18.12.19

Απόστολος Θηβαίος, “Μια Ανάγνωση στον Γιάννη Βαρβέρη”


«ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ» «ΣΤΙΛ» «ΕΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΩ», 1975
 Στην ποίησή του, στις συλλογές που δημοσιεύτηκαν, περιλαμβάνονται στιχουργήματα με διαφορετικές αναφορές. Η ελληνικότητα, η αγάπη προς τη μητέρα, ο θάνατος, η μαγεία που ενυπάρχει στην απλή και καθημερινή πραγματικότητα, συνιστούν ένα μέρος από τη θεματολογία του. Με ποιήματα, δίχως προφανείς αναφορές στην καταγωγή του θέματος ή της εμπνεύσεως, ο Βαρβέρης μιλά περιεκτικά και με λόγο προφορικό, σχεδόν με μια λαϊκή χροιά, ικανή να μεταδώσει την αληθινή της ένταση. Φορέας της λύπης, του ρεαλισμού που χαρακτήρισε τη γενιά του ΄70, ο ποιητής δεν θα μπορούσε να αδιαφορήσει, να μην εντάξει στις θεματικές του τον έρωτα, πάντα ως ένα δευτερεύον αίτιο της ανθρώπινης εξέλιξης, αποδεχόμενος φανερά την πρωταρχική σημασία του «τυχαίου», του
«μοιραίου», που λαμβάνει χώρα με μια έκφραση ελευθερίας σχεδόν ειρωνικής. Οι έμμεσες αναφορές του ποιητή, οι οποίες κατέχουν μια καβαφική απόχρωση στο αίνιγμα και την αισθητική τους, πραγματοποιούνται πάντα με τη διακριτικότητα και την ευγένεια που απαιτεί ο χειρισμός ενός τόσο λεπτού θέματος, αλλά και τη μετρημένη αισθητική που χαρακτηρίζει το ποιητικό ταλέντο του Γ.Β. «Η εξάντληση μέσα από τα στόματα», όπως γράφει ο ποιητής στο έργο του «Εκπομπή», από την πρώτη συλλογή του «Εν φαντασία και λόγω», αποτελεί την αναπόδραστη μοίρα των αισθημάτων και των ανθρώπων. Ο θάνατος επέρχεται με το στερνό ρόγχο, ο έρωτας ολοκληρώνεται με τούτη την ξεχωριστή, θορυβώδη αναπνοή. Η εξίσωση αυτή, μιλώντας με πρότυπα μαθηματικά, μόνο τυχαία δεν κρίνεται, αφού μια συνολική, έστω και επιδερμική επαφή με το έργο του Βαρβέρη θα αποκαλύψει την πεποίθηση του ποιητή, πως τούτα τα απόλυτα ολοκληρώματα δεν αποτελούν παρά διαφορετικές προβολές της ίδιας της ζωής. Στο στερνό ποίημα της πρώτης συλλογής, ο Γ.Β. προχωρά ακόμα παραπέρα, ορίζοντας τον έρωτα, αποδίδοντάς του τις τιμές αλλά και το ρεαλισμό που αρμόζει σε μια κατάσταση, η οποία στη βάση της είναι αποκλειστικά αισθητική. Η επιλογή των λέξεων στους εισαγωγικούς στίχους του ποιήματος «Στιλ», προσδιορίζει τον έρωτα. «Θλάση τυχαία και σύγχυσης ιερή», τραγουδά ο ποιητής και με λόγο περιεκτικό κατορθώνει να υδατογραφήσει την κορύφωση των συναισθημάτων. Η λέξη «τυχαία», δεν αποκαλύπτει παρά μια παραδοχή, μια γενικότητα, η οποία ανταποκρίνεται με πληθωρικότητα στις ανθρώπινες στιγμές. Μα ο Γ. Β. θα προχωρήσει ενδότερα, μεταδίδοντας το οικείο και παράγωγο συναίσθημα του έρωτα, τη «σύγχυση», την «ιερή». Ο έρωτας εδώ λαμβάνει τη διονυσιακή του υπόσταση, την τόσο ελληνική και αδιαμφισβήτητη. Ταυτίζεται με την ελπίδα, εμπλέκεται με την κατάφαση. Όμως ο ποιητής γνωρίζει, παραδέχεται με τόλμη την απελπισία, την εν δυνάμει άρνηση που συστεγάζεται με κάθε καταφατική δήλωση. «Πράσινο», το χρώμα του θανάτου. Ετούτο ενδύεται η ελπίδα και έτσι αποτυπώνονται με όρους έμμεσους και οπτικούς ο θάνατος και ο έρωτας, το τέλος του ενός μες στον άλλο. Η επιλογή του χρωματικού τόνου συνιστά μια θαρραλέα παραδοχή, μια θλιβερή και αποτρόπαια συνείδηση. Ο λόγος αναδεικνύει την ιδέα, η σύμπτυξη των νοημάτων, τονίζει την ακριβή θέση των λέξεων, οι επισταθμεύσεις των λεκτικών σχημάτων καθίστανται λεπτομερείς, ιδεολογικές προσεγγίσεις. Ο Γ.Β. δεν χρειάζεται σύμβολα, η ποιητική του έκφραση είναι δυνατόν να ερμηνευθεί, λοιπόν με κανόνες ζωγραφικούς, με γνώριμα, φυσικά μέσα, καταννοητά μα και βαθιά εγκεφαλικά. Ο στρατός των ανθρώπων ακολουθεί τα παραγγέλματα των ερώτων, καθώς βαδίζει με θλίψη επιτάφια, σαν σε «λιτανεία» προς τις κορυφές του χρόνου. Η αργή μα σταθερή εξέλιξη του καιρού είναι ακριβώς ετούτο το τέλος, στο οποίο οδηγούμαστε με τα σταθερά μας βήματα. Η αυτοκαταστροφική πορεία προς το τέλος θα ακυρώσει τη φυσική μας, εκ γενετής κλίση προς το φως, μια και τούτο το λυκαυγές της ποιητικής του Γ.Β. είναι και το μεγάλο επίκτητο μυστικό που κοινωνούμε. Ο έρωτας, το φως, η τύχη, η αναπόδραστη μοίρας μας αποτελούν τον τρομακτικό οπλισμό μας, εκείνον που θα μας εξασφαλίσει μια πορεία τραγική, αυστηρά προσωπική, ως το τέλος. Κοινός παρανομαστής ο εφιαλτικός μηχανισμός των αισθημάτων. Η αχαλίνωτη χρήση τους θα επιβεβαιώσει με τρόπο απόλυτο τη θνητότητά μας, τον επίκαιρο χαρακτήρα όλων όσων μας συντελλούν. Τούτο το «κοινό χιτώνιο», όπως γράφει αλλού ο ποιητής, δεν επιτρέπει την ύβρη, την περιφρόνηση της αλήθειας, όπως εκφράζεται με περαστικές, προσωπικές «συντέλειες», με «νυχτερινούς θριάμβους». Σε τούτη την πορεία δεν υπάρχουν ασφαλή περάσματα, καταφύγια με αρκετό σκοτάδι. Όταν θα εκπνεύει το συναίσθημα, ο ποιητής δηλώνει απερίφραστα πως θα επιστρατεύσει δίχως φόβο, τον ανεκμετάλλευτο οπλισμό του νου του, τη λαίλαπα της λογικής, η οποία αντικαθιστά τόσο επάξια τα αισθητικά μέσα στη συνείδηση του θανάτου. Ο ποιητής Γ. Β. φαίνεται ήδη από το 1975 να γνωρίζει με ακρίβεια τα «περάσματα.» Η σοφή, όσο και ακριβής στιχουργική του αποδεικνύει του λόγου το αληθές, φανερώνει την πραγματικότητα που ισχύει για τα πρόσωπα, την αναπόδραστη μοίρα παραδέχεται. «Θνητό και το κρανίο μου, στεγάζει σφαίρες», γράφει και αφήνεται, σαν να υπόσχεται να περιπλανηθεί στην ακολουθία της εξάντηλησης, με κάθε μέσο, περιφρονώντας τη γνώση. Πάντα με «Στιλ». «Η απελπισία μας, κειμήλιο ακριβό και αγαπημένο, Στην αίθουσα των όπλων.»
http://www.poiein.gr/2011/07/17/adhuooieio-ecaassio-iea-aiuaiuoc-ooii-aeuiic-aanaync/?fbclid=IwAR31vlV8vfxIzc7VA8BVJ635mHjJJhLcb9q6OnmRHZSZ4mx0MLI0bV3RdQI

Δεν υπάρχουν σχόλια: