη έμενε εκεί, με τα τσιμεντένια της πόδια.
Καρφωμένη
στο εν δυνάμει πέταγμα.
ΟΙ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΙ
Το άνοιξε όταν είδε ένα περίεργο ζευγάρι, μπας και το διώξει,
εκείνο το παράθυρο που κρατούσε χρόνια κλειστό.
Το ξέχασε. Οι συγκάτοικοι άκουσαν για πρώτη φορά
φωνές στριγκιές κλάματα παρακαλετά βρισιές γδούπους.
Όταν το ανακάλυψε ήξερε ότι όλοι έμαθαν πλέον.
Όμως τα πιο βαθιά δεν μαθαίνονται.
Ότι σκάει το στήθος της σε πεταλούδες διάφανες,
μερικές τις είχαν δει να περιφέρονται στον φωταγωγό.
Οι πιο δυνατές όμως κατεβαίνουν στο ισόγειο τις νύχτες,
ανοίγουν την εξώπορτα και βάζουν μέσα τους περαστικούς,
όχι όλους, κάποιους που φέρνουν σ’ εκείνον που αναζητά
χρόνια και χρόνια τώρα.
Η ΑΠΟΒΑΘΡΑ-SALTY DECKS
Η δική μου ξύλινη αποβάθρα δεν κουνάει πια
σταθερή, στέρεη και δίβουλη.
Οι δικές σου τώρα αποβάθρες της αλμύρας
φέρνουν στη γεύση μας το αλάτι του χρόνου
πάνω σ’ ένα πλοίο που ταξιδεύει
κι εγώ στο κατάστρωμα πάντα με τα μαλλιά ν’ ανεμίζουν
ρούχο λινό
αλλάζω σχήμα και χρώματα
κι εύχομαι ν’ αργήσει ακόμα πολύ να φανεί η στεριά.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Δεν υπάρχουν σχόλια: