31.12.19

Ανδρέας Μήτσου: «Μια μάσκα φοράμε κι αυτήν επιδεικνύουμε»

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα 

 «Όλους η ζωή μας καταβάλλει. Εκείνος που επιχειρεί με ταχυδακτυλουργίες και παντομίμες να τα διαχωρίσει αυτά τα δύο –ζωή και καλλιτεχνικό έργο– για να γλιτώσει, καταλήγει να εξοντωθεί. Γιατί είναι η ίδια ενότητα, το ίδιο σώμα που σπαρταράει, όπως το ψάρι στη θάλασσα, με το αγκίστρι μέσα στο στόμα. Έξω μας τραβάει, προς βρώσιν, ο μεγάλος ψαράς κι εμείς αναπηδούμε πάνω απ’ τα νερά, ν’ απαλλαγούμε από την απόχη. Αυτή η διαπάλη δίνει το νόημα.»
Κάθε καινούργιο μυθιστόρημα του Ανδρέα Μήτσου είναι είδηση: συζητιέται, ερμηνεύεται, αγαπιέται, βραβεύεται. Ο συγγραφέας, στυλίστας και εξαιρετικά τολμηρός στην θεματογραφία του και στην αφηγηματική τεχνική, ερμηνεύει κάθε φορά τους ανερμήνευτους ανθρώπους και τη ζωή. Επιμένοντας πάντα ωστόσο, ότι «Αυτοσκοπός, θα πρέπει να είναι, η αληθινή, η αυθεντική βίωση. «Ο συγγραφέας», σε αυτό το βιβλίο μου, ένας δειλός είναι, που με προφάσεις και υπεκφυγές ζει. Εάν γίνει αυτοσκοπός το έργο του, ο ίδιος δεν έχει ζωή. Εξάλλου, η καλλιτεχνική δημιουργία προκύπτει έσωθεν, αφ’ εαυτής, δεν εκβιάζεται. Αποτελεί ακριβώς μία μαρτυρία της εσώτερης, επώδυνης διαπάλης, της ουσιώδους βίωσής του. Να βγάλει το αγκίστρι από το στόμα πασχίζει για ν’ ανοιχτεί στο πέλαγος.»
Στην «Αστυνόμο», με το αγκίστρι στο στόμα, βάζει στο στόχαστρο το ανερμήνευτο του έρωτα και της γραφής.
Με την ευκαιρία της έκδοσης γι’ αυτό συζητήσαμε μαζί του: Περί ζωής και γραφής.


-«Από τα πιο ασήμαντα κρεμόμαστε»: Κύριε Μήτσου, μπορεί ένα ασήμαντο να μας συντρίψει; 
Τα γεγονότα αξιολογούνται εκ των υστέρων ως ασήμαντα ή σημαντικά, ανάλογα με τα αποτελέσματα που παράγουν. Ό,τι μας παγιδεύει και εντέλει μας «συντρίβει», είναι η εκ των προτέρων αποδοχή και ταξινόμησή τους, η σύμφωνη με την κοινή παραδοχή. Το υποτιθέμενο ασήμαντο γεγονός διαστέλλεται όμως και αποκτά άλλες, απρόβλεπτες διαστάσεις. Τις πραγματικές του.
Τι το «φουσκώνει», το μεγεθύνει, εξαρτάται κάθε φορά από παράγοντες αθέατους, όσο και ύπουλους, θα ’λεγα, σίγουρα εκδικητικούς. Αν ήταν τα πράγματα ακύμαντα και δεδομένα, τα ίδια για όλους, ασφαλέστερα, οπωσδήποτε, θα τα διευθετούσαμε και θα τα τακτοποιούσαμε. Το εξοργιστικό είναι, πώς όταν αναδεικνύεται ξαφνικά το ασήμαντο στο κυρίαρχο πλέον, και δίκαιο πιθανώς, μέγεθός του, εμείς, οι ανίδεοι, μένουμε με το στόμα ανοιχτό, αφού δεν το περιμέναμε αυτό ποτέ να συμβεί, έτσι συμβατικά που ζούμε. Τότε, συντριβόμαστε. Καθώς αξιολογούμε, ηττημένοι πια, τα πραγματικά μεγέθη της ζωής μας. Τότε διαπιστώνουμε και τη δική μας ανεπάρκεια. Πολύ αργά δηλαδή, και κατόπιν εορτής.

-Στην «Αστυνόμο» σας κυριαρχούν δυο ζευγάρια: η αστυνόμος κόρη και ο συγγραφέας πατέρας της, η άπιστη ωραία σύζυγος, ο φορτηγατζής τιμωρός σύζυγος: Μπορείτε να μας ξεχωρίσετε τον ισχυρότερο;
Είναι η «άπιστη», ωραία σύζυγος. Η γυναίκα που ξέρει να βιώνει τη ζωή, που θηρεύει με λαχτάρα την ηδονή και ζει επομένως ουσιαστικά. Ατίθαση, ασυμβίβαστη και ανεπιτήδευτη.

-Ένας συγγραφέας είναι (θεωρείται) ισχυρός ή ανίσχυρος;
Εκείνος που δεν μπορεί να ζήσει το καθημερινό στην απλότητά του και αποζητά προφάσεις και δικαιολογίες για να αυτομολήσει, αυτός είναι σίγουρα ο ανίσχυρος. Υπάρχουν «τα προς ποσίν», όσα βρίσκονται μπροστά μας, αλλά και «τ’ αφανή». Όποιος δεν αρκείται στο προφανές και αποσκοπεί να δει παραπέρα από τα φυσικά του όρια, διαπράττει την ύβρη και τιμωρείται. Φοβάμαι πως ετούτο κάνει ο καλλιτέχνης, όταν σαν αγρίμι θέλει, ντε και καλά, να διακρίνει αυτός μες στα σκοτάδια.

-Κύριε Μήτσου, ζούμε για να γράφουμε ή γράφουμε για να ζούμε; 
Γράφουμε από μια νοσταλγία ζωής. Μιας άλλης ζωής, που δεν αξιωθήκαμε να ζήσουμε, ή που έτσι νομίζουμε, ότι εκείνη μας άξιζε. Αυτήν αμαυλίζουμε με δόλωμα ένα κομμάτι γραμμένο χαρτί.

-Αυτό που θεωρούμε «ο εαυτός μας» ή «η ζωή μας» κατά πόσο είναι η αλήθεια μας ή η επινόηση;
Αλήθεια είναι, ετυμολογικά τουλάχιστον, το αντίθετο της λήθης. Αυτό μας τρομάζει. Η λησμονιά. Από εκεί και πέρα, επινοούμε αδιάλειπτα έναν ιδεατό εαυτό, μήπως και παραμείνουμε μ’ εκείνον, για λίγο ακόμα, πάνω στη σκηνή, λιγάκι ακόμα στο φως. Μια μάσκα φοράμε κι αυτήν επιδεικνύουμε.


-Με το χέρι στην καρδιά, τον συγγραφέα μπορεί να τον καταβάλει η ζωή ή το έργο του;
Όλους η ζωή μας καταβάλλει. Εκείνος που επιχειρεί με ταχυδακτυλουργίες και παντομίμες να τα διαχωρίσει αυτά τα δύο –ζωή και καλλιτεχνικό έργο– για να γλιτώσει, καταλήγει να εξοντωθεί. Γιατί είναι η ίδια ενότητα, το ίδιο σώμα που σπαρταράει, όπως το ψάρι στη θάλασσα, με το αγκίστρι μέσα στο στόμα. Έξω μας τραβάει, προς βρώσιν, ο μεγάλος ψαράς κι εμείς αναπηδούμε πάνω απ’ τα νερά, ν’ απαλλαγούμε από την απόχη. Αυτή η διαπάλη δίνει το νόημα.

-«Γιατί με ποιήματα και ατάκες σκεπάζεις τις ενοχές σου»: Γράφοντας κτίζουμε άλλοθι; 
Πανικόβλητος ο συγγραφέας, σαν την ιέρεια του Μαντείου, μασά τη δάφνη του και εκστομίζει ξόρκια και προφητείες. Έτσι σβήνει ενοχές και αμαρτίες, έτσι γεννά το δικό του μέλλον. Ναι, πασχίζουμε –απελπισμένα– να εφεύρουμε άλλοθι για να τεκμηριώσουμε την αθωότητά μας. Αυτό κάνουμε.

-«Κι όμως στις λεπτομέρειες κρύβεται η ουσία, πώς το ξέχασες;» Στις λεπτομέρειες κρύβεται;
Οι λεπτομέρειες είναι τα ίχνη που οδηγούν στην κρυμμένη αλήθεια μας, στον λαίμαργο πρώτο εαυτό. Στην σκοτεινή φωλιά μας.

-«Αυτοσκοπός η γραφή, τα βιβλία σου»: Γίνεται για τον γεννημένο συγγραφέα η γραφή και τα βιβλία του να μην είναι αυτοσκοπός;
Αυτοσκοπός, θα πρέπει να είναι, η αληθινή, η αυθεντική βίωση. «Ο συγγραφέας», σε αυτό το βιβλίο μου, ένας δειλός είναι, που με προφάσεις και υπεκφυγές ζει. Εάν γίνει αυτοσκοπός το έργο του, ο ίδιος δεν έχει ζωή. Εξάλλου, η καλλιτεχνική δημιουργία προκύπτει έσωθεν, αφ’ εαυτής, δεν εκβιάζεται. Αποτελεί ακριβώς μία μαρτυρία της εσώτερης, επώδυνης διαπάλης, της ουσιώδους βίωσής του. Να βγάλει το αγκίστρι από το στόμα πασχίζει για ν’ ανοιχτεί στο πέλαγος.

-Στην «Αστυνόμο» σας ποιος είναι ο δημιουργός; Ο πατέρας συγγραφέας ή η αστυνόμος κόρη του;
Και οι δύο, ένα και το αυτό πρόσωπο. Εκτός ζωής, θεατρίνοι, σαλτιμπάγκοι. Έτσι ακριβώς, όπως το λέει ο Εμπεδοκλής: «Γιατί υπήρξα άλλοτε κι αγόρι και κορίτσι, θάμνος, πουλί, ψάρι, βουβό στη θάλασσα».

-«Όσοι αγαπιούνται έτσι κάνουν», «Δέρνονται;» «Τρώγονται»: είναι πόλεμος η ερωτική αγάπη; 
Όσο πιο έντονη μία κατάσταση, τόσο μεγαλύτερο το πάθος. Και το πάθος δεν το διέπει η λογική και το μέτρο. «Ο δ’ έχων μέμηνεν». Όσο πιο μεγάλος ο έρωτας, ανάλογο και το τίμημά του.

-«Αν αξίζει κάτι, αν προσδοκούμε να μας συμβεί κάτι, αυτό κρύβεται μόνο στην υπερβολή. Στην υπέρβαση των καχεκτικών ορίων μας»: Αυτό επιδιώκει ο συγγραφέας γράφοντας; 
Να σπάσει τα όριά του, ν’ αγγίξει τις προοπτικές της φύσης του, προσδοκά η κάθε ύπαρξη, συνειδητά ή ασυνείδητα. Εγώ, πάντως, συγγραφικά, εναποθέτω στην υπερβολή, την οποίαν, ωστόσο, τόσο αφηγηματικά, όσο και στα γεγονότα που αναπαρίστανται, δεν την εκλαμβάνω, δεν την αντιλαμβάνομαι ως τέτοια, παρά μόνο ως φυσική και εύλογη συνέπεια της εξέλιξης της ιστορίας, της δράσης και του χαρακτήρα των ηρώων της. Τα μεγέθη είναι συνάρτηση της δυναμικής των πραγμάτων. Από την δράση παίρνουν σχήμα και υπόσταση.

-Εσείς, τι επιδιώκετε; Ας πούμε γιατί γράψατε την «Αστυνόμο» σας…. 
Γιατί μου ήταν αδύνατον να κατανοήσω τον έρωτα ενός «άξεστου φορτηγατζή» προς την γυναίκα του, έναν έρωτα τόσο δυνατό, που την εξωθούσε να συμβρίσκεται με άλλους άντρες, όσο κι αν στο τέλος, επήλθε το προβλέψιμο και αναμενόμενο. Η αυθεντική ψυχή μπορεί ν’ αγαπά και να ερωτεύεται πέρα από συμβάσεις, ηθικολογίες και σχήματα. Μπορεί να θυσιάζεται. Το συμβατικό άτομο υποφέρει, ασφυκτιά μέσα στην πανοπλία, την οποία έχει αποδεχτεί. Επιχείρησα πιθανώς να ταυτιστώ μαζί του, μήπως και σπάσω έτσι κι εγώ τις δικές μου αλυσίδες. Πάντως, δεν γνωρίζει τις πραγματικές προθέσεις του, καθώς γράφει, ο συγγραφέας. Εάν αυτό συμβαίνει, δύσκολα προκύπτει γνήσιο έργο.

-Και τελικά ο συγγραφέας τι είναι; αυτός που εκτίθεται; Ή απ’ αυτούς που «μένουν καρφωμένοι, ακίνητοι»; Είναι γενναίος ή δειλός, εν τέλει, ο συγγραφέας;
Όποιος «μιλάει» εκτίθεται. Όποιος δεν μιλάει μαραζώνει. Τώρα η γενναιότητα ή η δειλία του, εξαρτάται από την ποιότητα της γραφής του. Εάν παραχθεί έργο τέχνης, απόσταγμα επώδυνου στοχασμού, που ενέχει και καταμαρτυρεί ουσιώδη χρόνο, τότε ο συγγραφέας είναι γενναίος. Εάν διεκπεραιώνει κοινωνικές βεβαιότητες και διδάσκει αφ’ υψηλού, είναι δειλός και κακομοίρης, τότε στέκει ακίνητος σαν βράχος. Μελαγχολικός πάντως και στη μία και στην άλλη περίπτωση, ο συγγραφέας, κι εκτεθειμένος.

-«Να κόψω, σαν τον Μέγα Αλέξανδρο, με το σπαθί μου τον γόρδιο δεσμό. Την πληκτική ζωή μου»: Αυτό κάνουμε ζωγραφίζοντας, γράφοντας; Ή με το να ερωτευθούμε ξαφνικά έναν άλλο ή μια άλλη;
Η πλήξη μας σκοτώνει. Ο έρωτας μας ανασταίνει. Όσο γράφουμε κάνουμε «κενές χειρονομίες ανάμεσα τις μοναξιές», όπως το θέλει ο Απολυναίρ, επιζητώντας κάποιον να μας αγαπήσει, να συγκινηθεί γι’ αυτήν την απέλπιδα, την γελοία παντομίμα μας.

-«Γράψε ό,τι απίθανο θες, αλλά να ‘σαι μέσα στην πραγματική, στην κανονική ζωή»: Γίνεται τελικά ταυτοχρόνως και το ένα και το άλλο; 
Τραμπαλιζόμαστε κρεμασμένοι πάνω από τον μαύρο γκρεμό της γελοιότητάς μας. Άλλοι μπορούν κι αγγίζουν κάποια στιγμή τον απέναντι βράχο και γραπώνονται πάνω του, άλλοι παρέμειναν εσαεί ταλαντευόμενοι στον γκρεμό.


-Τι είναι οι εμμονές για τον συγγραφέα; Να γίνουμε, κάπως, αδιάκριτοι; Οι εμμονές σας;
Προσηλώνομαι σ’ ένα σημείο, προσπαθώ να βγάλω το αγκάθι, έναν αχινό, ας πούμε από το πόδι μου, κι αυτό όλο και βυθίζεται πιο βαθιά στη σάρκα. Άλλοι αφήνουν το αγκάθι στο κορμί τους, το αγνοούν ενσυνείδητα, άλλοι επίμονα πασχίζουν να το βγάλουν. Αυτούς τους λένε εμμονικούς. Όμως η προσήλωση σ’ ένα σημείο, απαιτεί πείσμα και υπομονή. Και έχει σχέση πάντα με την αγάπη. Το να «ξεκολλήσεις», δεν θέλει κότσια, το να περιμένεις «κολλημένος», χρειάζεται τσαγανό. Τώρα, γιατί υπήρξαμε «απρόσεχτοι» και πατήσαμε τον αχινό, αυτό είναι μάλλον που θέλουμε να κρύψουμε.

-Στο ποδόσφαιρο υπάρχει ο όρος «κρυφός κυνηγός», αυτό είναι ο συγγραφέας; Κρυφός κυνηγός της ζωής; [βεβαίως στην αστυνόμο σας «κρυφός κυνηγός» είναι η ίδια]
«Η αστυνόμος», κάνει το παιχνίδι. Αυτή κατευθύνει την φορά, τη μοίρα των πραγμάτων. Ο απρόβλεπτος παίχτης, καθορίζει τα γεγονότα της ζωής μας, ο κρυφός κυνηγός, διαμορφώνει το αποτέλεσμα του αγώνα. Ο συγγραφέας, ένας θεατής πάνω στην κερκίδα, όλο να κρυώνει.

-«Να την φοβάσαι την ησυχία. Ξέρεις ποιο είναι το πιο αθόρυβο πράγμα; Ο θάνατος»: αυτό ξορκίζουμε γράφοντας, την… ησυχία; 
Μάλλον αυτό επιχειρούμε, να εξορκίσουμε το θάνατο. Ινδιάνοι που χορεύουν εκστασιασμένοι γύρω από τη μεγάλη φωτιά, ενώ πλησιάζουν γύρω τους, ύπουλα κι αθόρυβα, μέσα από το πυκνό δάσος, οι πάνοπλοι τυφεκιοφόροι στρατιώτες. Η ησυχία εγκυμονεί την τελεσίδικη καταδίκη μας, στην ταραχή υπάρχει η ελπίδα.

-Στον έρωτα αυτός που αγαπά ή που αγαπιέται είναι ο ηττημένος;
Αυτός που αγαπά είναι πάντα ο νικητής.

-Κύριε Μήτσου, εσάς, σας ενδιαφέρει να αφηγηθείτε μια ιστορία ή το πώς θα αφηγηθείτε μια ιστορία; 
Η ιστορία, επιβάλλει τους όρους της γέννησής της. Ο τρόπος, το πως, η γλωσσική διαχείριση, αναβλύζει αφ’ εαυτής και τότε μόνο «γίνεται», αποκτά σώμα, η ιστορία. Εγώ δεν έχω να γράψω καμιά ιστορία, αυτή απροσδόκητα αναδύεται, προς μεγάλη μου ταραχή. Σαν φίδι πετάγεται ξαφνικά μπροστά σου. Τότε ανασύρεις τα όπλα σου να το αντιμετωπίσεις και να γλιτώσεις.

-Το πώς θα αφηγηθείς μια ιστορία, κάνει την ιστορία μια άλλη ιστορία; Πόσα πολλά μπορεί να κρύψεις ή να αποκαλύψεις με τον αφηγηματικό τρόπο;
Η αλήθεια απαιτεί την σιωπή, τον υπαινιγμό. Η πλοκή (plot), το «στόρυ», είναι μόνο πρόφαση της αφήγησης. Ο καθένας μπορεί να ονοματίσει το πιθανό και το προβλέψιμο και να αναπαραστήσει μετά τα πράγματα, κολακεύοντας τις βεβαιότητες των αναγνωστών, αντί να τις υποσκάψει, να τις ανατρέψει, με τη δική του, προσωπική αλήθεια. Δεν υφίσταται καμία ιστορία, εφ’ όσον δεν πείθει για την γνησιότητα και τη μοναδικότητά της. Και πείθει το αληθινό. Και αυτή την αλήθεια την πιστοποιεί μόνο το ύφος. Τότε, η ιστορία καθίσταται πραγματικότητα. Και συνιστά ένα υπαρκτό, και βιωμένο γεγονός για τον αναγνώστη.



Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο

Δεν υπάρχουν σχόλια: