23.10.20

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Αλμπέρτο Μοράβια – Ο Αντικομφορμίστας


Ο Αλμπέρτο Μοράβια – ψευδώνυμο του Αλμπέρτο Πινκέρλε – γεννήθηκε στη Ρώμη το 1907 από αστική οικογένεια. Υπήρξε, θα μπορούσε να πει κανείς, τυχερός στην ατυχία του: Σε ηλικία μόλις 9 ετών αρρώστησε σοβαρά από φυματίωση των οστών. Και ως τα 18 του χρόνια, που θεραπεύτηκε οριστικά, έζησε προστατευμένος στο σπίτι του, αλλά και σε σανατόριο. Για ένα διάστημα εξαιτίας ενός ορθοπεδικού μηχανήματος που φορούσε χρειαζόταν δεκανίκια για να περπατάει. ”Για μένα”, έλεγε, ”αυτή η αρρώστια ήταν το σημαντικότερο γεγονός της ζωής μου”, εξαιτίας της οποίας έχασε οριστικά το τρένο εγκύκλιων και ανώτερων σπουδών. ”Ο μόνος τίτλος σπουδών που κατάφερα να αποκτήσω ήταν το απολυτήριο Γυμνασίου”. Αυτή, λοιπόν, στάθηκε η ατυχία του που τον συνόδευσε σ’ όλη του τη ζωή σημαδεύοντάς τον χωρίς όμως να τον εμποδίσει να ακολουθήσει το πεπρωμένο του. Αυτό που εκείνος αποφάσισε. Η τύχη του – που δεν ήταν ακριβώς τύχη – ήταν ότι διάβασε πολύ σε μια ηλικία που ο άνθρωπος απορροφά τα πάντα σα σφουγγάρι. ”Λάμβανα ένα δέμα με βιβλία κάθε εβδομάδα και διάβαζα κατά μέσον όρο ένα βιβλίο κάθε δύο μέρες”. Έτσι ήρθε σε επαφή με τα έργα των κλασικών: Δάντη, Σαίξπηρ, Γκολντόνι, Μολιέρο, Αριόστο, Μαντσόνι, φτάνοντας ως τους: Ρεμπώ, Κάφκα, Προυστ, σουρεαλιστές, Τζόυς, Φρόυντ. Μια διαδρομή δηλαδή που θα μπορούσε να ξεκινάει από τη ”Θεία Κωμωδία” του Δάντη, να περνά από το ”Έγκλημα και Τιμωρία” του Ντοστογιέφσκι και να καταλήγει στο πρόσφατο γι’ αυτόν τότε (1922) ”Οδυσσέα” του Τζόυς. Μόλις θεραπεύεται σταματά να γράφει εκείνες τις ανούσιες μιμήσεις και τις ασήμαντες στιχουργικές απόπειρες και ξεκινά το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο ”Οι Αδιάφοροι”. Είναι μόλις δεκαεξίμιση ετών και το ολοκληρώνει πριν τα είκοσι του χρόνια. Πρόκειται για μια κατάσταση που τον είχε αρπάξει στα νύχια της για να ξεφύγει από τα χαμένα χρόνια της αρρώστιας και τις απώλειες που τα συνόδευσαν. ”Οι Αδιάφοροι” είναι η ιστορία πέντε προσώπων μέσα σ’ ένα μάλλον εσωστρεφές – σχεδόν αποστειρωμένο – κλίμα (που διαδραματίζεται σε δύο μόλις μέρες) που παλεύουν να επικοινωνήσουν, να εκφραστούν, να ζήσουν με κάποια πληρότητα, αλλά αντί γι αυτό πληρώνουν το τίμημα της ανεπάρκειάς τους παραμένοντας αδιάφοροι, ψυχικά ακρωτηριασμένοι, ανίκανοι για πραγματικά συναισθήματα. Όσο για το ίδιο το μυθιστόρημα δεν μπορεί παρά να το τοποθετήσει κανείς, όχι στη χορεία των πρωτόλειων, αλλά στα αριστουργήματα της Ευρωπαϊκής και όχι μόνο της προσωπικής του λογοτεχνικής παραγωγής. Για τον ίδιο τον Μοράβια, το μυθιστόρημα αυτό δεν είναι παρά η ιστορία ενός ανθρώπου που δεν ήθελε να είναι αδιάφορος, αλλά να γράφει για κάτι απόλυτο, ό,τι δηλαδή επιδιώκει κάθε συγγραφέας. Ωστόσο η αδιαφορία, η ανία τον ακολούθησαν και στα κατοπινά χρόνια. Απόδειξη δύο ακόμη τίτλοι μυθιστορημάτων του: ”Η πλήξη” (1960) και ”Ο άνθρωπος που κοιτάζει” (1985). Η νεανική ‘αδιάφορη’ λογοτεχνία, θεωρεί ο ίδιος ο συγγραφέας, πως είναι η λογοτεχνία που τιριάζει ακριβώς σε κείνη την εποχή. Μια λογοτεχνία που θα επηρεάσει πολλά χρόνια αργότερα τον Καμύ στον ”Ξένο”, τον Σαρτρ στην ”Ναυτία” και τον Παβέζε στο ”Σπίτι στο Λόφο”. Ήρωες δηλαδή που ζουν όπως και οι δικοί του, μια ζωή απομονωμένη μέσα σε μια αδιάφορη κοινωνία όντας οι ίδιοι μελαγχολικοί, αλλά και με ένα χιούμορ καυστικό που υποφέρουν όμως από πάθη που υποβόσκουν και ο συγγραφέας τους αρέσκεται να τα παρακολουθεί περιγράφοντάς τα με μια γραφή άμεση και ευθύβολη, πολλές φορές γυμνή, αιχμηρή αλλά όχι προκλητική. Ειπώθηκε πως ο Μοράβια αντικρίζει τους ήρωές του χωρίς έλεος οδηγώντας τους στον κλονισμό και την απελπισία, σε σημείο μάλιστα να μην έχουν ν’ αρπαχτούν από πουθενά και έπειτα τους χτυπάει σαν κάλπικα νομίσματα για ν’ ακούσει τον κούφιο τους ήχο. Αυτή η κριτική ταιριάζει ίσως καλύτερα στον ‘’Κομφορμίστα’’ (1951) στον οποίο αποδεικνύει τις μεγάλες συγγραφικές του ικανότητες. Στο μυθιστόρημα αυτό καταβυθίζεται στην εσωτερική ζωή των ηρώων του αναζητώντας τη βαθύτερη ουσία τους, αλλά και κριτικάροντας την κοινωνική τους συμπεριφορά, η οποία τους οδηγεί να κρύβονται στο πλήθος, στο συρμό, σε μια κοινωνία που νοσεί και στην οποία κυριαρχεί η ηθική αταξία, θυμίζοντας τον τίτλο του μυθιστορήματος του Μούζιλ, ”Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες”. Ο κομφορμιστής, το αλλοτριωμένο άτομο που κυριαρχεί στον 20ο αιώνα, είναι το άκρο αντίθετο του επαναστάτη που ξεχώριζε τον 19ο αιώνα και εναντιωνόταν σε ότι τον εμπόδιζε να ζήσει. Λίγο πριν, στην διάρκεια του φασισμού πάντα, γράφει τον ”Αγκοστίνο” μια θαυμάσια νουβέλα που κυκλοφορεί σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, λόγω των απαγορεύσεων με δύο σχέδια του Ρενάτο Γκούτουζο και αναφέρεται σ’ έναν έφηβο που ανακαλύπτει την φιλία και το σεξ μπαίνοντας σε μια παρέα συνομηλίκων του που είναι όμως λαϊκοί φτωχοί τύποι και που η αντίθεσή του μ’ αυτούς τον ενθουσιάζει αλλά η μοίρα του τον οδηγεί πίσω στο κουκούλι της αστικής ζωής στο οποίο μεγαλώνει. Μεταπολεμικά εκτός από την ενασχόλησή του με τη δημοσιογραφία γράφει επίσης κινηματογραφικά σενάρια. Δραπετεύει από την ανία του και γίνεται εξαιρετικά κοινωνικός, αλλά και πολιτικοποιημένος. Γράφει για όλα τα σημαντικά γεγονότα που διαδραματίζονται στις μέρες του, ενώ παντρεύεται το 1936 την Έλσα Μοράντε, επίσης συγγραφέα με την οποία ζουν ένα μεγάλο έρωτα έως και το 1962. Μαζί της και μαζί με τον Παζολίνι πραγματοποιούν ένα ταξίδι στην Ινδία, το οποίο δημοσιεύουν. Η φιλία του με τον Παζολίνι και η υποστήριξη που του παρείχε ακόμη και όταν διαφωνούσε με τις απόψεις του – ήταν αδύνατον να μην διαφωνήσει κανείς με τον μεγάλο σκηνοθέτη – ήταν αμέριστη. Έζησε την τραγική περίοδο για την Ιταλία που οδήγησε στη δολοφονία του φίλου του και έγραψε ένα συγκλονιστικό άρθρο γι’ αυτό. Και ήταν τραγικό γιατί είχε ζήσει στο πετσί του- όντας πολύ νέος ακόμα- τα χρόνια του φασισμού που τώρα έβλεπε να ξανασηκώνει κεφάλι. Η άνοδος του φασισμού τον οδήγησε σε φυγή. Είκοσι-οκτώ ετών πηγαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον επομένο χρόνο 1936 ταξιδεύει στην Κίνα ενώ το 1937 δολοφονούνται δύο ξαδέλφια του. Το 1938 μένει 6 μήνες στην Ελλάδα και μετά επιστρέφει στην Ιταλία για να ξαναταξιδέψει σε πολλές χώρες, αλλά δεν μπορεί να μείνει για πολύ μακριά απ’ την πατρίδα του στην οποία επιστρέφει διαρκούντος του φασισμού. Αμέσως μετά τον πόλεμο τότε που ”φυτοζωούσαμε”, όπως λέει, βλέπει έργα του να μεταφράζονται στο εξωτερικό και συνεχίζει μια ακάθεκτη συγγραφική πορεία που σημαδεύεται από αρκετά επιτυχημένα έργα: ”Η περιφρόνηση”, (1954) που την κινηματογραφεί αργότερα ο Ζαν Λυκ Γκοντάρ και στην οποία πρωταγωνιστεί η Μπριζίτ Μπαρντό, ενώ τον ”Κομφορμίστα” διασκευάζει για τον κινηματογράφο ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι (1975). Και ενώ αρχίζει να βραβεύεται γράφει το ” Εγώ και Αυτός” το (1971), στο οποίο συνομιλεί με σατυρικό τρόπο αυτός και το πέος του και το ”Εσωτερική ζωή” (1978), το οποίο προετοίμαζε εφτά χρόνια και είναι ίσως το σπουδαιότερο έργο του. Επιλέγει μια μορφή συμβιβασμού συγκεράζοντας την παράδοση από τη μια μεριά (του ρεαλισμού) και την καινοτομία (του μοντερνισμού) από την άλλη, των Τζόυς, Γουλφ, Πιραντέλλο, Σβέβο. Όλη του η συγγραφική διαδρομή σημαδεύεται από αυτόν τον συμβιβασμό. Με τις Νατάσα Μαραΐνι και Κάρμεν Λιέρα ζει τα επόμενα μεγάλα χρόνια του. Τη δεύτερη την παντρεύεται όντας 79 ετών. Αρχίζει η έκδοση των Απάντων του, η οποία βρίσκεται στον δεύτερο τόμο, όταν εκείνος πεθαίνει στο σπίτι του στη Ρώμη, το 1990 σε ηλικία 83 ετών. Στα 1984 δέχεται να κατέβει υποψήφιος με το Κ.Κ.Ι για τις Ευρωεκλογές και εκλέγεται ευρωβουλευτής με 260.000 ψήφους. Λίγο νωρίτερα είχει αρνηθεί μια υποψηφιότητα για την ιταλική Γερουσία πιστεύοντας ότι δεν χρειάζεται να ανακατεύει κανείς λογοτεχνία και πολιτική. ”Ο συγγραφέας στοχεύει στο απόλυτο, ο πολιτικός στο σχετικό. Μόνο οι δικτάτορες στοχεύουν ταυτόχρονα στο σχετικό και στο απόλυτο”, είχε συμπληρώσει. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος και οι λέξεις με τις οποίες τελειώνει το κατεξοχήν πολιτικό και υπαρξιακό μυθιστόρημά του τον ”Κομφορμίστα”. ”Το αεροπλάνο επέστρεψε και ενώ απομακρυνόταν στον πυρακτωμένο ουρανό, άφησε πίσω του σιωπή και σκοτάδι”. Ο Μοράβια έζησε σ’ όλη την πληρότητά του σχεδόν ολόκληρο τον 20ο αιώνα, προσπαθώντας να αποκαταστήσει την ηθική αταξία όντας επαναστατημένος ο ίδιος, και αν και λαχταρούσε να δράσει τελικά κατάφερε να δράσει γράφοντας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: