18.12.19

"Το γράμμα" Διήγημα-Κατερίνα Παναγιωτοπούλου

Παραμέρισε τις πιατέλες με τους σβίγκους, τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες κι έστρωσε με προσοχή μια κόλλα από τετράδιο πάνω στο τραπέζι. Το κέντημα τού τραπεζομάντηλου όλο ζάρωνε το χαρτί κι εκείνη όλο το ίσιωνε με τις παλάμες της. Όταν απόειδε με το ζάρωνε-ίσιωνε, έβαλε ένα ταψί ανάποδα στο τραπέζι κι έστρωσε το χαρτί στον πάτο του. Ύστερα, έψαξε ένα απολειφάδι μολυβιού στη φρουτιέρα κι άρχισε να γράφει, σαλιώνοντας κάθε λίγο τη μύτη του, με προσοχή μην τυχόν και μελανιάσει η γλώσσα της. Την άλλη μέρα ήταν Χριστούγεννα και δεν είχε δικό της
άνθρωπο να τα γιορτάσει. Περίμενε πως κάποιος συγγενής θα ερχόταν από την πόλη, μέχρι το βράδυ, όμως το σκοτάδι έπεσε και κανένας δεν φάνηκε. Παιδιά, σκυλιά δεν είχε· μόνη της θα πήγαινε στην εκκλησία, μόνη της θα γύρναγε. Φέτος, το είχε υποσχεθεί στον εαυτό της: ούτε ένα δάκρυ δεν θ’ άφηνε να στάξει από τα μάτια της. Τα δάχτυλά της ίδρωναν από το σφίξιμο και νότιζαν το χαρτί που είχε μπροστά της:

 «αγαπημένιμ Νασίκα Φλόρα κι Μαρίκα
έλαβα τού γράμας κι χάρκα πούσαστι ούλι καλά
Νασίκαμ μίπους δε λαβένς τα γραματάμ
ιγό μόλις λάβου γράμας αμέσους σ γράφου
αλά ισί όλου τα ίδια γράφς του σπίτις τ αμπέλιας
αφού κάθι φουρά σ γράφου να μενς ήσιχ για ούλα
του κρασίς ίνι καλό τ αμπέλιας διουρθουμένα του σπίτις ίσιχου
μόγραψις πος θα ρθίς κίχα χαρί
ίρθαν τα κα ίκια δεν ίρθις Νασίκαμ 

όπους σ γράφ κι ου Μαρτίνς βάλανι φόρς μεγάλς στου κρασί
του μπρότου του μπλέρουσι ου Μαρτίνς
τόρα δεν ίθιλι να πλερός
ίχα κι του ρέβμα να που τ Βενιτσιάν να μας του πλερός
ιγό δεν ίχα λιφτά δε μπίρα σύνταξ πουλί
μ δόσανι μόνου 55 χιλιάδις
στου μπρότου φόρου πλέρουσα αλά τόρα θα πλερόσουμι τέλι Φλιβάρ
ίσους ος τότι να σι ιδού ί γράψιμ τι να κάμουμι.

ου Μαρτίνς μόλιγι ότ θα μινς ικί ένα μίνα
για δε πόσου γκιρό λίπς
όλι μ λένι τι ίθιλα ιγώ ναναλάβου τ Νασίκα τ Καναβά
λιπόν Νασίκα να έθρς
να φέρς κι καμιά άλι μαζίς τ Μαρίνα τ Φλώρα όπγια
να μαζέψιτι τα πράματα σας θα πάνι χα ιμένα
αν δεν έρθς θαχς τα ίδια
 σκιφτίτι τα καλά.

άμα θάρθς να φερς λβάνι για ντ Παναγιά κι λίγα κιργιά
όσου τα πάρς θα στα πλερώσ ι ικλισιά
κι απού μένα ένα μαντίλ τσ προκοπίς
μόστιλι ι Μαρίκα ένα κι ίνι πράσινου
κι λίγι μπουγιά μαύρ για μαλί κι για μπαμπακιρά
αν ίνι στ βουλής
αν δεν μπουρίς ένιας
σίμιρα ίταν του μνιμόσινου τ Γιάν τ Αγγελετάκ
τν Μαρουλιά τν έχ παρ τριγιτίς
όλς τς καλούς τς πέρνι ου Χριστός

ι στέρνας γέμισι ι κότας δε γένσι ακόμα
δεν μ γραφς αν λάβατι του λάδ
δεν έλαβα ούλα τα μινιάτκα τάλα θανάρθνι
θάρθ ένταλμα για να τα λάβου
κάνου ιπουμουνί νάρθ στουχαρτί ότ κανουνίστκι
αλά δεν έλαβα τίπουτις ακόμα
αν ίχα λιφτά θα πλέρουνα τς φόρς
σι πιρίμινα μι του Γιάν όμους ίρθι ου Φανούρς
κι μάθαμι ότι πέθανι ου Γιάνς τ’ Αγγελετάκ

ιδώ έχουμι βρουχές κάθι μέρα
η στέρνας γέμισι
άργισα να σ γράψου για να ιδού πος θα πουν για τς φόρς
ίπα στου Μαρτίν να στα γράψ καλίτιρα
στουν κον Νομικό πουλά χιριτίσματα
τ Φλώρα κι τού Μαρικάκι να μ του φλίσιτι
έκαμα χαρά πούρθι η Μαργαρώ μαζίς
γράψτι μας τι έχ ο Πιτρούλς τι ασθένια έχ
λένι πως πέθανι κι ου Νικολάκς τς  Μαρουλίας

σι παρακαλό Νασίκαμ κι να βρις του Γιώργι
να τ πις να ιδι γιατί δεν έρχετι του δόρου τ Χριστουγένον
τού βιβλιάριου δε χριάζιτι
τού βιβλιάριου ίνι για τούτ τ σίνταξ πούρθι  
τα λιπτά καλά έκανα και δε στάστιλα όπους μ γράφς
να σταστίλου σίντουμα; 
Σιγνόμ για τ φόρα π πήρα
σι πιόνι να τα γράψου;
μι τα κρία μι πιάσανι τα χέρια μ
τα πουδάρια μ τοραδά πισουπατάου
σαν τν γριά τν παπαδιά τ χουριού σας 
κι ου άλους κάθι φουρά π θα μι δι
μι φουνάζ παλιουμπακαλιάρους πος έγινα
τού γαιδούρ π θα μ πι
ότ ψόφσι του ζουντανό κι απόμινι του κφάρι τ
του γαιδούρ δεν ξέρ τί τ μέλιτι

Νασίκαμ αφού ίνι να έρθς
του θέλου να ρθις και δεν του θέλου
γιατί θάχς τα ίδια
ότ σι φουτίσ η Παναγία κάμι
γιατί δεν μι φτάν η στινοχόριαμ  έχου κι τουν τίρανου
τ ακρίβινι ούλα τα πουχκά 500 τα πίγι
τ αβγά 100 τα ψάργια 4 χλιάδες
ι πατατες 3 χλιάδις ούλα πουλάκριβα  
του κρέας καλά ίπι θα ιδούμι
τι καλά ε; δε ξέρουμι;
κι σ αυτό του ίδιου θα κάμ τόρα τς γιουρτές 

σας  φλάου ούλες γλικά γλικά
η αξαδέλφ σας Γιουλιά»

Σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπό της, με το πανί που είχε σφηνωμένο στην τσέπη τής ποδιά της. Ύστερα, το έφτυσε και καθάρισε τα δάχτυλά της που είχαν γίνει μελανά κι ανέμισε το χαρτί τρεις τέσσερις φορές πέρα δώθε, όπως έκανε ο παπα-Σβίγκος όταν έγραφε τα ονόματα για τα πρόσφορα. Έψαξε το γραφτό, τελευταία φορά, για καμιά παραπανίσια μουντζούρα, το δίπλωσε προσεκτικά και το έβαλε στον φάκελο. Μετά τη λειτουργία των Χριστουγέννων θα το έδινε στον παπά μαζί με τους σβίγκους. Εκείνος, έτσι κι αλλιώς, την επαύριον θα κατέβαινε με το γαϊδούρι του στο κεφαλοχώρι· ευκαιρία να το ταχυδρομήσει. Δεν θα το έδινε σε ξένα χέρια. Όμως πρώτα θα γεννιόταν ο Χριστός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: